2024
ΑρχεΙΟ-ποιηση (Arc-HIV-ing) - Σκηνες σε εξελιξη
AIDS Memorial Quilt, 2002. Golden Gate Park, Σαν Φραντσίσκο. Ευγενική παραχώρηση AIDS Memorial.
1
Τον Μάρτιο του 2023, σε μια από τις εκδηλώσεις που διοργάνωσε η Élisabeth Lebovici στο πλαίσιο της μεγάλης έκθεσης για την τέχνη και τον HIV στο Palais de Tokyo στο Παρίσι, βρέθηκα ξανά να περιδινούμαι σ’ ένα έντονο αρχειακό παρόν. Στη συγκεκριμένη εκδήλωση, που ήταν μία της σειράς εκδηλώσεων με τίτλο «Les Pointes perché·es», η Lebovici είχε προσκαλέσει τα μέλη της φεμινιστικής κολεκτίβας fierce pussy. Με μέλη τις Nancy Brooks Brody, Joy Episalla, Zoe Leonard και Carrie Yamaoka, οι fierce pussy συμμετείχαν ενεργά στον ακτιβισμό κατά του AIDS στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του 1990, και αυτή τους η εμπειρία διαμόρφωσε ποικιλοτρόπως τόσο την κολεκτίβα τους όσο και τη μορφή της δουλειάς της καθεμιάς τους. Η ιστορία των fierce pussy είναι από μόνη της ένα μεγάλο κεφάλαιο στην τέχνη ενάντια στο AIDS, και στη συγκεκριμένη εκδήλωση τα μέλη της κολεκτίβας, το ένα μετά το άλλο, άρχισαν να μιλούν, αναστοχαστικά και χαμηλόφωνα, για μια περίοδο κατά την οποία το να κάνεις τέχνη, το να φροντίζεις φίλους, να δρας συλλογικά και να επανεξετάζεις την έννοια της αναπαράστασης και της αντιπροσώπευσης, πολιτικά και καλλιτεχνικά, υπήρξαν δραστηριότητες αλληλένδετες. Γνωρίζω τούτη τη φωνή. Την έχω στο παρελθόν ξανακούσει – όποια αποθησαυρίζει προφορικές ιστορίες από την επιδημία του HIV/AIDS ή έχει βρεθεί σε παρόμοιες δημόσιες εκδηλώσεις, γνωρίζει αυτόν τον τρόπο ομιλίας, αποφασιστικό στην κατάθεση της μαρτυρίας, αλλά και προσεκτικό, χαμηλότονο, με επίγνωση των τεράστιων διαστάσεων μιας ιστορίας που δεν λέγεται ποτέ ολόκληρη.
Exposé-es, 2023, άποψη έκθεσης Palais de Tokyo, Παρίσι. Ευγενική παραχώρηση Palais de Tokyo.
2.
3. 4. Les Pointes perché·es, 2023. 5 συζητήσεις με συντονισμό από την Élisabeth Lebovici και τον François Piron. Palais de Tokyo. Φωτογραφία: Quentin Chevrier
Ωστόσο, αυτό που θέλω να μοιραστώ ήταν κάτι που συνέβη αφού τα μέλη των fierce pussy είχαν αρχίσει να μιλούν. Μια κολεκτίβα νέων καλλιτεχνών άρχισε τότε να ζωγραφίζει με χρωματιστές κιμωλίες στους τοίχους γύρω από το κοινό, μια οπτική αναπαράσταση όσων ακούγαμε, αλλά και της ίδιας της εκδήλωσης. Ζωγράφιζαν τις ομιλήτριες αλλά και εμάς που ακούγαμε, κατέγραφαν τα λόγια των ομιλητριών, αξιομνημόνευτες φράσεις, τους γνωσιακούς χάρτες των ιστοριών που μοιράζονταν, πληροφορίες, εικόνες ή πρόσωπα, ονόματα συνδεδεμένα με άλλα ονόματα. Επειδή η επιφάνεια του τοίχου ήταν περιορισμένη, πού και πού έσβηναν προηγούμενα σχέδια για να τα αντικαταστήσουν με νέες πληροφορίες.1 Ξαφνικά, βρεθήκαμε περικυκλωμένες από ένα πλέγμα εικόνων και λέξεων, ένα παλίμψηστο αναμνήσεων και γεγονότων. Καθώς οι αναφορές πολλαπλασιάζονταν, και νέα σχέδια άρχισαν να σχεδιάζονται πάνω στα προηγούμενα, κι άλλα πάνω σε αυτά, τούτη η τοιχογραφία γινόταν κάτι περισσότερο από μια δημιουργική αντίδραση στις ομιλίες. Μέσα σ’ αυτήν βρισκόμασταν εμείς οι ίδιες, έκπληκτες, κοιτάζοντας ένα παλίμψηστο να ξεδιπλώνεται μπροστά μας, έχοντας πλήρη επίγνωση του βάθους του, της ευρύτητάς του, καθώς και της επισφάλειας και της παροδικότητάς του. Δεν μας μιλούσαν για το Αρχείο του HIV, μετείχαμε σε μια άσκηση μορφής και περιεχομένου μέσα σε αυτό. Δεν παρακολουθούσαμε απλώς την οπτικοποίηση συγκεκριμένων πληροφοριών, αλλά μυούμασταν σε μια πρακτική. Ελλείψει μιας καλύτερης λέξης, θα ήθελα να ονομάσω αυτή την πρακτική αρχεΙΟ-ποίηση (ArcHIVing).
2
Στο δοκίμιό της «Pictures from an Epidemic» [«Σκηνές από μια επιδημία»], η καλλιτέχνης και ακτιβίστρια Mary Patten ανατρέχει στις οργανωμένες δράσεις για τις οποίες έγινε διάσημη η ACT UP, η θρυλική ακτιβιστική οργάνωση κατά του AIDS. Η Patten έχει δίκιο όταν λέει ότι: «Η ACT UP δεν αναγνώριζε πάντα τους προγόνους του κοινωνικού μας κινήματος. Η άμεση δράση, το θέατρο του δρόμου και η ευρηματική χρήση των τεχνολογιών της επικοινωνίας δεν “εφευρέθηκαν” όμως από εμάς. Η ACT UP κληρονόμησε πολλά από το κίνημα για τη γυναικεία χειραφέτηση, από αυτό για τα πολιτικά δικαιώματα, από το Black Power και από το κίνημα κατά του απαρτχάιντ – που κάθε ένα τους πέτυχε, για μικρό χρονικό διάστημα, να ανατρέψει τις κατεστημένες πρακτικές, το business-as-usual, αναπτύσσοντας τη ρητορική του προσωπικού μετασχηματισμού και της κοινωνικής επανάστασης, οπτικοποιώντας μια κυριολεκτική στροφή, ένα γύρισμα “τα μέσα έξω”, μέσω διαδηλώσεων, μιντιακών θεαμάτων και αγώνων για την απόκτηση εξουσίας».2
Μέσω της αφομοίωσης και της επινόησης, εξηγεί η Patten, «η ACT UP δημιούργησε ένα θέατρο των σωμάτων μας στη δημόσια σφαίρα, μεταστρέφοντας το θέαμα του AIDS. Η συνεισφορά μας ήταν να διαρρήξουμε τους διαχωρισμούς μεταξύ “ιδιωτικής” και “δημόσιας” ζωής, μεταξύ του σώματός μας, της σεξουαλικότητάς μας, των επιθυμιών μας και του κοινωνικού/πολιτικού εαυτού μας».3
Διαβάζω αυτή την πολύ γνωστή ιστορία και δεν μπορώ να πάψω να σκέφτομαι το πώς θα μπορούσε κανείς σήμερα να θέσει μια παρόμοια ερώτηση, εστιάζοντας, αυτήν τη φορά, στην κληρονομιά που μας έχει αφήσει ο ακτιβισμός κατά του AIDS: πόσα οφείλει η σημερινή ριζοσπαστική πολιτική δράση και ο ακτιβισμός γενικά –είτε το αναγνωρίζουν είτε όχι– στον παλιό ακτιβισμό κατά του AIDS; Αρκεί να σκεφτούμε τους αγώνες για νέες μορφές πολιτειότητας και συμπερίληψης, για τη δημοκρατική βιοπολιτειότητα και τα δικαιώματα των ασθενών, για την ισότητα των φύλων και τη σεξουαλική ταυτότητα. Τι μας δίδαξε ο HIV/AIDS και ο κοινωνικοπολιτισμικός και κοινοτικός αγώνας ενάντια στον ιό και το στίγμα του; Ή, για να θυμηθούμε τη φράση της Élizabeth Lebovici στον τίτλο του εξαιρετικού βιβλίου της, τι μας έκανε το AIDS;4
Φυσικά, η απάντηση δεν μπορεί να είναι μία ή στενή. Μπορεί να εξελίσσεται, με τρόπο σχεδόν παιδαγωγικό – όπως στην περίπτωση της γαλλικής ταινίας 120 bpm (120 χτύποι το λεπτό), σε σκηνοθεσία Robin Cabillo, 2017, που αφηγείται στιγμιότυπα από την ιστορία της γαλλικής ACT UP. Ο σκηνοθέτης ανασύστησε, σκηνή σκηνή σχεδόν, διάσημες εικόνες, παρεμβάσεις, εμφανίσεις στα ΜΜΕ και διαδηλώσεις της ACT UP στο Παρίσι. Για να το κάνει αυτό, χρησιμοποίησε τις αναμνήσεις του και τις αναμνήσεις της κοινότητάς του, στοίβες από επίσημα και ανεπίσημα αρχεία, αλλά και, το σημαντικότερο ίσως, μια ομάδα ηθοποιών, πολλές και πολλοί εκ των οποίων συμμετείχαν (ή ήταν έτοιμες να συμμετάσχουν) σε σύγχρονους πολιτικούς αγώνες για τη μνήμη, τη δικαιοσύνη και την ταυτότητα. Η αναπαράσταση σκηνών από το παρελθόν πήρε έτσι τη μορφή μιας επανεκπαίδευσης σε ένα σύγχρονο «θέατρο των σωμάτων», παρόμοιο με εκείνο που είχε δημιουργήσει η ACT UP στο παρελθόν. Και δεν είναι τυχαίο ότι αρκετές πρόσφατες αρχειακές πρωτοβουλίες με θεματική LOATKI+ στη Γαλλία και αλλού αναφέρουν την κυκλοφορία της ταινίας αυτής ως μια κομβική στιγμή έμπνευσης και ανανέωσης του ενδιαφέροντος για τα αρχεία και τη μνήμη του AIDS.
Η διερεύνηση του τι οφείλουμε σήμερα στον ακτιβισμό κατά του AIDS μπορεί, επίσης, να είναι μια πρόσκληση στις διασταυρώσεις της αυτοβιογραφικότητας. Παρακολουθώντας το υπέροχο ντοκιμαντέρ για τον ακτιβιστικό αγώνα της Nan Goldin κατά των οπιοειδών στην Αμερική, All the Beauty and the Bloodshed [Όλη η ομορφιά και η αιματοχυσία, σκην. Laura Poitras, 2022], αντιλαμβανόμαστε τη σημασία μιας ζωής αφιερωμένης στον ακτιβισμό κατά του AIDS, καθώς και τον ρόλο της τέχνης στον αγώνα αυτόν. Η Goldin μοιράζεται αυτή την (προηγούμενη) εμπειρία της με τους τωρινούς της συντρόφους, όμορφα, μεταξύ λόγων και δράσεων (ή, ορισμένες φορές, μέσα από την κουρασμένη, αλλά αποφασιστική παρουσία και στάση της), σε αυτόν τον νέο αγώνα για τα δικαιώματα των ασθενών, για τη βιοπολιτειότητα (biocitizenship) και τη δεοντολογία των πολιτιστικών ιδρυμάτων.
Η απάντηση στο τι οφείλουμε στον αγώνα κατά του HIV/AIDS μπορεί, επίσης, να είναι εκρηκτική και εκρηκτικά μετωνυμική, με καίριο τρόπο. Όπως συνέβη στις ευρείας κλίμακας κινητοποιήσεις μετά τη δολοφονία του τρανσκουίρ ακτιβιστή και γνωστού ακτιβιστή κατά του AIDS Ζακ Κωστόπουλου/Zackie Oh, στην Αθήνα το 2018. Ξαφνικά, ενώ σιωπηλές αγρυπνίες, καθιστικές διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις-παραστάσεις δρόμου οργανώνονταν σχεδόν καθημερινά εκείνο τον Οκτώβριο στην Αθήνα (και επαναλήφθηκαν συχνά τα επόμενα χρόνια), ενώ νέα στένσιλ (γκράφιτι) γέμιζαν την Αθήνα εν μία νυκτί, η σύνδεση με μια συγκεκριμένη παράδοση, του ακτιβισμού κατά του AIDS, δεν συζητήθηκε, δεν διερευνήθηκε. Ήταν εκεί, ως δεδομένη, ως κληρονομιά όχι μόνο του θρηνούμενου ατόμου, αλλά κυρίως της ατρόμητης πολιτικής του στάσης.5
Αυτό που αποκαλώ αρχεΙΟ-ποίηση (ArcHIVing) συνίσταται από παρόμοιες πρακτικές, από όλες αυτές τις διαπαιδαγωγήσεις, όλες αυτές τις εμβυθίσεις στην πλούσια ιστορία του HIV/AIDS, όλες αυτές τις κοινοτικές και μαχητικές σκέψεις για το τι μας έκανε το AIDS.
3
Η Patten, στο άρθρο της στο οποίο αναφέρθηκα εκτενώς προηγουμένως, περιλαμβάνει ένα έργο της ως εικονογράφηση. Είναι ένα έργο του οποίου την ευθύτητα και την απλότητα βρίσκω καθηλωτικά συγκινητικές. Ένα μαύρο δερμάτινο σημειωματάριο, ανοιγμένο σε δύο σελίδες, που στην αρχή νομίζεις ότι είναι άδειες, κενές. Μόνο που, μόλις κοιτάξεις πιο προσεκτικά, συνειδητοποιείς ότι είναι ολόκληρες περασμένες με λευκό διορθωτικό. Αυτές οι σελίδες πρέπει να περιείχαν διευθύνσεις και αριθμούς τηλεφώνων, ονόματα ανθρώπων, τα οποία είχαν πλέον όλα σβηστεί, αφότου οι άνθρωποι αυτοί έφυγαν από τη ζωή. Ο τίτλος και η περιγραφή του έργου το περιγράφουν καλύτερα.
Mary Patten, Χωρίς τίτλο (ονόματα και διευθύνσεις), 1994, ατζέντα με διαγραμμένες διευθύνσεις με διορθωτικό υγρό, 22,86 x 16.51 εκ. (ανοιχτή), © Mary Patten
Πρόκειται για ένα μνημείο για τους φίλους και τους γνωστούς που χάθηκαν, αλλά και για τα κενά, τις ανοιχτές τρύπες δεδομένων, που άφησε η απώλεια του ενδιαφέροντος, το σβήσιμο αρχείων, οι αναπόφευκτες περιοριστικές ταξινομήσεις στα υφιστάμενα αρχεία. Η Patten το εξηγεί με τον πιο παραστατικό τρόπο: «Μετά από μια περίοδο μόλις έξι ή επτά ετών, μια ολόκληρη ζωή για πολλές από εμάς (σε συμπύκνωση), η πραγματική εξαφάνιση τόσων πολλών φίλων, εραστών και ατόμων της κοινότητας μας –οι οποίοι προστέθηκαν στον αυξανόμενο με τρομακτικό ρυθμό αριθμό των νεκρών– άρχισε να συντείνει στο σβήσιμο των εικόνων μας από τα ΜΜΕ. Χαθήκαμε από προσώπου γης. Αυτό δημιούργησε άλλη μία τρύπα ανάμεσά μας, άλλον έναν κενό χώρο – έμενε πραγματικά από εμάς μόνο ένα περίγραμμα από κιμωλία».6
Πώς αρχειοθετείς αυτόν τον κενό χώρο, αυτό το χάσμα; Πώς να ξεθάψεις τις χαμένες πληροφορίες; Πώς μπορείς να φέρεις ξανά στο προσκήνιο μια πλούσια ιστορία; Παρόμοιες ερωτήσεις γράφω στο σημειωματάριό μου εδώ και αρκετό καιρό, αν και αναφορικά με μία πολύ πιο πρόσφατη περίοδο, αναφορικά με ένα πολύ πιο τοπικό πλαίσιο, και σε διαφορετικές συνθήκες. Τα τελευταία τρία χρόνια, μαζί με μια ομάδα συναδέλφων μου, σε συνεργασία με τη Θετική Φωνή, τον Σύλλογο Οροθετικών Ελλάδος, συμμετέχουμε σε ένα έργο που ονομάζουμε «Ένα πολιτικό αρχείο για το HIV/AIDS στην Ελλάδα».7 Στόχος μας ήταν πρώτα και κύρια να εστιάσουμε εκ νέου στην κοινωνική, πολιτική και κοινοτική ιστορία του HIV/AIDS στην Ελλάδα και, όταν είναι εφικτό, να γεμίσουμε τα κενά αυτής της ιστορίας στη δημόσια σφαίρα. Αυτό που προσπαθούμε να συγκροτήσουμε είναι ένα αρχείο τεχνουργημάτων, αναμνηστικών και άλλου υλικού, ένα αποθετήριο προφορικών ιστοριών, και να διοργανώσουμε μια σειρά από δημόσιες εκδηλώσεις που θα λειτουργήσουν οι ίδιες ως μια διαρκής πλατφόρμα για να θυμόμαστε, να καταγράφουμε και να αρχειοποιούμε. Ο λόγος που το ονομάσαμε «πολιτικό αρχείο» συνδέεται τόσο με τη δυσκολία αυτού του εγχειρήματος όσο και με τον αντίκτυπό του στην κοινωνική ταυτότητα στην Ελλάδα σήμερα.
Αthens Pride, στη συμπλήρωση των 40 ετών απ’ την έναρξη της επιδημίας του HIV, Θετική Φωνή, Σύλλογος Οροθετικών Ελλάδας. Φωτογραφία:Βλάσης Χρυσόπουλος
Δουλεύοντας σε αυτό το έργο στην Ελλάδα, νιώθεις συχνά σαν να αρχειοθετείς τη σιωπή∙ το ανέφικτο (και το απολεσθέν) υλικό∙ τη λογοκρισία. Έτσι, σε μια πρόσφατη μελέτη για τα εικαστικά έργα, τις επιτελέσεις και τις θεατρικές παραστάσεις που σχετίζονται με τον HIV στην Ελλάδα, ξεκινήσαμε απαριθμώντας το χαμένο υλικό που εντοπίσαμε – χαμένο ενώ το γνωρίζαμε, το είχαμε δει, ή υλικό που γνωρίζουμε απλώς ότι δεν υπάρχει πια και δεν θα δούμε ποτέ. Ονομάσαμε τη μελέτη «Η λογοκρισία ως πολιτισμική ιστορία», και υποστηρίζουμε τη σημασία του να μιλάμε ακόμα και για αυτά που λείπουν, για επιτελέσεις που δεν άφησαν ένα «πλήρες» αρχειακό αποτύπωμα, φωτογραφίες που καταστράφηκαν βίαια, ημερολόγια που δεν είδαν ποτέ το φως της δημοσιότητας. Όλο αυτό το έργο της επανεστίασης, ακόμα κι αν σημαίνει ότι εστιάζουμε σε κενά, σιωπές και φαντάσματα, συνιστά, εν προκειμένω, μια πολύ ισχυρή κοινωνικοπολιτισμική ιστορία.8 Μπορεί να είναι μια ιστορία όσων δεν διαθέτουμε (παραδείγματος χάρη, στην Ελλάδα δεν έγινε ποτέ κάποια σημαντική ταινία για την εμπειρία των πρώτων δεκαετιών της επιδημίας). Μπορεί, όμως, επίσης, να είναι μια ιστορία των κενών, που τα ίδια προεικονίζουν τους ποικίλους διαφορετικούς, περίεργους, εναλλακτικούς και ευρηματικούς τρόπους για να τα γεμίσουμε.9 Αξίζει κανείς να επαγρυπνεί και να είναι έτοιμος να ρίξει στη μάχη «ασυνήθιστες μορφές τήρησης αρχείων, ανα-καλώντας χαμένους καλλιτέχνες, […] τεχνητά αναπληρώματα, οπτικά παρένθετα, δίκτυα αντικειμένων και διάσπαρτα θραύσματα».10
Πώς κάνεις αρχεΙΟ-ποίηση όταν βρίσκεσαι αντιμέτωπη με τη σιωπή, το ανέφικτο, το αν-αρχείο; Για την απάντηση, θα μπορούσαμε να ανατρέξουμε εκ νέου στην ατζέντα της Mary Patten, με το σβησμένο, υπό διαγραφή ή επιχρωματισμένο περιεχόμενο. Διότι θα μπορούσαμε, προφανώς, να δούμε αυτή την ατζέντα, και μαζί της ολόκληρο το αρχείο του HIV/AIDS, ως ένα παλίμψηστο: ξύνοντας τη λευκή «κενή» επιφάνεια βρίσκεις από κάτω ονόματα, εμπειρίες, αναμνήσεις, ζωές, συντροφικότητα. Μπορείς, επίσης, να το δεις, όπως και τη «διορθωμένη» ατζέντα, ως μια χειρονομία ΑρχεΙΟ-ποίησης των κενών: επισήμανση της πράξης της αφάνισης, μνημόνευση των απωλειών, αλλά και υπογράμμιση της αποσιώπησης, του κουκουλώματος, των διαγραφών, και, ταυτόχρονα, ως προσπάθεια κατανόησης της κοινωνικής τους παραγωγής. Και τέλος, κι είναι εξίσου σημαντικό, το αρχείο του HIV/AIDS, όπως κάθε κείμενο που έχει περαστεί με λευκό διορθωτικό, μπορούμε να το δούμε ως μια συνεχή πρόσκληση να το γεμίσουμε, ένα επιτελεστικό «για να (ξανα)γραφτεί», μια ανοιχτή πρόκληση να προσθέσουμε σ’ αυτό, να το αποκαταστήσουμε, να το επισκευάσουμε και να το ανακατασκευάσουμε.
4
Το ζήτημα του αρχείου δεν εξαφανίστηκε ποτέ από την κουλτούρα του HIV/AIDS, ήταν εκεί εξαρχής. Οι μεγαλύτερες οργανώσεις που αγωνίζονταν ενάντια στον ιό και το στίγμα του, στις μητροπόλεις της Δύσης τουλάχιστον, είχαν συχνά ως σαφή τους στόχο την αρχεΙΟ-ποίηση (από μεταγραφές συνεντεύξεων έως σημειώσεις ακτιβιστών, από επιστολές έως στοιχεία κάποιας εκδήλωσης, από μια συνάντηση έως μια συλλογή υπογραφών, από ένα άρθρο έως μια φωτογραφία ή ένα αντικείμενο).11 Οι καλλιτέχνιδες ακολούθησαν το παράδειγμα αυτό στη δική τους δουλειά για το AIDS, και χρησιμοποίησαν το αρχείο ως μορφή, μέθοδο και παρακαταθήκη πληροφοριών. Ο Roger Halas έχει τεκμηριώσει, με ιδιαίτερα επιδραστικό τρόπο, το πώς «από την ώρα της αρχικής τους παραγωγής και έκθεσης, τα καλλιτεχνικά κουίρ έργα για το AIDS διατύπωσαν την επείγουσα πολιτική και ψυχολογική ανάγκη της παρούσας στιγμής, μέσα από μια περίπλοκη ενασχόληση με αρχεία, τα οποία καλύπτουν ένα μεγάλο φάσμα, από το προσωπικό και το τοπικό έως το δημοφιλές και το επίσημο».12 Δεν μπορεί κανείς να ξεχάσει εδώ ότι μερικές από τις πιο σημαντικές μνημολογικές/αγωνιστικές παρεμβάσεις του ακτιβισμού κατά του AIDS έλαβαν τη μορφή αρχειακών επιτελέσεων, με τις «κουβέρτες της μνήμης για το AIDS» (AIDS memorial quilts) να αποτελούν ένα τέτοιο παράδειγμα (όπως η τεράστια AIDS memorial quilt που εκτέθηκε τον Οκτώβριο του 1987, στην Ουάσιγκτον).
2.3. AIDS Memorial Quilt, 2002. Golden Gate Park, Σαν Φραντσίσκο. Ευγενική παραχώρηση AIDS Memorial
Αυτή η αίσθηση ότι το αρχείο έχει εξαρχής συγκροτηθεί, θα πρέπει, φυσικά, να ιδωθεί τόσο από τη σκοπιά της ριζοσπαστικότητάς της όσο και από αυτήν της επισφάλειάς της. Υπάρχουν πολλά που έχουν χαθεί, υπάρχουν πολλές προσωπικές συλλογές που παραμένουν χαμένες ή αποκηρυγμένες, υπάρχουν αμέτρητα αρχεία που έχουν καεί, διασκορπιστεί, καταστραφεί – ειδικά αν κοιτάξουμε πέρα από τον κόσμο του ακτιβισμού ή πέρα από τις μεγάλες πόλεις της Δύσης ή πιο βαθιά σε μειονοτικές και διασταυρωτικά περιθωριοποιημένες και ελλιπώς τεκμηριωμένες ομάδες.
Στην Ελλάδα, παραδείγματος χάριν, μείζονες ακτιβιστικές πρωτοβουλίες και οργανώσεις δεν έχουν κληροδοτήσει κάποιο συγκροτημένο αρχείο, και δίνεται αγώνας σε όσες υπάρχουν ακόμα για να πειστούν να αναπτύξουν μια πιο σαφή αρχειακή πολιτική. Επιπλέον, αυτή η προσπάθεια, τώρα, αποκαλύπτει, σε πολλές περιπτώσεις, τις τεμνόμενες και πολλαπλές προκλήσεις που θέτει μια τέτοια πρωτοβουλία και, ακόμα πιο σημαντικό, επισημαίνει τα τεράστια κενά ακόμη και στις προσπάθειές μας να ανακατασκευάσουμε ένα αρχείο του παρελθόντος. Στο επίπεδο της προστασίας των προσωπικών συλλογών, η κατάσταση είναι συχνά ακόμα χειρότερη. Με τον συνάδελφό μου Γιώργο Σαμπατακάκη δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τη στιγμή που μας έδειξαν ένα μοναδικό σύνολο από χαρτιά, αναμνηστικά, φωτογραφίες και ημερολόγια ενός διάσημου Έλληνα κουίρ ποιητή, ο οποίος υπέκυψε από επιπλοκές του HIV/AIDS το 1991, αν και ο λόγος θανάτου δεν ομολογήθηκε ποτέ ρητά. Το υλικό ήταν συγκλονιστικό, επειδή ακριβώς δεν είχαμε ξαναδεί καμία παρόμοια συλλογή, στα ελληνικά, από εκείνη την περίοδο. Περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, τα ημερολόγια του ποιητή από το νοσοκομείο κατά τον τελευταίο χρόνο της ζωής του, καθώς και επιστολές που ανταλλάχθηκαν μέσω ενός διεθνούς δικτύου S&M κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, όπου αναμειγνύονταν τεχνολογίες της επιθυμίας και της υποταγής με πληροφορίες (και συχνά παραπληροφόρηση) για την ασθένεια.
Αυτή η συλλογή πολύτιμων και ποικίλων κειμένων και αντικειμένων ήταν, ωστόσο, επίσης εν μέρει κατεστραμμένη, κομματιασμένη, κακοποιημένη. Ο συλλέκτης που μας την παρουσίαζε άρχισε να μας εξηγεί εκτενώς πώς την πέταξε η οικογένεια του ποιητή (ή/και την έκλεψε κάποιος από το σπίτι της οικογένειας), καθώς «δεν ήθελαν να έχουν καμία σχέση με αυτήν» και θα ήθελαν να καταστραφεί αυτό το υλικό, ούτως ή άλλως. Αφού ο ίδιος «τη διέσωσε», μας εξήγησε, θα ήθελε τώρα να πουλήσει αυτά τα χαρτιά και τα αντικείμενα, έναντι ενός πολύ υψηλού τιμήματος. Από εμάς ήθελε να επιβεβαιώσουμε τη σπουδαιότητα αυτού του αρχείου, για να υπερτιμολογήσει έπειτα τη σπανιότητα αυτού που εκπροσωπούσαν. Νιώσαμε τόσο άβολα, κρίναμε τόσο ηθικά επιλήψιμο αυτό το παζάρι, που αποφασίσαμε να αποχωρήσουμε, και να περιγράψουμε αυτά που είχαμε μόλις δει ως αρχείο-φάντασμα, ως ένα αρχείο που πιθανώς δεν θα έρθει ποτέ (ξανά) στο φως, ως ένα αρχείο που θα πρέπει να αρχειοθετηθεί ως υπάρχον και απολεσθέν συγχρόνως.
Ασφαλώς, η αβεβαιότητα όσον αφορά την κατάσταση των αρχείων που σχετίζονται με το AIDS είναι γενικότερη. Ακόμα και η πολύ σχολαστική και πολύ προσεκτική με το αρχειακό της υλικό ACT UP-Paris, το γαλλικό παράρτημα της οργάνωσης που ιδρύθηκε το 1989 από τον δημοσιογράφο Didier Lestrade, συνειδητοποίησε στη δεκαετία του 2000 ότι το μέλλον του αρχείου της ήταν αβέβαιο. Οι πόροι για τη συντήρησή του ήταν ελάχιστοι και από το 2014 η κατάσταση επιδεινώθηκε, καθώς η οργάνωση έπρεπε να μετακομίσει από τα θρυλικά γραφεία της στο 11ο διαμέρισμα του Παρισιού. Αποφασίστηκε τότε να δωρηθεί το αρχείο στα Εθνικά Αρχεία του κράτους (Archives Nationales). Πολύ γρήγορα όμως έγινε αντιληπτό ότι κομμάτια της συλλογής, κυρίως αντικείμενα και χειροτεχνήματα ή έργα τέχνης, δεν μπορούσαν να διατηρηθούν στα Archives Nationales. Τα κεντρικά κρατικά αρχεία δεν ήταν φτιαγμένα για να περιέχουν αυτού του είδους την εμπειρία, τη γνώση, τη μνήμη της κοινότητας και την αρχειακή αυτοοργάνωση όλων αυτών. Το παράδειγμα είναι σημαντικό και για το τι συνέβη στη συνέχεια: αφενός η ACT UP-Paris και μια συλλογικότητα που οργανώθηκε επί τούτου με το όνομα «Les balayeuses archivistiques LGBT» [ΛΟΑΤΚΙ συνεργείο αρχειακού καθαρισμού και τακτοποίησης] συνέλεξε όλα αυτά τα μικροαντικείμενα, τα μπλουζάκια, τις σφυρίχτρες, τις κονκάρδες, τις αφίσες, τα πανό, τα οποία είχαν κρατηθεί με τέτοια επιμέλεια ως τότε και ήταν σημαντικά για την ιστορία της ACT UP, αλλά παραλίγο να χανόντουσαν. Αποφάσισαν να δωρίσουν λοιπόν αυτά τα «πλεονάζοντα» αρχεία στο Mucem, το Μουσείο Πολιτισμού της Ευρώπης και της Μεσογείου (Mucem), και η συλλογή αυτή έγινε το επίκεντρο της κεντρικής έκθεσης του Mucem το 2021 για το AIDS με τίτλο «SIDA, L’Épidemie n’est pas finie» («AIDS, Η επιδημία δεν έχει τελειώσει»).13 Αφετέρου, το θέμα του παραλίγο «αρχειακού ατυχήματος» με το υλικό της ACT UP, έγινε πηγή έμπνευσης και ουσιαστικά ήταν αυτό που συνέβαλε στη δημιουργία της συλλογικότητας «Collectif Archives LGBTQI» στο Παρίσι. Η τελευταία έχει έναν πολύ ξεκάθαρο στόχο, να οργανώσει ένα κοινοτικοκεντρικό κουίρ αρχείο, ιδιαίτερα ευαίσθητο σε παρόμοιες αρχειακές παρεκκλίσεις και την αδυναμία της κεντρικής αρχειακής διοίκησης να τις κατανοήσει. Η συλλογικότητα έχει στόχο να προστατέψει αυτές τις αρχειακές παρεκκλίσεις, δίνοντας συγχρόνως στην εμπλεκόμενη κοινότητα τον χώρο να οργανώσει η ίδια μορφές γνώσης, ιστορίας και κοινοτικής μνήμης για το μέλλον.
Σκέφτομαι συχνά, παράλληλα μ’ αυτές τις ιστορίες, την περίπτωση του σκηνοθέτη, βιντεοκαλλιτέχνη και εξαιρετικού αυτοβιο-ακτιβιστή Lionel Soukaz. Ο Soukaz, ένα πολύ δημιουργικό μέλος της παρισινής κουίρ κοινότητας των δεκαετιών του 1970 και του 1980, άρχισε να καταγράφει εξαντλητικά τη ζωή του σε VHS, μεσούσης της κρίσης του AIDS. Το αποτέλεσμα είναι 2.000 ώρες μαγνητοσκόπησης σε κασέτες (ανάμεσά τους λήψη με τη βιντεοκάμερα φωτογραφιών polaroid, αντικειμένων, χαρτιών, αποδείξεων, ιατρικών σημειωμάτων, γνωματεύσεων, εξετάσεων κτλ.). Το μαγνητοσκοπημένο υλικό τελικά δωρίστηκε στη Γαλλική Εθνική Βιβλιοθήκη (BNF), όπου έχει ψηφιοποιηθεί και αποδελτιωθεί. Μέρος των βιντεοταινιών έχει μονταριστεί σε διάφορα έργα για συγκεκριμένο θέμα ή πρόσωπο (με πιο γνωστή την ταινία RV το 1994, με αφορμή τον θάνατο του εραστή του Soukaz Hervé Couergou) και αποτέλεσαν τη βάση μουσειακών εικαστικών εγκαταστάσεων (μεταξύ των οποίων και μιας επιβλητικής αίθουσας στο Palais de Tokyo στην έκθεση του 2023). Μιλώντας επ’ ευκαιρία της τελευταίας, ο Soukaz και ο επιμελητής των βιντεοκασετών του Stephane Gérard ήρθαν σε αμηχανία όταν ρωτήθηκαν εάν θεωρούν όλο αυτό το υλικό «ένα ενιαίο έργο τέχνης (ένα œuvre) ή αρχείο». Μπορεί, φυσικά, να χρησιμοποιηθεί σε νέες συνθέσεις προκειμένου να δημιουργηθούν θεματικώς επικεντρωμένα έργα, είπε ο Soukaz. Συγχρόνως, όμως, όλο αυτό το οπτικό αρχείο είναι ένα σύνολο, ένα υλικό που δείχνει την ισχυρή επιθυμία για τεκμηρίωση και μνήμη. «Είναι ένα οπτικό ημερολόγιο που πρώτα και κύρια αποτελεί ένα όλον: 2.000 πάνω κάτω ώρες της ζωής μου, μια υποστασιοποίηση των αναμνήσεών μου». Αυτές οι εικόνες είναι εκεί, και έχουν παραχθεί μαζί με όσες και όσους (κάποιους για χρόνια ήδη νεκρούς) εμφανίζονται σε αυτές. Δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει το πόσο πολύτιμες είναι αυτές οι εικόνες, λέει ο επιμελητής Gérard. Είναι «σαν μια υπόσχεση – μια υπόσχεση που ήταν πολύ σημαντικό να τηρηθεί».14
ΑρχεΙΟ-ποίηση (ArcHIVing) σημαίνει επίσης επίγνωση: πως η αρχειακή μας δίψα σήμερα μπορεί μόνο να ανασυνθέτει την αρχειακή αγωνία του παρελθόντος – δεν υπάρχει στη θέση της, μπορεί μόνο να υπάρχει δίπλα της, να την αναπλαισιώνει, να αντιμετωπίζει την ευαλωτότητά της και να διακηρύσσει την αντοχή της, να αγωνίζεται για αυτήν, να αίρεται στο ύψος της. Να τη δικαιώνει.
5
Το 1984, το Group Material –μια συλλογικότητα καλλιτεχνών στην οποία ανήκαν ο Felix Gonzalez Torres, η Jenny Holzer και η Barbara Kruger– δημιούργησε ένα «χρονολόγιο του AIDS. Αυτό περιλάμβανε κείμενα, άρθρα εφημερίδων, αντικείμενα και έργα τέχνης που περιέγραφαν αναρίθμητες πτυχές του AIDS (πολιτικές, ιατρικές, μιντιακές, καλλιτεχνικές κτλ.). Ήταν μια τεράστια «ζωφόρος», που αφηγούνταν τόσο την ιστορία του ιού όσο και τους αγώνες γύρω από αυτόν». Τούτο το χρονολόγιο, εξηγούν οι επιμελήτριες της έκθεσης «Aux temps du sida. Œuvres, récits et entrelacs» [Στον καιρό του AIDS. Έργα, κείμενα και συνυφάνσεις] στο Στρασβούργο (2023-2024), ενέπνευσε τη δική τους απόφαση να κατασκευάσουν έναν διάδρομο στην είσοδο της έκθεσής τους. Οι τοίχοι του απεικόνιζαν ένα παρόμοιο εικονογραφημένο χρονολόγιο, μια αντίστοιχη «ζωφόρο», που περιλάμβανε, όπου ήταν εφικτό, αρχειακό υλικό και ντοκουμέντα. Μόνο που το δικό τους χρονολόγιο ξεκινούσε από το παρόν (π.χ. καταλόγους άλλων εκθέσεων της ίδιας χρονιάς για το AIDS ή φωτογραφίες από την αμερικανική τηλεοπτική σειρά Pose), και πήγαινε προς τα πίσω, οδηγώντας την επισκέπτρια στην πρώτη αίθουσα της καθαυτό έκθεσης. Το κρίσιμο στοιχείο ήταν ότι εδώ δεν είχαμε μια πρόσκληση στην πύλη της μνήμης, μια αναδρομή, νοσταλγικού χαρακτήρα, στο παρελθόν. Ο διάδρομος αυτός ήταν μια πρόσκληση να σεβαστούμε τις διαφορετικές μορφές δημιουργίας αρχείων και να ακολουθήσουμε τα χνάρια τους. Ήταν μια πρόσκληση συμμετοχής σε ένα πυκνό αρχειακό παρόν – έστω κι αν αυτή η χειρονομία συνεπαγόταν αυτό που η Heather Love τόσο ωραία κάποτε ονόμασε «ανάδρομο συναίσθημα».
2..3. Doug Ashforg, AIDS timeline, 1989, άποψη εγκατάστασης στο University of California Berkeley Art Museum. Ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη.
Μια πρόσφατη δημοσίευση που συμμερίζεται αυτή την επιθυμία για τέτοια ανάδρομα συναισθήματα και την ανάγκη για αρχεΙΟ-ποίηση, είναι το μικρό βιβλίο με τίτλο Je me doutais qu’ il y ait quelque chose… Archive des années sida [«Υποψιαζόμουν ότι κάτι συνέβαινε: Αρχείο των χρόνων του Aids»].15 Το βιβλίο αναπαράγει το δακτυλόγραφο μιας συνέντευξης που έδωσε μια γυναίκα μέσης ηλικίας, υπό καθεστώς ανωνυμίας, στις 30 Αυγούστου 1985, στους ερευνητές που συνεργάζονταν με τον Michel Pollak, στο πλαίσιο μιας πρωτοποριακής μελέτης σχετικά με την ομοφυλοφιλία και τον αντίκτυπο του AIDS σε εκείνα τα πρώτα χρόνια της επιδημίας. Η καταγραφή αυτής της προφορικής ιστορίας αποτελεί πλέον μέρος των αρχείων που δωρήθηκαν στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών, τη γνωστή Sciences Po, στο Παρίσι. Προσφάτως, αφαιρέθηκε από το αρχειακό αυτό πλαίσιο, για να εκδοθεί σε μικρό σχήμα, με την πρώτη σελίδα του αρχικού δακτυλόγραφου φωτογραφημένη στην πρώτη του σελίδα. Αυτοτελές πλέον, το βιβλίο μιλάει για μια (άλλη) επιδημία, για το στίγμα, την ομοφοβία, τη νοσοφοβία, αλλά και για το τι σημαίνει να στηρίζουμε η μία την άλλη, τι σημαίνει κάποια να βρίσκει το θάρρος να πει αυτό που την ίδια στιγμή φιμώνεται στη δημόσια σφαίρα. «Δεν ήθελα να το ξαναβάλω μέσα στην κούτα», λέει ο ιστορικός Philippe Artières παρουσιάζοντας αυτό το κείμενο σήμερα.
Η αρχεΙΟ-ποίηση (ArcHIVing) σημαίνει συχνά απο-αρχειοθέτηση, το βγάλσιμο από τα κουτιά, το να αφήνουμε τις λέξεις να ξαναμιλήσουν και μας παρακινεί να αναλάβουμε το έργο της ένταξής τους σε ένα βαθύτερο πλαίσιο, αλλά και να μιλάμε εκτός πλαισίου ή, μάλλον, ριζοσπαστικοποιώντας το πλαίσιο. ΑρχεΙΟ-ποίηση (ArcHIVing) είναι να διαχωρίζουμε παλαιότερα έγγραφα, να ξαναδιαβάζουμε και να δίνουμε νέο νόημα σε αυτό που είναι ήδη ένα αρχείο, ένα αρχείο μέσα στο οποίο πλέκονται σιωπές αλλά και λέξεις, εικόνες αλλά και συναισθήματα, δεδομένα αλλά και η πυκνότητα ζωών που βιώθηκαν, ζωών που χάθηκαν, ένα αρχείο που μέσα του ενώνονται το ρητό με το άρρητο, η καταστροφή με το εύρημα, το χαμένο με το ανασυρμένο. Καθώς ξαναδιαβάζω αυτό το μικρό βιβλίο, το αρχειακό απόσπασμα αποκτά ακόμα και τώρα πρόσθετο νόημα. Μου μιλάει για μια μητέρα και έναν γιο, για το στίγμα και τη φοβία, αλλά και για τη θέληση γνωστοποίησης, την παρρησία και την ανάγκη της καταγραφής, μου μιλάει για μια ολόκληρη συλλογή προφορικών ιστοριών με άδηλο μέλλον και για τη θέση αυτής της συλλογής σε ό,τι με αφορά∙ τώρα η ιστορία αυτής της μητέρας γίνεται αλληγορική∙ τώρα η φωνή της υπενθυμίζει τη δύναμή της∙ τώρα το παρελθόν γίνεται αρχειακό παρόν.
Αυτή την ουσιώδη ανάκτηση έχουν κατά νου η Alexandra Juhasz και ο Theodore Kerr στο εξαιρετικό πρόσφατο βιβλίο τους, We Are Having This Conversation Now,16 το οποίο αποτελείται εξολοκλήρου από αρχειακά θραύσματα, αναθεωρημένα αποσπάσματα και τις συζητήσεις που μπορούν να συμβούν γύρω από αυτά, μέσω αυτών, έχοντας κατά νου την πρόκληση που αυτά συνιστούν τώρα. Η Juhasz και ο Kerr μιλούν ως ακτιβιστές, ερευνητές και αρχειακοί καλλιτέχνες. Στα μικρά κεφάλαια του βιβλίου χρησιμοποιούν χρονολόγια, ενθύμια και ντοκουμέντα ή αποσπάσματα ντοκουμέντων (όπως το κενό στην αρχή μιας κασέτας [VHS] αρχείου), ως πρόσκληση για να «γίνει μια συζήτηση» και να πάρει κανείς μια θέση. Το βλέπουν, επίσης, ως μια έκκληση να ξανασκεφτούμε τι δεν έχει αναπαρασταθεί στα τεκμήρια που μας είναι γνωστά από την επιδημία HIV/AIDS, ποιοι διασταυρωτικοί αποκλεισμοί εξακολουθούν να μη βρίσκονται στο κάδρο, ποιες φωνές δεν καταγράφονταν την ίδια στιγμή που μια καταγραφή λάμβανε χώρα. Καθώς το διαβάζω, κάνω το ίδιο και με το βιβλίο τους – βρίσκω τις «προσθέσεις» τους στα ντοκουμέντα που παρουσιάζουν κάπως μητροπολιτικά, πολύ αμερικανικά, πολύ «βόρεια» σε σχέση με τη σκοπιά και τη θέση μου. Συχνά συνειδητοποιώ ότι το βίωμά μου όταν κοιτάζω αυτά τα τεκμήρια επηρεάζεται εξαρχής από τη δική μου εμπλοκή (γεωγραφική, συγκυριακή, ιστορική, παρενθετική, παραγωγική) σε αυτή την ιστορία.
Αυτό όμως είναι και το ζήτημα, εν προκειμένω. Έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι η αρχειακότητα εμπίπτει, χονδρικά, σε τρεις κατηγορίες πρακτικών: αυτή του αρχείου ως μια, κατά το μάλλον ή ήττον, σταθερή συλλογή (και θεσμική κατάταξη) ντοκουμέντων∙ αυτή του «ρεπερτορίου» ως μια γνώση παραστατικών εκδηλώσεων που αποθησαυρίζουν και μεταδίδουν γνώση∙17 και αυτή των ενθυμίων που αναγνωρίζουμε ως «ίχνη, κατάλοιπα, πράγματα που έχουν απομείνει, πληροφορίες που πλανώνται στον αέρα σαν φήμη». 18 Ωστόσο, η αρχεΙΟ-ποίηση (ArcHIVing) δεν εντάσσεται αποκλειστικά σε καμία από αυτές τις πρακτικές, δεν είναι ούτε παραγωγή ενός οριστικού σώματος δεδομένων μέσα σε ένα θεσμικό αρχείο, ούτε συλλογή μνημονικών «ρεπερτορίων», ούτε συλλογή ενθυμίων. Αντίθετα, η αρχεΙΟ-ποίηση (ArcHIVing) θα μπορούσε να ιδωθεί ως μια παιδαγωγία, μια μέθοδος αναγνώρισης της διαπερατότητας των ορίων μεταξύ όλων των πρακτικών της αρχειακότητας∙ ένας τρόπος να τις υπερβούμε, να διατυπώσουμε αρχειακά ερωτήματα αναφορικά με τα «ρεπερτόρια», να ξανασκεφτούμε τα ενθύμια στο πλαίσιο των επιτελέσεων «ρεπερτορίου», να χαρτογραφήσουμε τα δίκτυα μεταξύ τους, να απαιτήσουμε τον αναγκαίο χώρο ώστε να αναδυθούν εφήμερα αρχεία και συγχρόνως να καταπολεμηθεί η προσωρινότητα, η παροδικότητα και η διαγραφή, η αφάνιση.
«Το να εκθέτεις σημαίνει να ζεις έντονα μια συλλογική εμπειρία», γράφουν οι διοργανώτριες μίας από τις εκθέσεις που ενέπνευσαν αυτό το κείμενο.19 Ένας από τους λόγους που θεωρώ τα μουσεία και τις μουσειακές εκθέσεις ως μια απροσδόκητα αποδοτική πλατφόρμα για την αρχεΙΟ-ποίηση είναι επίσης το γεγονός πως μας βοηθάνε να συνειδητοποιήσουμε πόσα πράγματα δεν έχουν ειπωθεί ακόμα και πόσο περισσότερο διασταυρωτική (intersectional) σκέψη, έρευνα και συμμετοχή χρειάζεται να προσελκυστεί σε αυτήν ακριβώς την ιστορία, τη δική μας ιστορία. Mια φράση της Élisabeth Lebovici που έχω δει να επαναλαμβάνεται συχνά τον τελευταίο καιρό είναι πως «στην εποχή του AIDS όλοι ζούμε και πεθαίνουμε στο AIDS, ανεξαρτήτως του αν θα πεθάνουμε ή όχι από AIDS» [aux temps du sida, nous vivons et mourons tou-te-s en sida, peu importe que nous mourions ou non du sida]. Μια φράση που είναι φυσικά αμφιλεγόμενη, ενδεχομένως προβληματική, εξαρτώμενη από τα συμφραζόμενα και αντιφατική από μόνη της. Εντούτοις, είναι επίσης τόσο επιδραστική, ακριβώς επειδή μας υπενθυμίζει πόσο εμπλεκόμαστε σε αυτή την πολύπλοκη ιστορία, πόσο επανατοποθετούμαστε διαρκώς από τη βαριά κληρονομιά της, πόσο μας καθορίζει με απροσδόκητους τρόπους, πόσο προσπαθούμε να την καταλάβουμε, πόσο μας εκπαιδεύει, πόσο αλλάζουμε μέσα σε αυτή. Αυτό μας έχει κάνει ο HIV – έτσι μπορούμε να υφάνουμε, αρχεΙΟποιώντας, γύρω μας, μια μνήμη, ένα πολιτικό μνημείο και μια πολιτική πρακτική, ένα παλίμψηστο απωλειών και ανακτήσεων, να υφάνουμε μια «πυκνή» κατανόηση, μαζί και μια δέσμευση.
Πληροφορίες για τη συγκεκριμένη εκδήλωση: https://palaisdetokyo.com/evenement/les-pointes-perchees-une-histoire-commune/, τελευταία επίσκεψη Νοέμβριος 2024.
Mary Patten, «Pictures from an Exhibition», στο Staci Boris (επίμ.), Art AIDS America Chicago, Alphawood Foundation, Σικάγο 2018, σ. 74-86.
Στο ίδιο, σ. 80.
Élisabeth Lebovici, Ce que le sida m’a fait: art et activisme à la fin du XXe siècle, jrp | ringier & la maison rouge – fondation Antoine de Galbert, Ζυρίχη/Παρίσι, 2017.
Βλ. Αθηνά Αθανασίου, Γρηγόρης Γκουγκούσης, Δημήτρης Παπανικολάου (επιμ.), Κουήρ Πολιτική / Δημόσια Μνήμη: 30 Κείμενα για τον Ζακ. Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ, Αθήνα 2020.
Mary Patten, ό.π. σ. 83.
Βλ. https://torch.ox.ac.uk/hiv-aids-in-greece-a-political-archive, τελευταία επίσκεψη Νοέμβριος 2024.
Δημήτρης Παπανικολάου και Γιώργος Σαμπατακάκης, «Η λογοκρισία ως πολιτισμική ιστορία: Το HIV/AIDS στην Ελλάδα (1982-2000)», Αρχειοτάξιο, τχ. 22, Νοέμβριος 2020, σ. 163-182.
Αυτό έκανε πρόσφατα ο Γιώργος Σαμπατακάκης για τον ελληνικό κινηματογράφο και το AIDS: αντί να αποδεχθεί ότι δεν υπάρχει καμία σπουδαία ελληνική ταινία για το θέμα, προχώρησε σε μια εναλλακτική ανάγνωση δημοφιλών ταινιών, ιδωμένων μέσα από τη δική του εμπειρία, τις δικές του αναμνήσεις και ενθύμια. Sampatakakis, «HIV/AIDS: The Lost Representation», στο Afroditi Nikolaidou and Dimitris Papanikolaou, Motherland I See You: The 20th Century of Greek Cinema, Νεφέλη, Αθήνα 2021, σ. 255-260 (και στα ελληνικά, από τις ίδιες εκδόσεις: Χώρα, σε βλέπω: Ο εικοστός αιώνας του ελληνικού σινεμά, Σ.τ.Μ.)
Robb Hernández, Archiving an Epidemic: Art, AIDS, and the Queer Chicanx Avant-Garde, NYU Press, Νέα Υόρκη 2019, σ. 27.
Βλ. Matt Cook, «“Archives of Feeling”: The AIDS Crisis in Britain 1987», History Workshop Journal, τόμ. 83, τχ. 1, 2017, σ. 51-78.
Roger Halas, Reframing Bodies: AIDS, Bearing Witness, and the Queer Moving Image, Duke University Press, Ντάραμ 2009, σ. 27.
Βλ. Florent Molle και Caroline Chenu, «ACT UP-Paris dans les collections du Mucem», La Revue des Musées de France/ Revue du Louvre, τχ. 4, 2020, σ. 80-92.
«Entretien avec Lionel Soukaz et Stéphane Gérard», στο: Élisabeth Lebovici (επιμ.), Exposé·es, d’après «Ce que le sida m’a fait» d’Élisabeth Lebovici, Palais de Tokyo, Παρίσι 2023, σ. 135.
Je me doutais qu’il y avait quelque chose… Archive des années sida, παρουσίαση από τον Philippe Artières, Éditions de la Sorbonne, Παρίσι 2023.
Alexandra Juhasz and Theodore Kerr, We Are Having This Conversation Now: The Times of AIDS Cultural Production, Duke University Press, Ντάραμ 2022.
Diana Taylor, The Archive and the Repertoire, Duke University Press, Ντάραμ 2003.
José Esteban Muñoz, Cruising Utopia: The Then and There of Queer Futurity, NYU Press, Νέα Υόρκη 2009, σ. 65.
VIH/sida, l’Épidemie n’est pas finie!, Anamosa/Mucem, Μασσαλία 2021, σ. 15.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ Τ@ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
O Δημήτρης Παπανικολάου είναι καθηγητής Νέων Ελληνικών και συγκριτικών πολιτισμικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Μεταξύ άλλων έχει γράψει τα Singing Poets: Literature and Popular Music in France and Greece (Legenda and Routledge, 2007), «Σαν κι εμένα καμωμένοι»: Ο ομοφυλόφιλος Καβάφης και η ποιητική της σεξουαλικότητας (Πατάκης, 2014), Κάτι τρέχει με την οικογένεια: Έθνος, πόθος και συγγένεια την εποχή της κρίσης (Πατάκης, 2018) και Greek Weird Wave: A Cinema of Biopolitics (Edinburgh University Press, 2021).