Θαρσαλεα γὰρ γυνη ἐν πᾶσιν ἀμεινων ἔργοισιν τελεθει
Η Άννα Καφέτση, ομιλήτρια στην επιστημονική Συνάντηση που είχε οργανώσει η ίδια στην ΕΠΜΑΣ με θέμα «Ο Παρθένης Σήμερα», στις 22 Μαρτίου 1989 (© Αναγνωστόπουλοι Ο.Ε., φωτογραφικό αρχείο ΕΠΜΑΣ).
Θα χρειαστεί δίχως άλλο χρόνος για να δημοσιευτούν μαρτυρίες και αρχειακά τεκμήρια που θα επιτρέψουν την αποστασιοποιημένη κριτική και κυρίως την ιστορικοποιημένη ανασύσταση και θεώρηση του επιστημονικού, διοικητικού αλλά και εμψυχωτικού έργου της Άννας Καφέτση (1955-2026).
Στο άρθρο μου, κράμα μαρτυρίας και αναδρομικής έρευνας,1 θα εστιάσω σε μία μόνο παρέμβαση της νεαρής τότε επιμελήτριας της ΕΠΜΑΣ, που υπήρξε καθοριστική για την πορεία του Ιδρύματος και στην οποία μου είχε ζητήσει να συνεργήσω: Θέλω να αναφερθώ στον ασυμβίβαστο χαρακτήρα και στο δημόσιο ήθος της και για αυτό θα περιγράψω τον αγώνα της για τον τερματισμό της παράτυπης παραμονής του Δημήτρη Παπαστάμου στη διεύθυνση της Πινακοθήκης το ταραχώδες 1989.
Στην πολιτική ζωή της χώρας διεξαγόταν από το 1988 λυσσαλέα πολιτική αντιπαράθεση με στόχο την πτώση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ για το «σκάνδαλο Κοσκωτά». Παράλληλα, στον χώρο της Αριστεράς συντελούνταν καταιγιστικές εξελίξεις. Στις 8 Δεκεμβρίου του 1988 είχε δοθεί στη δημοσιότητα από τους Λεωνίδα Κύρκο και Χαρίλαο Φλωράκη το «Κοινό Πόρισμα Ελληνικής Αριστεράς-ΚΚΕ», ενώ στις 7 Απριλίου του 1989 συγκροτήθηκε ο Συνασπισμός ως εκλογική συμμαχία των δύο κομμάτων. Μετά τις βουλευτικές εκλογές της 18ης Ιουνίου η Νέα Δημοκρατία, με ηγέτη τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, και ο Συνασπισμός σχημάτισαν κυβέρνηση υπό τον Τζαννή Τζαννετάκη (2 Ιουλίου – 12 Οκτωβρίου 1989) με κύριο σκοπό την «κάθαρση» και την ποινική δίωξη του Ανδρέα Παπανδρέου και στελεχών της κυβέρνησής του. Στις 26 Σεπτεμβρίου δολοφονήθηκε ο Παύλος Μπακογιάννης από την Επαναστατική Οργάνωση 17 Νοέμβρη. Την επομένη η Βουλή αποφάσισε την παραπομπή των Παπανδρέου, Μένιου Κουτσόγιωργα κ.ά. στο Ειδικό Δικαστήριο. Μετά τις εκλογές της 5ης Νοεμβρίου, σχηματίστηκε η οικουμενική κυβέρνηση του Ξενοφώντα Ζολώτα (23 Νοεμβρίου 1989 – 11 Απριλίου 1990).2
Οι παραπάνω πολιτικές εξελίξεις αποτέλεσαν το καθοριστικό πλαίσιο της αλυσίδας των συμβάντων που οδήγησαν στην απομάκρυνση του μέχρι τότε διευθυντή της ΕΠΜΑΣ.
Ο Δημήτρης Παπαστάμος (1923-2008) είχε σπουδάσει αρχαιολογία στη Γερμανία στο Πανεπιστήμιο του Μίνστερ. Στη διάρκεια της Δικτατορίας επέστρεψε στην Ελλάδα και διορίστηκε διευθυντής Αρχαιοτήτων (1969-1971) και στη συνέχεια διευθυντής Καλών Τεχνών (1971-1972) στο νεοσύστατο υπουργείο Πολιτισμού και Επιστημών. Οι επιστημονικές εργασίες του αφορούσαν αρχαιολογικά θέματα.3 Βρίσκουμε επίσης άρθρα του να δημοσιεύονται πρωτοσέλιδα στην εφημερίδα Ελεύθερος Κόσμος, που υποστήριζε ένθερμα τη Χούντα.4 Στις 8 Νοεμβρίου 1972 διορίστηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο Διευθυντής της ΕΠΜΑΣ ύστερα από πρόταση του υπουργού Πολιτισμού και Επιστημών Κωνσταντίνου Παναγιωτάκη.5 Τον επόμενο χρόνο ο Παπαστάμος δημοσίευσε τη μελέτη του Ερνέστος Τσίλλερ. Προσπάθεια μονογραφίας, που εκδόθηκε από τη Γενική Διεύθυνση Πολιτιστικών Υποθέσεων του Υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών, με πρόλογο του ίδιου του υπουργού.6 Αργότερα, ως διευθυντής θα εξέδιδε μελέτες για τη νεοελληνική τέχνη7 και θα υπέγραφε πλήθος εισαγωγικών κειμένων σε καταλόγους εκθέσεων της Πινακοθήκης.
Παρά το γεγονός ότι ο Παπαστάμος ήταν επίλεκτο στέλεχος της Δικτατορίας, μετά τη Μεταπολίτευση της 24ης Ιουλίου 1974, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, υπουργός Πολιτισμού της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, δεν έθεσε θέμα παραμονής του στη Διεύθυνση της ΕΠΜΑΣ καίτοι είχε δεχθεί τις παρατήσεις άλλων διευθυντών κρατικών οργανισμών. Όπως μάλιστα διευκρίνιζε Δελτίο Τύπου του υπουργείου στις 10 Αυγούστου: «θέμα παραιτήσεως του διευθυντού της Κρατικής Ορχήστρας κ. Αν. Παρίδη και του διευθυντού της Εθνικής Πινακοθήκης κ. Δ. Παπαστάμου, ούτε ετέθη ούτε υφίσταται».8 Στο υπουργείο Πολιτισμού άλλωστε δεν υπήρξε καμία ουσιαστική προσπάθεια αποχουντοποίησης όπως για παράδειγμα σε εκείνο της Παιδείας.9 Έτσι, μέσα από τη γενικότερη συμβιβαστική-συγχωρητική πολιτική του Καραμανλή με την επινόηση του νομικού τεχνάσματος του «στιγμιαίου» από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η ευρύτερη αποχουντοποίηση του κρατικού μηχανισμού δεν πραγματοποιήθηκε.10
Ως εκ τούτου ο Παπαστάμος παρέμεινε διευθυντής της ΕΠΜΑΣ και προσαρμοζόμενος τάχιστα στο νέο πολιτικό περιβάλλον εξύφανε ισχυρές διασυνδέσεις με όλο το φάσμα του πολιτικού κόσμου συμπεριλαμβανομένου μάλιστα και του ΚΚΕ, καθώς διοργάνωσε αναδρομικές εκθέσεις εμβληματικών αριστερών καλλιτεχνών όπως οι Τάσσος Α. (1975), Βάλιας Σεμερτζίδης (1977), Ορέστης Κανέλλης (1978), Μέμος Μακρής (1979), Βάσω Κατράκη (1980) κ.ά. Παράλληλα καλλιέργησε προσωπικές φιλίες με ισχυρούς πολιτικούς παράγοντες, όπως ο Γεώργιος Αβέρωφ, ενώ στη συνέχεια δεν δυσκολεύτηκε να κερδίσει την εμπιστοσύνη της Μελίνας Μερκούρη, που υπήρξε η αμετακίνητη υπουργός Πολιτισμού το 1981-1989.
Ο Δημήτρης Παπαστάμος, όρθιος δεξιά, στο άνοιγμα της επιστημονικής συνάντησης με θέμα «Ο Παρθένης Σήμερα», στις 22 Μαρτίου 1989, στην ΕΠΜΑΣ. Καθιστοί, από δεξιά προς αριστερά διακρίνονται οι ομιλητές: Άννα Καφέτση, Κώστας Μπαρούτας, Αλέξανδρος Ξύδης και Αντώνης Κωτίδης (© Αναγνωστόπουλοι Ο.Ε., φωτογραφικό αρχείο ΕΠΜΑΣ).
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 είχε πλέον επιβληθεί στον κόσμο της τέχνης ως σημαίνουσα προσωπικότητα με ευρύτερο κύρος. Ενδεικτικό των υψηλών διασυνδέσεών του ήταν το γεγονός ότι τον Ιούλιο του 1989 είχε φιλοξενήσει (στη βίλλα του στην παραλιακή του Σουνίου) τη «μυστική» συνάντηση του φίλου του Ζαν Πιερ Σεβενεμάν, υπουργού Άμυνας του Φρανσουά Μιτεράν, με τον ομόλογό του Ιωάννη Βαρβιτσιώτη της κυβέρνησης Τζαννετάκη.11
Η Μερκούρη τον Απρίλιο του 1989 και ενώ είχε ήδη αρχίσει η προεκλογική περίοδος για τις εκλογές της 19ης Ιουνίου, προσέθεσε ειδικό άρθρο σε νομοσχέδιο για τη «Δημιουργία και τοποθέτηση εικαστικών έργων σε δημόσιους χώρους και κτίρια» με το οποία τροποποιούσε τον Νόμο 1979/1980 «Περί Οργανισμού και λειτουργίας Εθνικής Πινακοθήκης και Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτσου», που είχε θεσπίσει ο προκάτοχός της Ανδρέας Ανδριανόπουλος. Ο Νόμος 1979/1980, τον οποίο είχε συντάξει ο ίδιος ο Παπαστάμος, προέβλεπε στον κλάδο των Ιστορικών Τέχνης μία μόνο θέση «ἐπί βαθμῷ 1ῳ», δηλαδή αυτήν του Διευθυντή, την οποία καταλάμβανε ένας/μία «διὰ προαγωγῆς ἐκ τῶν ὑπηρετούντων εἰς θέσεις ἐφόρων».12 Ο Νόμος της Μερκούρη καταργούσε αυτή τη θέση και προέβλεπε τη σύσταση εκείνης του Διευθυντή που θα διόριζε η ίδια για πενταετή θητεία (με δυνατότητα ανανέωσης), ενώ καταργούσε επίσης το άρθρο του Νόμου 1256/1982 που έθετε περιορισμούς στην κατάληψη θέσεων του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ από συνταξιούχους. Επιπρόσθετα, ο νέος Νόμος δεν απαιτούσε την κατοχή διδακτορικού σε θέμα νεώτερης ελληνικής τέχνης, όπως ο προηγούμενος, ενώ προέβλεπε πλέον τη γνώση όχι δύο αλλά μίας μόνο ξένης γλώσσας.13 Στη συζήτησή του στη Βουλή ουδείς έφερε αντίρρηση για το συγκεκριμένο άρθρο.14 Καθώς όμως ο Νόμος δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ την 1η Ιουνίου, δηλαδή λίγες ημέρες πριν τις επικείμενες κάλπες της 18ης Ιουνίου, η υπουργός δεν προχώρησε σε διορισμό διευθυντή.
Τι είχε όμως μεσολαβήσει μέχρι αυτή τη φωτογραφική νομοθετική ρύθμιση; Ο Παπαστάμος στις 31 Δεκεμβρίου 1988 συνταξιοδοτήθηκε, ωστόσο, την επομένη της πρωτοχρονιάς, στις 2 Ιανουαρίου 1989, η Μερκούρη τον όρισε ως μέλος του ΔΣ της ΕΠΜΑΣ στη θέση του παραιτηθέντος Μέμου Μακρή.15 Γράφτηκε πως την ίδια ημέρα, το ΔΣ έσπευσε να αποφασίσει σε έκτακτη συνέλευσή του, να του αναθέσει τον ρόλο του Διευθύνοντα Συμβούλου κατά παρέκκλιση του Νόμου, ωστόσο στην πραγματικότητα το ΔΣ συνεδρίασε στις 5 Ιανουαρίου, με τον Παπαστάμο για πρώτη φορά ως μέλος του.16 Στο εξής θα ήταν άτυπα ο Διευθύνων Σύμβουλος, αλλά η εμβαλωματική αυτή λύση δεν μπορούσε παρά να είναι προσωρινή.
Σύμφωνα με άρθρο της Μαρίας Μαραγκού, η Μελίνα Μερκούρη και ο γ.γ. του ΥΠ.ΠΟ Κωνσταντίνος Αλαβάνος «πίστευαν ότι ο Παπαστάμος είναι ο άριστος στη συγκεκριμένη θέση, και θα ’πρεπε να παραμείνει όσο το δυνατόν περισσότερο». Η τεχνοκρίτρια επεσήμαινε ωστόσο ότι «το αντιφατικό της όλης ιστορίας, είναι βέβαια, πως ο νόμος που επί Ανδριανόπουλου είχε συνταχθεί από τον Δημήτρη Παπαστάμο, τροποποιείται τώρα χάριν του ιδίου προσώπου».17 Σε άλλο άρθρο επίσης η Μερκούρη φερόταν να τον θεωρούσε «αναντικατάστατο».18 «Η παραμονή του θα αποτελέσει μια δικαίωση του εξαίρετου έργου του», έγραφε η Ακρόπολη.19 Ο ίδιος, κάπως προκλητικά, παραδεχόταν ότι «η ανανέωση είναι απαραίτητη πάντα», αλλά επέμενε στην παραμονή του στη θέση του διευθυντή.20 Μετά την ψήφιση του Νόμου θα δήλωνε ότι κατά την οκταετία του ΠΑΣΟΚ, στον πολιτισμό, «η “μεγάλη κίνηση” λέγεται Μελίνα».21
Παράλληλα όμως, είχαν δημοσιοποιηθεί έστω και σποραδικές κάποιες αντιδράσεις. Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος είχε στηλιτεύσει στα Νέα ως «μαγειρέματα» αυτές τις «βιαστικές και νομότυπες, αλλά εθιμικά έωλες διαδικασίες».22 Ένα ανυπόγραφο άρθρο στην εφ. Το Ποντίκι επέκρινε σφόδρα την πρόθεση της Μερκούρη να τροποποιήσει τον Νόμο προς όφελος του Παπαστάμου για τον οποίο επεσήμαινε ότι ήταν διορισμένος στη θέση αυτή από τη Δικτατορία. Τον κατηγορούσε επίσης για ευνοιοκρατία, ότι λειτουργούσε ως «απόλυτος αυθέντης», αλλά και για το γεγονός ότι είχε αφαιρέσει αυθαίρετα από την Άννα Καφέτση την περαιτέρω μελέτη των σχεδίων του Παρθένη για να την αναθέσει σε «μία καινούργια σχετικά υπάλληλο».23
Ο κατάλογος της έκθεσης που επιμελήθηκε η Άννα Καφέτση: Σχέδια του Κωνσταντίνου Παρθένη στην Εθνική Πινακοθήκη: Τα ευρισκόμενα σχέδια – αρχείο Παρθένη, Α’ μέρος, Αθήνα, ΕΠΜΑΣ, 23.1. – 31.3.1989.
Η Καφέτση, επιμελήτρια της ΕΠΜΑΣ από το 1982 με σπουδές κυρίως στην αισθητική,24 είχε οργανώσει τότε με υποδειγματικό τρόπο έκθεση σχεδίων του Παρθένη από τη δωρεά της Σοφίας Παρθένη.25 Όπως υπογράμμισε ο Χάρης Καμπουρίδης στα Νέα, ο κατάλογος ήταν «μοναδικής επιμέλειας» και η έκθεση «πρότυπο στη συστηματική παρουσίαση και αξιολόγηση των σχεδίων του ζωγράφου και μέτρο εφεξής για τα καθήκοντα των επιμελητών της Εθν. Πινακοθήκης».26 Ιδιαίτερα επαινετική ήταν επίσης η κριτική του Αλέξανδρου Ξύδη.27
Μπροστά στο ενδεχόμενο της εκ νέου ανάθεσης στον Παπαστάμο της διεύθυνσης της Πινακοθήκης, η Καφέτση αποφάσισε να αγωνιστεί, έστω και μόνη της, για την απομάκρυνσή του. Με δεδομένα αφενός τη δημοσίως εκπεφρασμένη υποστήριξη της Μερκούρη στον διευθυντή της ΕΠΜΑΣ, αφετέρου το αφανές πλέγμα πολιτικών και κοινωνικών διασυνδέσεών του, η απόφαση αυτή ήταν τουλάχιστον παράτολμη. Επισημαίνω μόνο εδώ, ως ενδεικτικό της ιδεολογικής ευελιξίας του Παπαστάμου, το γεγονός ότι δημοσίευσε τότε δισέλιδο άρθρο του για τον Παρθένη στον Ριζοσπάστη της Κυριακής.28
Η Καφέτση προσπάθησε να κινητοποιήσει συνάδελφους ιστορικούς της τέχνης και ευρύτερα καλλιτέχνες και διανοούμενους. Καθώς εκείνα τα χρόνια αρθρογραφούσα σποραδικά στον Ριζοσπάστη, μου είχε ζητήσει να τη βοηθήσω να συγκεντρώσουμε υπογραφές διαμαρτυρίας, αλλά όσους είχα τότε βολιδοσκοπήσει αρνήθηκαν, αν και off the record συμφωνούσαν πως ήταν απαράδεκτη η κατάσταση στην Πινακοθήκη.
Μετρημένοι στα δάκτυλα ήταν οι επώνυμοι που τη συνέδραμαν. Ο Γεωργουσόπουλος στηλίτευσε εκ νέου τη φωτογραφική τροποποίηση του Νόμου που σχεδίαζε η Μερκούρη.29 Ο Καμπουρίδης απέφυγε εντέχνως να τοποθετηθεί ως προς τα πρόσωπα, αλλά επέκρινε σαφώς τη μέχρι τότε λειτουργία και εκθεσιακή πολιτική της Πινακοθήκης, επισημαίνοντας ότι «δεν επιτελούσε επιστημονικό έργο» ενώ «οι χώροι της δεν χρησιμεύουν παρά για τις δημόσιες σχέσεις των υπουργείων Πολιτισμού και Εξωτερικών, κι όχι για εκθέσεις από τους ειδικούς μελετητές».30 Ο Βασίλης Ραφαηλίδης θεωρούσε σκάνδαλο την τροποποίηση του Νόμου υπέρ του Παπαστάμου.31 Η Σίβυλλα (Σταύρος Ψυχάρης) έγραψε δηλητηριώδη σχόλια για τη Μερκούρη και τον Παπαστάμο, σημειώνοντας ότι εκκρεμούν εις βάρος του «τόσες κατηγορίες για αυταρχική και δεσποτική συμπεριφορά, συγκεντρωτισμό» κ.ά.32
Το κύριο βάρος της κριτικής σήκωσε με άρθρα του ο φιλόλογος και σύζυγός της Καφέτση Ανδρέας Μπελεζίνης. Δημοσίευσε πρώτα στο Αντί ένα σημείωμα που αμφισβητούσε την εκτίμηση ότι ο Παπαστάμος ήταν «άριστος και αναντικατάστατος» και κατήγγειλε τη επιχειρούμενη φωτογραφική αναθεώρηση του ισχύοντος Νόμου.33 Στη συνέχεια, σε άρθρο του στην Αυγή, υπήρξε επικριτικός και ειρωνικός ενάντια τόσο στην υπουργό όσο και στον Παπαστάμο, του οποίου αμφισβητούσε την επιστημονική επάρκεια.34
Καθιστοί, από δεξιά προς αριστερά διακρίνονται οι Άννα Καφέτση, Κώστας Μπαρούτας, Αλέξανδρος Ξύδης και Αντώνης Κωτίδης, στην επιστημονική Συνάντηση που είχε οργανωθεί στην ΕΠΜΑΣ με θέμα «Ο Παρθένης Σήμερα», στις 22 Μαρτίου 1989 στην ΕΠΜΑΣ (© Αναγνωστόπουλοι Ο.Ε., φωτογραφικό αρχείο ΕΠΜΑΣ).
Η δημόσια παρέμβαση της Καφέτση ήταν έμμεση αλλά συνεκτική: παρέκαμπτε το ζήτημα του διευθυντή της ΕΠΜΑΣ και στόχευε στον μέχρι τότε τρόπο λειτουργίας της, τον οποίο αποδομούσε ολοσχερώς. Το άρθρο της στο Αντί θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα από τα πρώτα αξιόλογα κείμενα μουσειολογίας στην Ελλάδα. Επεσήμαινε ότι από το 1972 η Πινακοθήκη (μετωνυμία του διευθυντή της) ακολούθησε μια πληθωρική εκθεσιακή πολιτική «η οποία αναπόφευκτα οδηγεί σε φαινόμενα που η διεθνής πρακτική και σωστή μουσειολογική αντίληψη δεν μπορεί παρά να θεωρεί αρνητικά». Εκτιμούσε ότι αυτή η πρακτική απονέκρωσε την επιστημονική έρευνα και εξηγούσε πως «τις περισσότερες φορές η επιλογή των έργων μιας αναδρομικής έρχεται έτοιμη από τον ίδιο τον καλλιτέχνη ή το συγγενικό του περιβάλλον μαζί με την ανθολόγηση υμνητικών αποκλειστικά ή λογοτεχνιζόντων σημειωμάτων που έχουν γραφτεί κατά το παρελθόν», ως εκ τούτου αποφαινόταν πως η «ερευνητική δουλειά καταλήγει σε ρουτίνα και διεκπεραιωτική τρεχάλα». Το ίδιο θεωρούσε ότι συνέβαινε με τις εκθέσεις που έρχονταν από το εξωτερικό στις οποίες «η επιστημονική συμμετοχή των επιμελητών περιορίζεται στη μετάφραση των κειμένων των ξένων συναδέλφων, και σε κάθε περίπτωση σε δουλειά γραμματείας». Υποστήριζε ότι πολλές εκθέσεις που φιλοξενούνταν εις βάρος της έκθεσης των μόνιμων συλλογών «δεν είχαν θέση σε μία Εθνική Πινακοθήκη όχι μόνο για την έλλειψη ποιότητας, αλλά γιατί είναι και άσχετες προς το αντικείμενό της». Ως συνέπεια των παραπάνω θεωρούσε πως «είχε παραμεληθεί η μουσειογραφική παρουσίαση των εκτιθέμενων μόνιμων συλλογών (κακός και άνισος φωτισμός, θερμοκρασία, ασαφής αντίληψη στησίματος)». Μετά την επισήμανση των δυσλειτουργιών, η επιμελήτρια προχωρούσε σε μία αναλυτική πρόταση για «την κατάκτηση ταυτότητας, ουσιαστικού ερευνητικού και παιδευτικού ρόλου καθώς και ορθού μουσειολογικού προγραμματισμού» της ΕΠΜΑΣ.35 Λίγες ημέρες νωρίτερα, σε συνέντευξή της, είχε ρίξει –στο ίδιο πνεύμα– κάποιες τροχιοδεικτικές βολές για την εκθεσιακή πολιτική της Πινακοθήκης.36
Ο σχηματισμός της κυβέρνησης Τζαννετάκη στις 2 Ιουλίου επέφερε την απαρχή της διάσπασης του ΚΚΕ. Στην ηγεσία του ΥΠ.ΠΟ διορίστηκαν στις 7 Ιουλίου ο κεντρώας προέλευσης Γεώργιος Μυλωνάς και στις 17 το στέλεχος του ΚΚΕ Μάκης Τρικούκης στη θέση του γενικού γραμματέα. Δεν γνωρίζω αν τους ασκήθηκαν πιέσεις για την παραμονή του Παπαστάμου στην ΕΠΜΑΣ, ωστόσο και οι δύο απέφυγαν να θίξουν το ζήτημα, μέχρι που τον Σεπτέμβριο, ανυπόγραφο πρωτοσέλιδο δημοσίευμα του περιοδικού Πριν έθεσε εκ νέου το ζήτημα επισημαίνοντας ότι στην Πινακοθήκη παραμένει ένας συνταξιοδοτημένος διευθυντής που είχε διορίσει η Δικτατορία.37 Το Πριν, που εξέδιδε ο Γιώργος Δελαστίκ, εξέφραζε την αριστερή τάση στο εσωτερικό του ΚΚΕ και είχε τότε μεγάλη κυκλοφορία φτάνοντας τα 10.000 φύλλα. Καθώς η διάσπαση βάθαινε και η ηγεσία του κόμματος λειτουργούσε ενοχικά εξαιτίας της συγκυβέρνησης με τους «αναθεωρητές» και τη Νέα Δημοκρατία,38 το παραπάνω άρθρο φαίνεται πως επέδρασε καταλυτικά ως συμβολική κατάδειξη της ευρύτερης δεξιάς ενδοτικότητας. Όπως μου εκμυστηρεύθηκε η ίδια η Άννα Καφέτση, είχε μάθει πως ο Νίκος Καλούδης (βουλευτής και μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ) επισκέφτηκε τον Τρικούκη στο ΥΠ.ΠΟ και επικαλούμενος το άρθρο του Πριν ζήτησε να κλείσει η εκκρεμότητα της Πινακοθήκης.
Δεν γνωρίζω αν συνέτρεξαν παρασκηνιακά και άλλες διεργασίες, ο κύβος ωστόσο εντέλει ερρίφθη. Στις 6 Οκτωβρίου, ο Μυλωνάς αντικατέστησε τον Παπαστάμο στο Δ.Σ. της ΕΠΜΑΣ διορίζοντας στη θέση του τη Μαίρη Μιχαηλίδου προϊστάμενη τότε της Διεύθυνσης Λαϊκού Πολιτισμού του ΥΠ.ΠΟ.39 Σε συνέντευξη τύπου οι Μυλωνάς και Τρικούκης επισήμαναν ότι η «προηγούμενη κυβέρνηση είχε περάσει μια σκανδαλώδη νομοθετική ρύθμιση, φωτογραφική ειδικά για τον κ. Παπαστάμο».40 Διόρισαν επίσης στη συνέχεια τέσσερα νέα μέλη του Δ.Σ. στη θέση εκείνων που παραιτήθηκαν συμπαραστεκόμενα στον απερχόμενο Διευθυντή.41
Το ηθικό ανάστημα και το θάρρος που επέδειξε δημόσια η Άννα Καφέτση όλο το προηγούμενο διάστημα δικαιώθηκε. Στις νέες συνθήκες θα μπορούσε πλέον να προγραμματίσει την πρώτη σημαντική –ιστορικής πλέον σημασίας– διεθνών προδιαγραφών έκθεση της ΕΠΜΑΣ, τις Μεταμορφώσεις του μοντέρνου: Η ελληνική εμπειρία, που εγκαινιάστηκε τον Μάιο του 1992.
Οφείλω θερμές ευχαριστίες στην κ. Ελένη Μεντζαφού για τη διευκόλυνση της έρευνάς μου στο αρχείο της ΕΠΜΑΣ, καθώς και για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού.
Βασίλης Βαμβακάς, Παναγής Παναγιωτόπουλος (επιμ.), Η Ελλάδα στη δεκαετία του ’80. Κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό λεξικό, Επίκεντρο, Αθήνα 22014, σ.549-552, 561-567, passim.
Βλ. ενδεικτικά Dimitrios Papastamos, Melische Amphoren mit 20 Kunstdrucktafeln, Aschendorff, Μίνστερ 1970. Δημήτριος Παπαστάμος, «Η αυτοκτονία εις την αρχαίαν παραστατικήν τέχνην», Αρχαιολογικόν Δελτίον, τόμ. 25, 1970, Αθήνα 1971, Α΄, σ. 41-53, πιν. 16-22, σ. 290-296. Ο ίδιος, «Αρχαιολογία και εκπαίδευσις. Β΄ Προσωπογραφία», Αρχαιολογικά ανάλεκτα εξ Αθηνών, τόμ. V, τχ. 3, 1972, σ. 511-527.
Δημήτρης Ε. Παπαστάμος, «Ο Ρούμπενς και η αρχαία τέχνη», εφ. Ελεύθερος Κόσμος, 11.10.1972, σ. 1, 7· «Ο θάνατος του Σενέκα», εφ. Ελεύθερος Κόσμος, 29.8.1972, σ. 1, 8· ο ίδιος, «Θεϊκοί σπινθήρες της Τέχνης. Νικ. Πουσσέν», εφ. Ελεύθερος Κόσμος, 16.9.1972, σ. 1, 6· ο ίδιος, «Η εικών του ανθρώπου εις την Τέχνην», εφ. Ελεύθερος Κόσμος, 4.10.1972, σ. 1
Πράξις υπουργικού Συμβουλίου υπ.αρ. 121 της 7.11.1972, ΦΕΚ, αρ. 209, τχ. Α΄, 29.11. 1972, σ. 10. Βλ. και «Διορίσθη νέος γενικός διευθυντής της Πινακοθήκης», εφ. Το Βήμα, 8.11.1972, σ. 2.
Δημήτριος Ε. Παπαστάμος, Ερνέστος Τσίλλερ. Προσπάθεια μονογραφίας, Γενική Διεύθυνσις Πολιτιστικών Υποθέσεων του Υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών, Αθηναϊκό Κέντρο Εκδόσεων, Αθήνα 1973.
Δημήτριος Ε. Παπαστάμος, Η επίδραση της ναζαρηνής σκέψης στη νεοελληνική εκκλησιαστική ζωγραφική, ΕΠΜΑΣ, Αθήνα 1977. Ο ίδιος, Ζωγραφική 1930-40, Αστήρ, Αθήνα 1981.
«Δεκτές οι παραιτήσεις του Δ.Σ. του Εθνικού», εφ. Τα Νέα, 10.8.1974, σ. 2. «Έγιναν δεκτές οι παραιτήσεις Β. Παξινού και Β. Φράγκου», εφ. Η Βραδυνή, 10.8.1974, σ. 4.
Συντακτική Πράξις «Περί αποκαταστάσεως της νομιμότητος εις τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα», ΦΕΚ, αρ. 237, τχ. Α΄, 3.9.1974, σ. 1519-1521.
Βλ. σχετικά Σπύρος Βλαχόπουλος, «Οι πρώτες “θεσμικές στιγμές” της Μεταπολίτευσης», στο Βασιλική Γεωργιάδου, Χριστίνα Κουλούρη (επιμ.), Μεταπολίτευση 1974. Οι προκλήσεις της μετάβασης, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2024, σ. 40. Πρβλ. Λεωνίδας Καλλιβρετάκης, Δικτατορία και Μεταπολίτευση, Θεμέλιο, Αθήνα 2017, σ. 266-279.
Βλ. «Ελλάς-Γαλλία …απορία!», εφ. Απογευματινή, 24.7.1989, σ. 7. Πρβλ. «Το Παρίσι “απογειώνει” τας Μιράζ. Το ραντεβού Βαρβιτσιώτη Σεβενεμάν μέσω Παπαστάμου», εφ. Έθνος, 24 Ιουλίου 1989, σ. 10-11. «Υπέρ θα ψηφίσει ο κ. Στ. Γιώτας», εφ. Τα Νέα, 24.7.1989, σ. 9.
Βλ. άρθρα 12 και 13 του Νόμου 1079 «Περί Οργανισμού και λειτουργίας της Εθνικής Πινακοθήκης και Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτσου», ΦΕΚ, αρ. 239, τχ. Α΄, 14.10.1980, σ. 2786.
Βλ. άρθρο 9 του Νόμου 1854 «Δημιουργία και τοποθέτηση εικαστικών έργων σε δημόσιους χώρους και κτίρια», ΦΕΚ, αρ. 140, τχ. Α΄, 1.6.1989, σ. 3679.
Πρακτικά Βουλής. Δ΄ περίοδος (Προεδρευομένης Δημοκρατίας). Σύνοδος Δ΄. Συνεδρίαση ΡΚΑ΄, 17.4.1989, σ. 4889-4890.
Απόφαση της Υπουργού Πολιτισμού 53662, της 2.1.1989, ΦΕΚ, τχ. ΝΠΔΔ, αρ. 1, 4.1.1989, σ. 1.
Το αναφέρει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, «Νομικά πλάσματα», εφ. Τα Νέα, 23.2.1989, σ. 25. Στα Πρακτικά των Συνεδριάσεών του ΔΣ της ΕΠΜΑΣ δεν υπάρχει Συνεδρίαση του ΔΣ της 2.1.1989. Στα Πρακτικά της Συνεδρίασης στις 30.12.1988, ο Παπαστάμος αναφέρεται ως διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης «και ο κατά νόμο προβλεπόμενος εισηγητής», ενώ από τη Συνεδρίαση της 5.1.1989 κι εφεξής αναφέρεται ως μέλος του ΔΣ της ΕΠΜΑΣ και αορίστως ως Διευθυντής, βλ. αρχείο της ΕΠΜΑΣ, φάκελοι Συνεδριάσεων ετών 1988 και 1989.
Μ.Μ.[Μαρία Μαραγκού], «Παπαστάμος για 5 ακόμα χρόνια», εφ. Ελευθεροτυπία, 7.2.1989.
Βλ. Σοφία Ταράντου, «Η τροπολογία για τη νέα θητεία του Παπαστάμου», εφ. Έθνος, 16.3.1989.
«Εικαστικές Τέχνες και Δ. Παπαστάμος», εφ. Ακρόπολις, 17 Φεβρουαρίου 1989, σ. 2.
«Δυο νέα προγράμματα στην Πινακοθήκη», εφ. Έθνος, 7.2.1989.
Δημήτρης Παπαστάμος, «Η “μεγάλη κίνηση” λέγεται Μελίνα», στο Μικέλα Χαρτουλάρη (επιμ.), «Τα συν και τα πλην μίας 8ετίας», εφ. Τα Νέα, 12.6.1989, σ. 29.
Γεωργουσόπουλος, «Νομικά πλάσματα», ό.π.
«Και “ισόβιος” ο Παπαστάμος», εφ. Το Ποντίκι, 10.2.1989.
Η Ά. Καφέτση ήταν απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ (1977) και είχε υποστηρίξει υπό τη διεύθυνση του Olivier Revault d’Allones τη διδακτορική της διατριβή στην αισθητική στη Σορβόννη (Paris 1), το 1985: Anna Kafetsi, La peinture hellénique autour des années trente et le problème de la “grécité”: analyse structurale, analyse critique, Thèse de doctorat: Esthétique, Paris 1. Βλ. Άννα Καφέτση, Βιογραφικό υπόμνημα, Οκτώβριος 1999, αρχείο ΕΜΣΤ, Δωρεά Καφέτση, Α/Α 7475. (βλέπε και δοκίμιο του Κώστα Χριστόπουλου στο παρόν τεύχος. Σ.τ.Α.)
Άννα Καφέτση (επιμ.), Σχέδια του Κωνσταντίνου Παρθένη στην Εθνική Πινακοθήκη: Τα ευρισκόμενα σχέδια – αρχείο Παρθένη, Α’ μέρος, κατάλογος, ΕΠΜΑΣ, Αθήνα 23.1. – 31.3.1989.
Χάρης Καμπουρίδης, «Στα ίχνη του Παρθένη», εφ. Τα Νέα, 20.3.1989, σ. 27.
Αλέξανδρος Ξύδης, «Για και από αφορμή τον Παρθένη», Αντί, τχ. 401, 21.4.1989, σ. 47-49.
Δημήτρης Παπαστάμος, «Παρθένης. Ένας μεγάλος δάσκαλος χωρίς μαθητές», εφ. Κυριακάτικος Ριζοσπάστης, 5.2.1989, σ. 36-37.
Κώστας Γεωργουσόπουλος, «Φωτοκόπια», εφ. Τα Νέα, 17.3.1989, σ. 25.
Χάρης Καμπουρίδης, «Εθνική Πινακοθήκη και εθνική οικονομία», εφ. Τα Νέα, 27.2.1989, σ. 27.
Βασίλης Ραφαηλίδης, «Ο πολιτισμός ως σκάνδαλον», εφ. Έθνος, 28.3.1989, σ. 9.
Σίβυλλα, «Ο ακλόνητος», εφ. Το Βήμα της Κυριακής, 25.3.1989, σ. 70. Πρβλ. η ίδια, «Δεν φεύγει», εφ. Το Βήμα της Κυριακής, 30.10.1988, σ. 67.
Ανδρέας Μπελεζίνης, «Ο αναντικατάστατος», Αντί, τχ. 394, 10.2.1989, σ. 47.
Ανδρέας Μπελεζίνης, «Μια σκανδαλώδης τροπολογία. Και πάλι για το ζήτημα της Εθνικής Πινακοθήκης», εφ. Η Αυγή, 18.3.1989, σ. 9. Επικαλούνταν τη βιβλιοκρισία του Χαράλαμπου Μπούρα, «Ερνέστος Τσίλλερ. Προσπάθεια μονογραφίας, του Δ. Παπαστάμου, Αθήνα 1973», Αρχιτεκτονικά Θέματα, τόμ. 9, 1975, σ. 24-25.
Άννα Καφέτση, «Εθνική Πινακοθήκη: Θεσμός και δυσλειτουργίες», Αντί, τχ. 397, 10.3.1989, σ. 46-47.
Άννα Καφέτση, «Οι μόνιμες συλλογές προσδιορίζουν τη φυσιογνωμία της Πινακοθήκης», συνέντευξη στην Στ. Κυλίνδου, εφ. Εποχή, 26 Φεβρουαρίου 1989.
[Ευγένιος Δ. Ματθιόπουλος], «Οι κυβερνήσεις πέφτουνε αλλά ο Παπαστάμος μένει!», Πριν, τχ. 5, Σεπτέμβριος 1989, σ. 3.
Για τις σχετικές πολιτικές διεργασίες της περιόδου βλ. Κωνσταντίνος Ζαγάρας, Η κατάρρευση του “υπαρκτού” και η διάσπαση του ΚΚΕ. Η κομβική στιγμή του 1991, Θεμέλιο, Αθήνα 2019.
Απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού 42622/6.10.1989, ΦΕΚ, τχ. ΝΠΔΔ, αρ. 174, 9.10.1989, σ. 1305.
Μικέλα Χαρουλάρη, «Απομακρύνθηκε ο Δ. Παπαστάμος», εφ. Τα Νέα, 13.10.1989, σ. 25. Η.Μ., «Νέες δραστηριότητες του ΥΠΠΟ. Απαλλάχτηκε ο Δ. Παπαστάμου από μέλος του Δ.Σ. της Εθνικής Πινακοθήκης», εφ. Η Αυγή, 13.10.1989, σ. 9. «Μιχαηλίδου στη θέση του Παπαστάμου», εφ. Ελευθεροτυπία, 13.10.1989. «Ο Μυλωνάς απέλυσε τον Παπαστάμο», εφ. Μεσημβρινή, 13.10.1989. «Στοπ στην παράτυπη Διεύθυνση Παπαστάμου», εφ. Ελεύθερος Λόγος, 13.10.1989. Μαρία Μαραγκού, «Πινακοθήκη: Εν αναμονή», εφ. Ελευθεροτυπία, 16.10.1989. «Η Μ. Μιχαηλίδου διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης», εφ. Η Αυγή, 18.10.1989, σ. 9. Ανδρέας Μπελεζίνης, «Ηθολογία και ρητορική της πολιτιστικής ζωή», εφ. Η Αυγή της Κυριακής, 22.10.1989, σ. 9. Σάντρα Μπακογιαννοπούλου, «Μετέωρη η Πινακοθήκη», εφ. Το Βήμα της Κυριακής, 22.10.1989, σ. 57.
Απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού 45912/25.10.1989, ΦΕΚ, τχ. ΝΠΔΔ, αρ. 182, 27.10.1989, σ. 1354. Είχαν παραιτηθεί οι Κώστας Μαλάμος, Γιώργος Κανδύλης, Μανώλης Περάκης και Βασίλης Γουλανδρής και αντικαταστάθηκαν από τους Γιώργο Νικολαΐδη, Χρύσανθο Χρήστου, Νίκο Kεσσανλή και Ντούλα Μουρίκη, βλ. Β.Ψ., «Παραιτήθηκε το συμβούλιο της Εθνικής Πινακοθήκης», εφ. Μεσημβρινή, 18.10.1989. Σάντρα Μπακογιαννοπούλου, «Μετέωρη η Πινακοθήκη», εφ. Το Βήμα της Κυριακής, 22.10.1989, σ. 57. «Ισχυρό Δ.Σ. στην Πινακοθήκη», εφ. Τα Νέα, 26.10.1989, σ. 25. Παρασκευή Κατημερτζή, «Επεμβάσεις και προτεραιότητες», εφ. Τα Νέα, 3.11.1989, σ. 24.
ABOUT THE AUTHOR
Σπούδασε ζωγραφική στην ΑΣΚΤ της Αθήνας (1977-1983). Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές Ιστορίας της Τέχνης και Φιλοσοφίας της Τέχνης και Αισθητικής στο Πανεπιστήμιο Paris I – Panthéon -Sorbonne. Yποστήριξε τη Διδακτορική του Διατριβή στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης το 1997. Στο ίδιο Τμήμα δίδαξε ιστορία της τέχνης (1998-2026).
Εργάστηκε ως επιστημονικός επιμελητής και αρχισυντάκτης του Λεξικού Ελλήνων Καλλιτεχνών (Μέλισσα, 1997-2001).
Συνεργάστηκε ως ερευνητής με το ΙΜΣ – Ι.Τ.Ε. (2000-2026).
Διετέλεσε πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Ιστορικών Τέχνης και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΜΣΤ.
Έχει δημοσιεύσει 7 βιβλία, έχει επιμεληθεί και συνεπιμεληθεί 10 τόμους και έχει δημοσιεύσει περισσότερα από 50 άρθρα σε καταλόγους εκθέσεων, πρακτικά συνεδρίων, συλλογικούς τόμους και επιστημονικά περιοδικά.