Κατερινα Γρεγου

Ενας φορος τιμης στην Αννα Καφετση

Η Άννα Καφέτση στον Μεγάλο Περίπατο. Φωτογραφία Σταμάτης Σχιζάκης

Κάθε ίδρυμα έχει μια ιστορία που είναι μεγαλύτερη από τους τοίχους του. Άπαξ και ένα μουσείο βρει τη στέγη του, τοποθετηθούν οι συλλογές του, ανοίξουν οι αίθουσές του και δεν διακυβεύεται η υπόστασή του, είναι εύκολο κανείς να ξεχάσει την αβεβαιότητα που προηγήθηκε -τα χρόνια των αγώνων, τις απίθανες απαρχές και τους ανθρώπους που είχαν την ιδέα πριν αυτή εξελιχθεί σε ίδρυμα. Τα μουσεία μπορεί να δίνουν την εντύπωση ότι ήταν ανέκαθεν εκεί· η αίσθηση αυτή της μονιμότητάς τους συχνά επισκιάζει τις συνθήκες υπό τις οποίες προέκυψαν. Και ίσως αυτό να αληθεύει ειδικότερα για το ΕΜΣΤ, που η ιστορία του ήταν, για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, μια ιστορία από αντιξοότητες, ανεκπλήρωτες υποσχέσεις, αβεβαιότητα, επισφάλεια και αναμονή: ένα μουσείο που υπήρχε πριν ακόμη αποκτήσει στέγη, καθοδηγούμενο από την ακλόνητη πεποίθηση ότι κάποια μέρα θα την αποκτούσε.

Πίσω από αυτή την ακλόνητη πεποίθηση βρισκόταν η Άννα Καφέτση.

Δεν γνώρισα καλά την Άννα Καφέτση, αλλά ανέκαθεν την εκτιμούσα βαθιά. Εκτιμούσα τη σοβαρότητά της, τη σταθερότητά της, το μαχητικό της πνεύμα και, πάνω απ’ όλα, την εξαιρετική επιμονή της. Επίσης, θαύμαζα την πνευματική συγκρότηση με την οποία προσέγγιζε την τέχνη, τις εκθέσεις και το ίδρυμα που ήταν αποφασισμένη να δημιουργήσει. Συχνά άκουγα ανθρώπους να την περιγράφουν ως «δύσκολη». Αλλά, ποιος πραγματικά ευφυής ή δημιουργικός άνθρωπος δεν είναι, στ’ αλήθεια, δύσκολος κάποιες φορές; Για να κατανοήσει κανείς τι πέτυχε η Άννα Καφέτση, πρέπει να θυμηθεί τις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκε το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Αν λέγαμε ότι το ΕΜΣΤ ξεκίνησε με δυσκολίες, θα ήμασταν επιεικείς. Επί χρόνια τελούσε υπό καθεστώς θεσμικού νομαδισμού, δίχως μόνιμη στέγη, με ανεπαρκείς πόρους, περιορισμένη χρηματοδότηση και ελάχιστο προσωπικό, ενώ συχνά το μέλλον του διακυβευόταν. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, ήταν ένα μουσείο εν τω γεννάσθαι.

Κι όμως, η Άννα επέμενε. Μέσα σε χρόνια αβεβαιότητας και ματαίωσης, συγκροτούσε τη συλλογή, ανέπτυσσε το πρόγραμμα και διαμόρφωνε την καλλιτεχνική και θεσμική ταυτότητα του Μουσείου. Παρέμεινε σταθερά προσηλωμένη στην πεποίθηση ότι η Ελλάδα χρειαζόταν ένα εθνικό ίδρυμα για τη σύγχρονη τέχνη -ένα χρόνιο αίτημα της καλλιτεχνικής κοινότητας της χώρας, ήδη από τη δεκαετία του 1970- και ότι, ένα τέτοιο ίδρυμα έπρεπε να οικοδομηθεί με σοβαρότητα, επιστημονικότητα και φιλοδοξία. Πολλά από όσα σήμερα μας φαίνονται, ίσως, δεδομένα ή αυτονόητα, εκείνα τα χρόνια κάθε άλλο παρά αυτονόητα ήταν.

Αυτός ήταν ο λόγος που το απότομο και σκληρό τέλος της σχεδόν δεκαπενταετούς θητείας της Άννας ως διευθύντριας έκανε τόση αίσθηση. Έπειτα από χρόνια αγώνων και, όταν πια είχαν ξεπεραστεί η νομαδική υπόσταση του μουσείου και η μακρά αναμονή για μια μόνιμη στέγη -το κτίριο του ΦΙΞ, που σήμερα είναι γνωστό ως ΕΜΣΤ-, δεν της δόθηκε η ευκαιρία να δει, επιτέλους, το όραμα, στο οποίο είχε αφιερώσει τόσο μεγάλο μέρος της ζωής της, να πραγματοποιείται. Ακριβώς τη στιγμή που το ίδρυμα άρχιζε να εκπληρώνει τις προϋποθέσεις για τις οποίες εκείνη είχε αγωνιστεί, η θητεία της ως διευθύντριας έφτασε στο τέλος της. Υπάρχει κάτι το βαθιά θλιβερό σε αυτήν την μη ολοκληρωμένη πορεία: ότι, όταν η πολυαναμενόμενη δυνατότητα ενός μόνιμου μουσείου έγινε επιτέλους πραγματικότητα, δεν δόθηκε η ευκαιρία στην ιδρύτριά του, η οποία είχε σηκώσει το βάρος της συγκρότησής του κατά τα δυσκολότερα χρόνια του, να αναλάβει τα ηνία του ή, αν μη τι άλλο, να τιμηθεί εγκαινιάζοντάς το επίσημα.

Εμείς οι άνθρωποι ξεχνάμε πολύ γρήγορα. Την επιτυχία την διεκδικούν πολλοί, ενώ οι δύσκολες και αβέβαιες απαρχές ενός ιδρύματος ξεμακραίνουν από το οπτικό μας πεδίο. Με την πάροδο του χρόνου, λησμονούμε τους ανθρώπους στους οποίους έχουμε οφειλή και τη δουλειά που κατέστησε εφικτά τα μεταγενέστερα επιτεύγματα. Μόλις ένα ίδρυμα αποκτήσει υπόσταση, ξεχνάμε εύκολα πόσο εύθραυστo ήταν το ξεκίνημά του, πόσο αβέβαιο φαινόταν κάποτε το μέλλον του και πόση εργασία, αποφασιστικότητα και επιμονή απαιτήθηκαν για τη δημιουργία του. Η επιτυχία ενός ιδρύματος μπορεί, παραδόξως, να επισκιάσει τους αγώνες εκείνων που το δημιούργησαν.

Σαν μια μικρή χειρονομία να αποτίσουμε φόρο τιμής και να εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας στην Άννα Καφέτση, αισθανθήκαμε ότι το λιγότερο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να δώσουμε το όνομά της στη βιβλιοθήκη του μουσείου, ώστε η μνήμη της να παραμείνει για πάντα χαραγμένη στο ίδρυμα, που η ίδια συνέβαλε να δημιουργηθεί. Και γιατί στη βιβλιοθήκη αντί για κάποιον άλλον χώρο του μουσείου; Η απάντηση είναι μάλλον προφανής. Η Άννα ήταν άνθρωπος των βιβλίων και της μελέτης. Ήταν άνθρωπος των γραμμάτων, αναγνώστρια και ιστορικός τέχνης, για την οποία η γνώση και η έρευνα ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες με την πρακτική της δημιουργίας εκθέσεων και της οικοδόμησης ενός ιδρύματος. Η βιβλιοθήκη είναι, επομένως, το τμήμα εκείνο του μουσείου, όπου φανταζόμαστε ότι θα ένιωθε περισσότερο σαν στο σπίτι της: περιτριγυρισμένη από βιβλία, ιδέες, έρευνα και τη συσσωρευμένη γνώση, μέσω της οποίας η τέχνη γίνεται κατανοητή και μεταδίδεται.

Είναι μια ταπεινή χειρονομία, αλλά φαίνεται να είναι η καταλληλότερη. Μια βιβλιοθήκη είναι, τελικά, ένας τόπος μνήμης. Διαφυλάσσει τα ίχνη εκείνων που σκέφτηκαν και έγραψαν πριν από εμάς και τα καθιστά διαθέσιμα σε εκείνους που έρχονται μετά. Δίνοντας στη βιβλιοθήκη το όνομα της Άννας, ελπίζουμε ότι οι μελλοντικές γενιές ερευνητών, επιμελητών, καλλιτεχνών και επισκεπτών θα γνωρίσουν το όνομά της και ίσως διερωτηθούν ποια ήταν, σε τι πίστευε και τι έκανε για να δημιουργηθεί αυτό το ίδρυμα.

Tο περιοδικό αυτό είναι ένας ακόμα φόρος τιμής. Συγκεντρώνει σκέψεις για το έργο, την προσωπικότητα της Άννας Καφέτση και για το ίδρυμα που πάλεψε να ιδρύσει, όχι απλώς για να κάνει μια αναδρομή, αλλά για να διασφαλίσει ότι η συνεισφορά της θα συνεχίσει να αποτελεί μέρος της ζωντανής ιστορίας του μουσείου. Αν σήμερα έχουμε ένα μουσείο που είναι ζωντανό, ενεργό και ακμάζον, με εκθέσεις, συλλογές, προγράμματα και δημόσια παρουσία, αν το ΕΜΣΤ υφίσταται ως εθνικός φορέας με μόνιμη στέγη, στο πολιτιστικό τοπίο της Αθήνας, αυτό, σε πολύ μεγάλο βαθμό, συμβαίνει χάρη στο όραμα, στην αποφασιστικότητα και την επιμονή της Άννας Καφέτση. Οφείλουμε όχι μόνο να την ευγνωμονούμε, αλλά και να τη θυμόμαστε. Η συνεισφορά της ανήκει στην ιστορία του ΕΜΣΤ και η βιβλιοθήκη που φέρει τώρα το όνομά της είναι η ελάχιστη διασφάλιση ότι η ιστορία αυτή θα μνημονεύεται.

Γράφω αυτές τις γραμμές μόλις λίγες μέρες μετά την ανακοίνωση ότι το ΕΜΣΤ έλαβε το Ευρωπαϊκό Βραβείο Μουσείων Τέχνης (European Art Museum Award), και δεν μπορώ παρά να νιώσω μια ιδιαίτερη θλίψη που η Άννα δεν είναι εδώ και δεν θα είναι μάρτυρας του πώς το ίδρυμα του οποίου ηγήθηκε τιμά τώρα την κληρονομιά της, συνεχίζοντας να αναπτύσσεται, να εξελίσσεται και να βρίσκει τη θέση του στο ευρύτερο ευρωπαϊκό μουσειακό τοπίο. Το βραβείο είναι, φυσικά, μια αναγνώριση για το Μουσείο, όπως είναι σήμερα, αλλά μας προσκαλεί επίσης να θυμηθούμε το μακρύ και δύσβατο μονοπάτι που το οδήγησε ως εδώ. Υπ’ αυτήν την έννοια, ίσως ο πιο ταιριαστός φόρος τιμής στην Άννα δεν είναι απλώς να θυμόμαστε όσα έκανε, αλλά να διασφαλίσουμε ότι το ίδρυμα, για τη δημιουργία του οποίου πάλεψε, θα συνεχίσει να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες με τις οποίες το ξεκίνησε εκείνη.

 

 

ABOUT THE AUTHOR

Η Κατερίνα Γρέγου είναι ιστορικός τέχνης, επιμελήτρια και εκπαιδευτικός. Σήμερα είναι καλλιτεχνική διευθύντρια του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ), στην Αθήνα. Έχει επιμεληθεί πολυάριθμες μεγάλης κλίμακας διεθνείς εκθέσεις και μπιενάλε, μεταξύ των οποίων την 1η Διεθνή Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης της Ρίγας (Λετονία, 2018), τη 5η Μπιενάλε της Θεσσαλονίκης (Ελλάδα, 2015), τη Διεθνή Μπιενάλε του Γκέτεμποργκ (Σουηδία, 2013), τη Manifesta 9 (Βέλγιο, 2012), το 4ο Φωτοφεστιβάλ Μάνχαϊμ – Λουντβιγκσχάφεν – Χαϊδελβέργη (Γερμανία, 2011). Έχει, επίσης, επιμεληθεί τρία εθνικά περίπτερα στην Μπιενάλε της Βενετίας –της Κροατίας (2019), του Βελγίου (2015) και της Δανίας (2011)–, τα οποία έλαβαν εξαιρετικές κριτικές. Επιπλέον, έχει επιμεληθεί εκθέσεις για πολλά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων το Reina Sofia Museum στη Μαδρίτη, την Akademie der Kunst στο Βερολίνο, το BOZAR στις Βρυξέλλες, το Central Museum στην Ουτρέχτη, το Museum für Neue Kunst στο Φράιμπουργκ, την Kunsthalle στο Ταλίν και την La Kunsthalle στη Μιλούζ. Κείμενά της φιλοξενούνται τακτικά σε βιβλία, καταλόγους εκθέσεων, περιοδικά και μονογραφίες καλλιτεχνών, ενώ έργα της έχουν εκδοθεί από πολλούς μεγάλους εκδοτικούς οίκους, όπως οι Yale University Press, Duke University Press, Hatje Cantz, JRP Ringier, Phaidon, Mousse και Distanz, μεταξύ άλλων.