Απο την γραφιδα στον θεσμο
Η Αννα Καφετση και η θεμελιωση του Εθνικου Μουσειου Συγχρονης Τεχνης
Το κτίριο του ΦΙΞ ημικατεδαφισμένο τον Μάρτιο του 1995. Η φωτογραφία του Γιάννη Κωσταρή πρωτοδημοσιεύτηκε στο τεύχος 572 του περιοδικού ΑΝΤΙ, στις 3 Μαρτίου 1995
Η ιστορία του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης δεν τοποθετείται εν κενώ· συνιστά μια σύνθετη διαδικασία θεσμικής και εννοιολογικής συγκρότησης: αφορά τον προσδιορισμό της αποστολής ενός μουσείου σύγχρονης τέχνης, τη συγκρότηση της συλλογής του, την ανάπτυξη εκθεσιακής και ερευνητικής δραστηριότητας και την επαναδιαπραγμάτευση των ιστορικών και γεωγραφικών ορίων μέσα στα οποία η ελληνική σύγχρονη τέχνη είχε έως τότε εγγραφεί. Στην πρώτη περίοδο αυτής της ιστορίας, αλλά και στην ίδια την προϊστορία του ΕΜΣΤ, η συμβολή της Άννας Καφέτση υπήρξε θεμελιώδης. Όχι μόνο μέσα από τον ρόλο της ως ιδρυτικής διευθύντριας, αλλά ήδη από τη θέση της ως ιστορικού τέχνης και επιμελήτριας, που συμμετείχε καθοριστικά στη διαμόρφωση του θεσμικού και μουσειολογικού σχεδίου του νέου μουσείου των προσανατολισμών και των βασικών αρχών, πριν ακόμη από την επίσημη ίδρυσή του.
Η μελέτη της συμβολής της προϋποθέτει, ωστόσο, σε ένα βαθμό την απομάκρυνση από ένα προσωποκεντρικό αφήγημα, σύμφωνα με το οποίο ένας θεσμός συγκροτείται αποκλειστικά από τη βούληση ενός προσώπου. Η Καφέτση ανέλαβε έναν οργανισμό που είχε αποκτήσει νομική υπόσταση, χωρίς να διαθέτει ακόμη τις υλικοτεχνικές και οργανωτικές προϋποθέσεις (κτίριο, συλλογή, στελέχωση) για να λειτουργήσει πλήρως ως μουσείο. Η σημασία της πρώτης περιόδου έγκειται, επομένως, στη συνάντηση μακροχρόνιων δημόσιων διεκδικήσεων, μιας συλλογικής διαδικασίας θεσμικού σχεδιασμού και μιας ισχυρής θεωρητικής και επιμελητικής πρότασης, η οποία κατόρθωσε να διαμορφώσει τη θεσμική πρόβλεψη και να την μετασχηματίσει σε ενεργό πολιτισμικό πεδίο.
Απο το αιτημα του μουσειου στη θεσμικη του συγκροτηση
Το αίτημα για ένα μουσείο σύγχρονης τέχνης στην Αθήνα είχε διατυπωθεί ήδη από τη δεκαετία του 1950, ενώ κατά τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης συνδέθηκε με ευρύτερες διεκδικήσεις εκδημοκρατισμού των πολιτιστικών θεσμών. Οι συζητήσεις της περιόδου 1976–1977, με τη συμμετοχή καλλιτεχνικών ομάδων και συλλογικοτήτων, δεν αφορούσαν απλώς την έλλειψη ενός χώρου έκθεσης και προβολής. Έθεταν ερωτήματα για τον κοινωνικό ρόλο του μουσείου, τη σχέση του με το κοινό και τη δυνατότητά του να λειτουργεί ως χώρος κριτικής, εκπαίδευσης και ενεργού συμμετοχής.1
Η αντιπαράθεση ανάμεσα στο «μουσείο-ναό» και στο «μουσείο-εργαστήρι» συμπύκνωνε αυτήν την αμφισβήτηση της παραδοσιακής μουσειακής λειτουργίας.2 Το μουσείο δεν νοούνταν αποκλειστικά ως χώρος διαφύλαξης και νομιμοποίησης μιας ήδη αναγνωρισμένης καλλιτεχνικής κληρονομιάς, αλλά ως δυναμικός δημόσιος θεσμός που θα συνέδεε την καλλιτεχνική παραγωγή με την κοινωνία και την κριτική γνώση. Το αίτημα αυτό, ωστόσο, εμπεριείχε μια αντίφαση: από τη μια ασκούσε κριτική στους θεσμούς της τέχνης, ενώ από την άλλη διεκδικούσε από το κράτος την ίδρυση ενός μουσείου σύγχρονης τέχνης. Η αντίφαση αυτή δεν εξαλείφθηκε με την ίδρυση του ΕΜΣΤ· παρέμεινε ενεργή στον καθορισμό της αποστολής, της αυτονομίας και της δημόσιας λειτουργίας του.3
Κατά τη δεκαετία του 1990, το ζήτημα του μουσείου συνδέθηκε εκ νέου με τη διαμόρφωση εθνικής πολιτιστικής πολιτικής για τις εικαστικές τέχνες. H συμβολή της Καφέτση στο πεδίο των μουσείων και της ιστορίας της τέχνης αποτυπώνεται ήδη στην πολύ σημαντική επιμελητική και ερευνητική της δράση στην Εθνική Πινακοθήκη, ιδίως μέσα από τις εκθέσεις «Μεταμορφώσεις του Μοντέρνου: Η Ελληνική Εμπειρία» (1992), «Ρωσική Πρωτοπορία 1910–1930: Η Συλλογή Γ. Κωστάκη» (1995–1996) και «Θεόδωρος Στάμος 1922–1997: Αναδρομική» (1997). Η σημασία αυτής της δραστηριότητας αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο αν ληφθεί υπόψη ότι αναπτύχθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία ο ρόλος του επιμελητή παρέμενε, ως ένα βαθμό, περιορισμένος, «στα παρασκήνια του μουσείου», στο πλαίσιο θεσμών, όπως η Εθνική Πινακοθήκη. Αυτή η ερευνητική της δραστηριότητα και η γνώση της διεθνούς μουσειακής πρακτικής, κυρίως μέσα από την εργασία της στο Centre Pompidou, διαμόρφωσαν ένα σύνθετο θεωρητικό και μεθοδολογικό υπόβαθρο για το εγχείρημα του νέου μουσείου. Παράλληλα, μέσα από τα κριτικά της κείμενα και τις δημόσιες παρεμβάσεις της, η Καφέτση συνέβαλε καθοριστικά στην επεξεργασία του θεωρητικού και θεσμικού πλαισίου εντός του οποίου μπορούσε να προσδιοριστεί η φυσιογνωμία και η αποστολή ενός μελλοντικού μουσείου σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα.4 Το άρθρο της «Τι μουσείο θέλουμε και γιατί;», που δημοσιεύτηκε στο Βήμα το 1994, είναι ενδεικτικό αυτής της διαδικασίας: το ερώτημα για το «σύγχρονο» μουσείο αναδεικνύει τον θεωρητικό και εννοιολογικό σχεδιασμό ως προϋπόθεση της ίδιας της θεσμικής του συγκρότησης.
Η εγκατάσταση της Μπίας Ντάβου, Σκάλες και ιστία, 1994-1996, με αριθμό εισαγωγής 1/00 είναι το πρώτο έργο της συλλογής του ΕΜΣΤ.
Τον Ιούλιο του 1994, ο Υπουργός Πολιτισμού Θάνος Μικρούτσικος συγκρότησε Συμβουλευτική Επιτροπή Εικαστικών Τεχνών με στόχο τη διαμόρφωση εθνικής πολιτικής για τις εικαστικές τέχνες.5 Στις προτεραιότητές της περιλαμβάνονταν η ίδρυση κρατικού μουσείου σύγχρονης τέχνης και η προβολή της ελληνικής τέχνης στο εξωτερικό. Παράλληλα, τέθηκαν ζητήματα εξασφάλισης κτιρίου, διερεύνησης χρηματοδότησης από το Β΄ ΚΠΣ, εκπόνησης μελέτης σκοπιμότητας, σχεδιασμού εκθεσιακού προγράμματος και επιλογής νομικής μορφής. Η διαδικασία αυτή αποτυπώνει το γεγονός ότι η ίδρυση δεν συνιστούσε μια μόνο συμβολική ή νομοθετική πράξη, αλλά εντασσόταν σε μια ευρύτερη κρατική πολιτική για τα μουσεία και τη σύγχρονη τέχνη και απαιτούσε ένα σύνθετο πλέγμα πρωτοβουλιών, που περιλάμβανε την πολιτική βούληση, το μουσειολογικό σχεδιασμό, την χρηματοδότηση, την οργάνωση των υποδομών και τη στελέχωση.
Η πορεία της Επιτροπής διακόπηκε τον Ιανουάριο του 1995, όταν τα μέλη της παραιτήθηκαν εν μέσω διαφωνιών.6 Η αντιπαράθεση αφορούσε το πρότυπο του μελλοντικού μουσείου: από τη μία, τη συνεργασία με έναν διεθνή οργανισμό μέσω ενός μοντέλου δικαιόχρησης (Guggenheim Foundation)· από την άλλη, τη συγκρότηση ενός αυτόνομου δημόσιου θεσμού με δική του συλλεκτική και εκθεσιακή πολιτική.7 Η συζήτηση επανέφερε ζητήματα που είχαν τεθεί ήδη τη δεκαετία του 1970: τον δημόσιο χαρακτήρα του μουσείου, τη σχέση του με το κοινό και την προτεραιότητα της καλλιτεχνικής, εκπαιδευτικής και επιστημονικής αποστολής έναντι των εμπορικών συμφερόντων. Στον πυρήνα της αναδείχθηκε πρωτίστως το ζήτημα της θεσμικής αυτονομίας: ποιος θα είχε την δικαιοδοσία να καθορίζει τις πολιτισμικές και συλλεκτικές επιλογές του νέου μουσείου και, κατ’ επέκταση, να διαμορφώνει τους όρους συγκρότησης της μουσειακής και εικαστικής πολιτικής.
Η Ομαδα Εργασιας του 1996 και η «γραφιδα» της Καφετση
Καθοριστική για την εξέλιξη του εγχειρήματος υπήρξε η Ομάδα Εργασίας για τη χάραξη Εθνικής Πολιτικής στα Εικαστικά, η οποία συγκροτήθηκε το 1996 με πρωτοβουλία του υπουργού Πολιτισμού Σταύρου Μπένου.8 Υπό την προεδρία του Χρόνη Μπότσογλου η ομάδα συγκέντρωσε καλλιτέχνες, ιστορικούς τέχνης, αρχιτέκτονες, επιμελητές και επαγγελματίες του πεδίου, επιδιώκοντας μια συνολικότερη προσέγγιση της κρατικής πολιτικής. Μία από τις υποομάδες της, στην οποία συμμετείχαν η Καφέτση, ο Χρόνης Μπότσογλου και ο αρχιτέκτονας Σάββας Κονταράτος αφορούσε ειδικά τα μουσεία και τα κέντρα σύγχρονης τέχνης.
Οι εργασίες της υποομάδας επικεντρώθηκαν στη θεσμοθέτηση λειτουργικού πλαισίου για τα μουσεία και τις γκαλερί, την ίδρυση μουσείου σύγχρονης τέχνης στην Αθήνα, την τεκμηρίωση έργων που ανήκαν ήδη σε δημόσιους φορείς και τον σχεδιασμό της πολιτικής συγκρότησης της μελλοντικής συλλογής. Η μαρτυρία του Κονταράτου τοποθετεί τον ίδιο, την Καφέτση και τον Μπότσογλου στο κέντρο της επεξεργασίας συγκεκριμένων προτάσεων, ενώ τότε παρέμενε ανοιχτό το ζήτημα αν θα ιδρυόταν μουσείο και στη Θεσσαλονίκη.9
Mona Hatoum, Fix It, 2004. Εγκατάσταση, μικτή τεχνική. Συλλογή του ΕΜΣΤ. Άποψη εγκατάστασης από την έκθεση “South by Southeast”. Το Fix it, ενσωματώνει βιομηχανικό εξοπλισμό που η καλλιτέχνις βρήκε παρατημένο στο εγκαταλελειμμένο και μισοκατεστραμμένο κτίριο. Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν
Η ίδια έχει αναφέρει ότι οι σκοποί του μουσείου στον ιδρυτικό νόμο διατυπώθηκαν «με τη δική της γραφίδα».10 Η φράση αυτή συμπυκνώνει την αντίληψη της Καφέτση για τη συμβολή της, χρειάζεται, ωστόσο, να διαβαστεί ως προσωπική αναδρομική μαρτυρία, που εγγράφεται σε μία ευρύτερη καλλιτεχνική και θεσμική διαδικασία. Η διαμόρφωση του θεσμικού πλαισίου του ΕΜΣΤ υπήρξε αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων και συσχετισμών μεταξύ διαφορετικών και συχνά αντίρροπων δυνάμεων και αντιλήψεων για την τέχνη, όπως ο ρόλος των γκαλερί και της αγοράς τέχνης, η σχέση ιδιωτικού/δημόσιου, η σχέση κέντρου/περιφέρειας . Αν και η νομοπαρασκευαστική εργασία δεν αποτέλεσε έργο ενός προσώπου, η μαρτυρία της Καφέτση,, αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο της στη μετάφραση μιας συγκεκριμένης μουσειακής αντίληψης σε θεσμική πρόταση γύρω από την φυσιογνωμία και την αποστολή του νέου μουσείου.
Στη συνέχεια, με την ανάληψη του Υπουργείου Πολιτισμού από τον Ευάγγελο Βενιζέλο τον Σεπτέμβριο του 1996, η διαδικασία θεσμικής συγκρότησης του ΕΜΣΤ προχώρησε στην τελική της φάση. Λίγους μήνες αργότερα, ο Νόμος 2557/1997 ίδρυσε το ΕΜΣΤ ως Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, εποπτευόμενο και επιχορηγούμενο από το Υπουργείο Πολιτισμού. Οι καταστατικοί σκοποί του περιλάμβαναν τη διάσωση και ανάδειξη έργων Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών, την αισθητική καλλιέργεια και καλλιτεχνική παιδεία, την επιστημονική έρευνα και την προώθηση της μουσειολογίας.
Αντανακλώντας τις θέσεις της Καφέτση, η διατύπωση του ιδρυτικού νόμου του ΕΜΣΤ εισάγει ορισμένα καινοτόμα χαρακτηριστικά ως προς τον προσδιορισμό της μουσειακής του αποστολής. Η στόχευση ως προς την ισότιμη εκπροσώπηση Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών υποδηλώνει μια υπέρβαση της αποκλειστικά εθνικής οπτικής, εντάσσοντας την ελληνική καλλιτεχνική παραγωγή σε ένα ευρύτερο διεθνές πλαίσιο αναφοράς. Παράλληλα, η έμφαση στον πρωτοποριακό και πειραματικό χαρακτήρα της σύγχρονης τέχνης συνιστά έναν ποιοτικό προσδιορισμό της έννοιας του «σύγχρονου», ο οποίος δεν περιορίζεται σε αυστηρά χρονολογικά κριτήρια, αλλά αναδεικνύει την καλλιτεχνική έρευνα, τον πειραματισμό ως βασικούς άξονες συγκρότησης της συλλογής.11
Η καλλιτεχνικη «αυτογνωσια» και «ετερογνωσια» και η υπερβαση του εθνικου αφηγηματος
Το γενικό αυτό πλαίσιο σκοπών του ιδρυτικού νόμου εξειδικεύτηκε από την Καφέτση στη μουσειακή και συλλεκτική πολιτική που συγκρότησε. Ως βασική αποστολή του ΕΜΣΤ έθεσε την ταυτόχρονη καλλιέργεια μιας «αυτογνωσίας» και μιας «ετερογνωσίας»: τη συστηματική μελέτη, τεκμηρίωση και ανάδειξη της ελληνικής σύγχρονης τέχνης, ιδίως από τη δεκαετία του 1960 και εξής, στον ορίζοντα μιας διεθνούς καλλιτεχνικής παραγωγής.
Στην προβληματική αυτή, η Ελλάδα προσεγγίζεται ως τόπος διασταυρώσεων, μετακινήσεων και πολλαπλών ιστορικών εμπειριών, και όχι ως απομονωμένο πολιτισμικό πεδίο. Η «καλλιτεχνική αυτογνωσία» συνδεόταν με την «ετερογνωσία» : η κατανόηση της εγχώριας παραγωγής προϋπέθετε τη συνάντησή της με τον «άλλο» και την αναγνώριση των σχέσεων που τη συνδέουν με ευρύτερα πολιτισμικά πεδία στα οποία μπορούν να εγγραφούν εμπειρίες διασποράς, μετατοπίσεις ταυτότητας και διαφορετικές αφηγήσεις του μοντέρνου, χωρίς να εξαλείφονται οι διαφορές τους. Η κατεύθυνση αυτή συνδέεται με την σημαντική έκθεση «Μεταμορφώσεις του Μοντέρνου (1992). Η ελληνική εμπειρία», που επιμελήθηκε στην Εθνική Πινακοθήκη, η οποία είχε θέσει το ζήτημα της πολλαπλότητας των διαδρομών της νεωτερικότητας και της αδυναμίας να ερμηνευθεί η ελληνική καλλιτεχνική παραγωγή αποκλειστικά ως καθυστερημένη ή περιφερειακή εκδοχή ενός δυτικού προτύπου. Στο ΕΜΣΤ, η προβληματική αυτή αποκτά θεσμική διάσταση: η συλλογή και οι εκθέσεις γίνονται χώροι όπου οι σχέσεις κέντρου και περιφέρειας, εθνικού και διεθνούς, τοπικού και υπερτοπικού αναθεωρούνται και γίνονται αντικείμενο μιας κριτικής πραγμάτευσης.12
Η διεθνής και διαπολιτισμική κατεύθυνση της πρώτης περιόδου συνδέεται με την αμφισβήτηση κλειστών και μονοδιάστατων εθνικών αφηγημάτων.13 Η Καφέτση επιχείρησε να διευρύνει το πλαίσιο συγκρότησης της συλλογής και των εκθέσεων, εντάσσοντας την εγχώρια καλλιτεχνική παραγωγή σε ευρύτερα γεωγραφικά, ιστορικά και πολιτισμικά δίκτυα. Η διαπολιτισμική προσέγγιση δεν εξαντλούνταν στην πρόσκληση διεθνών καλλιτεχνών ή τη γεωγραφική επέκταση του εκθεσιακού προγραμματισμού, αλλά σε αυτήν την διευρυμένη αντίληψη γύρω από την συγκρότησης της εγχώριας καλλιτεχνικής ταυτότητας και θεσμικής φυσιογνωμίας.14
Emily Jacir, Εις Μνήμην των 418 Παλαιστινιακών Χωριών τα οποία Καταστράφηκαν, Ερημώθηκαν και Κατακτήθηκαν από το Ισραήλ το 1948, 2001.Έργο σε εξέλιξη, αποτελούμενο από: προσφυγική σκηνή και κλωστή κεντήματος, μεικτά μέσα και βιβλίο αρχείου. Μεταβλητές διαστάσεις. Συλλογή ΕΜΣΤ
Το «νομαδικο» μουσειο
Ως γνωστόν, η θεσμική ίδρυση του ΕΜΣΤ, δεν συνοδεύτηκε από την εξασφάλιση των αναγκαίων υποδομών. Όταν η Καφέτση ανέλαβε τη διεύθυνση του Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης το 1999 και στη συνέχεια του ΕΜΣΤ το 2000, το μουσείο δεν διέθετε μόνιμη στέγη, συλλογή ή επαρκή στελέχωση. Η απόσταση ανάμεσα στη νομική πρόβλεψη και στην πραγματική λειτουργία αποτέλεσε συνεπώς πεδίο δυναμικής διεκδίκησης και άοκνης προσπάθειας της ίδιας κατά την διάρκεια της 14ετούς διευθυντικής θητείας της.
Η απουσία μόνιμης στέγης υπήρξε ουσιαστικός περιορισμός. Η νομαδική λειτουργία του ΕΜΣΤ, από το ισόγειο του Φιξ έως το Μέγαρο Μουσικής, το Εργοστάσιο της ΑΣΚΤ, το Ωδείο Αθηνών και το δημόσιο χώρο, δυσχέρανε τη λειτουργία, την οργάνωση, τη στελέχωση και την επικοινωνία με το κοινό. Από την άλλη , χωρίς να εξιδανικεύεται ως αυτονόητα παραγωγική συνθήκη, επέδρασε στον τρόπο με τον οποίο οικοδομήθηκε η σχέση του μουσείου με το εκθεσιακό συγκείμενο.
Στο πλαίσιο αυτό, ένα από τα χαρακτηριστικά της πρώτης περιόδου του ΕΜΣΤ ήταν αναμφισβήτητα η στενή σύνδεση συλλεκτικής και εκθεσιακής πολιτικής και δραστηριότητας. Η συλλογή δεν προσδιορίστηκε ως στατικό αποθετήριο έργων, προορισμένο να παρουσιαστεί μετά τη μετεγκατάσταση του μουσείου στη μόνιμη στέγη του, αλλά συγκροτήθηκε εξαρχής σε αλληλεξάρτηση και διαρκή αμφίδρομη σχέση με την εκθεσιακή του δραστηριότητα. Η έκθεση λειτουργούσε ως πεδίο έρευνας και παραγωγής γνώσης για τη συγκρότηση της συλλογής, ενώ η συλλογή, ως ανοιχτό και δυναμικό σύστημα σχέσεων, τροφοδοτούσε τη διαμόρφωση νέων εκθεσιακών προτάσεων, υπερβαίνοντας τη συμβατική διάκριση ανάμεσα στη συλλογή ως πεδίο διαφύλαξης και την έκθεση ως πεδίο παρουσίασης.
Συμπερασματα: το μουσειο ως διαρκης διαδικασια συγκροτησης
Ίσως είναι ακόμη νωρίς για να γραφτεί οριστικά η ιστορία των πρώτων βημάτων του ΕΜΣΤ. Η αναγκαία ιστορική απόσταση δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί, καθώς πολλές από τις διαδικασίες που συγκρότησαν τη φυσιογνωμία του θεσμού παραμένουν ακόμα ανοιχτές. Ωστόσο, η ιστορική πραγμάτευση της πρώτης περιόδου του ΕΜΣΤ οφείλει, πρωτίστως, να λάβει υπόψη τις αντιφάσεις της περιόδου, τις θεσμικές δυσλειτουργίες και τις περιορισμένες υποδομές, χωρίς να προχωρά στην εξιδανίκευση της διεύθυνσής της. Ο ρόλος της Καφέτση κατά την πρώτη περίοδο του ΕΜΣΤ δεν μπορεί να αποτιμηθεί αποκλειστικά μέσα από την νομαδικό του βίο, την κτιριακή του εξέλιξη ή την καταγραφή των εκθέσεών του. Απαιτεί την εξέταση της σχέσης ανάμεσα στις θεσμικές συνθήκες, τις κρατικές πολιτικές, τις δημόσιες διεκδικήσεις και τις θεωρητικές θέσεις που διαμόρφωσαν την ταυτότητά του.
Η καθοριστική συμβολή της Καφέτση αναδεικνύεται στη σύνδεση αυτών των πεδίων. Οι δημόσιες παρεμβάσεις της από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, η συμμετοχή της στην Ομάδα Εργασίας του 1996 και η ανάληψη της διεύθυνσης από το 1999–2000 συγκροτούν μια διαδρομή από τη θεωρητική διατύπωση «με την δική της γραφίδα», στη θεσμική επεξεργασία και, στη συνέχεια, στην επίμονη επιμελητική και μουσειακή πραγμάτωση. Η προσπάθεια συγκρότησης μιας συνεκτικής συλλογής, η αλληλεξάρτησή της με την εκθεσιακή δραστηριότητα, η έμφαση στην έρευνα και στα νέα μέσα, καθώς και η αναθεώρηση του εθνικού αφηγήματος συνθέτουν μια συγκεκριμένη αντίληψη για το μουσείο σύγχρονης τέχνης.
Με το καθοριστικό αποτύπωμα της Καφέτση, το ΕΜΣΤ θεμελιώθηκε ως μουσείο, του οποίου η ταυτότητα διαμορφώθηκε ως ένα πεδίο διαρκούς επαναδιαπραγμάτευσης του καλλιτεχνικού παρόντος και του ιστορικού του βάθους. Σε αυτή τη δυνατότητα μιας διαρκούς κριτικής αναθεώρησης εντοπίζεται ένα από τα ουσιαστικότερα διακυβεύματα της συγκρότησής του από την ιδρυτική του διευθύντρια.
Το παρόν κείμενο αντλεί υλικό από ερευνητικό πρόγραμμα με τίτλο «Το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης: Ιστορία, θεσμικό πλαίσιο, αφηγήσεις, προοπτικές» που χρηματοδοτήθηκε στο πλαίσιο της δράσης «Υποστήριξη ερευνητών με έμφαση στους νέους ερευνητές-κύκλος Β’, ΕΣΠΑ 2014-2020» υλοποιήθηκε από τον Απρίλιο του 2020 έως τον Δεκέμβριο του 2021 από τις Μαρίνα Μαρκέλλου, Τίνα Πανδη με επιστημονική υπεύθυνη την Εσθήρ Σολομών.
Aπό τα μέσα της δεκαετίας του 1970 το ζήτημα της ίδρυσης του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης αναδεικνύεται σε ένα δυναμικό πεδίο διαλόγου, ιδεολογικών συγκρούσεων και καλλιτεχνικών αντιπαραθέσεων (λ.χ. πρωτοβουλίες Συνδέσμου καλλιτεχνών (1976-1977), σειρά εκδηλώσεων της αίθουσας τέχνης Δεσμός «Υποθέσεις για ένα Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης»(1977), αφιερώματα σε πλήθος περιοδικών («Σήμα», «Αντί», «Θέματα χώρου + τεχνών» κ.ά.). Βλ. Ειρήνη Γερογιάννη, «Όταν Οι Καλλιτεχνικές Συζητούσαν Αδιάκοπα»: Τοποθετήσεις, Υποθέσεις, Διερευνήσεις Για Ένα Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Στην Ελλάδα.», Κριτική + Τέχνη 5, AICA Hellas, 2013.
Βαγγέλης Δημητρέας, «Μουσείο-εργαστήριο, όχι νεκροταφείο», Αντί, αφιέρωμα Για ένα Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, τχ. 50, 24 Ιουνίου 1976.
Για μια αναλυτική πραγμάτευση των θεσμικών διεργασιών της δεκαετίας του 1990 σε σχέση με την ίδρυση του ΕΜΣΤ, Βλ. Tina Pandi, Marina Markellou, Esther Solomon, and Thomas Valianatos. “From Public Debates to Institutional Establishment: Exploring the Mission of the National Museum of Contemporary Art in Greece.” Journal of Greek Media & Culture 9 (1), 2023.
Άννα Καφέτση, «Σύγχρονοι Ναοί.», Τα Νέα, 1992.
Άννα Καφέτση, «Ούτε Ένα Ούτε Εκατό», Τα Νέα, 1994.
Άννα Καφέτση, «Τι μουσείο θέλουμε και γιατί; Η χρήση των όρων ‘Σύγχρονο’ και ‘μοντέρνο’ δεν είναι αυτονόητη.», Το Βήμα, 1994. Βλέπε επίσης εισηγήσεις στο Συμπόσιο :Η Σύγχρονη Τέχνη στην Ελλάδα. Διαπιστώσεις – Προβλήματα- Προοπτικές, Πάντειο Πανεπιστήμιο, 19-20 Μαρτίου 1994, Αρχείο ISET.
Τον Ιούλιο του 1994 συστάθηκε γνωμοδοτική επιτροπή για τη χάραξη εθνικής («σφαιρικής») εικαστικής πολιτικής με τα εξής μέλη και τους αντίστοιχους τομείς δραστηριότητας : Χρήστος Ιωακειμίδης, Δάκης Ιωάννου (μουσείο Αθήνας),Άννα Καφέτση (περιφέρεια /εκπαίδευση), Ιλεάνα Τούντα (νομοθεσία), Ορέστης Δουμάνης (πολιτική αγορών έργων), Γιώργος Τζιρτζιλάκης (προώθηση ελλήνων καλλιτεχνών στο εξωτερικό) Βασιλική Γεωργίου (υπάλληλος ΥΠΠΟ).
Τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς παραδόθηκε το πόρισμα, με προτάσεις για την εικαστική πολιτική και πλαίσιο ενεργειών για τη διασφάλιση του ΦΙΞ ως έδρας του ΕΜΣΤ. Την ίδια ημέρα παραιτήθηκαν η Άννα Καφέτση και ο Χρήστος Ιωακειμίδης, αφήνοντας υπαινιγμούς για κατεύθυνση προς τη δημιουργία παραρτήματος του Guggenheim. Τον Ιανουάριο του 1995 παραιτήθηκαν και τα υπόλοιπα μέλη, ενώ ο Θάνος Μικρούτσικος αποδέχθηκε τις παραιτήσεις, χαρακτηρίζοντας την πορεία της επιτροπής αποτυχημένη (Τα Νέα της Τέχνης, αρ. 36, Μάρτιος 1995). Βλ. Μαρία Μαραγκού, «Εθνική εικαστική πολιτική μέσα στο 94», Ελευθεροτυπία, 22 Μαρτίου 1994.
Βλ. το άρθρο «Για Το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Αναφορές, Προτάσεις, Υποσχέσεις, Προσπάθειες.» Τα Νέα Της Τέχνης, 1995.
Η Ομάδα Εργασίας για τη χάραξη Εθνικής Πολιτικής στα Εικαστικά αποτελείτο από τους Χρόνη Μπότσογλου (ζωγράφο) στη θέση του Πρόεδρου, τον Νίκο Κεσσανλή (ζωγράφο), την Τζούλια Δημακοπούλου (διευθύντρια αίθουσας τέχνης), την Άννα Καφέτση (ιστορικό τέχνης), τον Σάββα Κονταράτο (αρχιτέκτονα), τον Εμμανουήλ Μαυρομμάτη (ιστορικό τέχνης), τη Βασιλική Γεωργίου (προϊσταμένη του Τμήματος Εικαστικών Τεχνών), τον Χαράλαμπο Δαραδήμο (γλύπτη), την Κλεοπάτρα Δίγκα (ζωγράφο), τη Μαρίνα Ηλιάδη (διευθύντρια αίθουσας τέχνης), τη Βάσω Κυριάκη (ζωγράφο), τον Γιώργο Λαζόγκα (ζωγράφο), τη Μαρία Μαραγκού (κριτικό τέχνης), την Έφη Στρούζα (ιστορικό τέχνης), τον Δημήτρη Τρίκα (δημοσιογράφο), την Καλλιόπη Σαρανταένα (υπάλληλο του Τμήματος Εικαστικών Τεχνών).
Σάββας Κονταράτος, συνέντευξη από τις Τ. Πάνδη και Μ. Μαρκέλλου (26 Φεβρουαρίου 2021)
Βάσια Γεωργίου, συνέντευξη από τις Τ. Πάνδη και Μ. Μαρκέλλου (26 Φεβρουαρίου 2021)
Άννα Καφέτση, συνέντευξη από τις Τ. Πάνδη και Μ. Μαρκέλλου (4 Φεβρουαρίου, 19 Φεβρουαρίου και 26 Μαρτίου 2021)
Σύμφωνα με τον ιδρυτικό του ΕΜΣΤ, στους σκοπούς του περιλαμβάνονται «η διάσωση και ανάδειξη έργων Ελλήνων και ξέων καλλιτεχνών, τα οποία ανήκουν στην ιστορία της ΄σύγχρονης τέχνης και έργων διάφορων τάσεων της σύγχρονης καλλιτεχνική παραγωγή ελληνικής και ξένης με πρωτοποριακό και πειραματικό χαρακτήρα».
Ενδεικτικά αναφέρονται τα έργα των Ίλια Καμπακόφ, Μόνα Χατούμ, Έμιλυ Ζασίρ , Γιάννη Κουνέλλη, Ουαλίντ Ράαντ, Χρύσας, Στήβεν Αντωνάκου που αποκτήθηκαν κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του ΕΜΣΤ.
Για μια κριτική αποτίμηση της πρώτης περιόδου λειτουργίας του ΕΜΣΤ βλ. επίσης Τίνα Πανδή, «Από τη θεσμοθέτηση στη λειτουργία: μία σύντομη ιστορία του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης», 2000-2010, Η τέχνη στην Ελλάδα. Το θεσμικό πλαίσιο μετά το 1945, επιμέλεια Αρετή Αδαμοπούλου, 2024
Η έκθεση «Διαπολιτισμοί» (2004) αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατεύθυνσης. Σχεδιάστηκε και ως συλλεκτικό εγχείρημα, με την πρόθεση να προσκληθούν καλλιτέχνες από διαφορετικά διεθνή κέντρα και περιφέρειες και να δημιουργηθούν έργα ειδικά για την έκθεση με σκοπό τον εμπλουτισμό της συλλογής μέσα από σχέσεις και διαλόγους που δεν υπακούουν αποκλειστικά σε εθνικά ή γραμμικά ιστορικά σχήματα.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ Τ@ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Η Τίνα Πανδή είναι ιστορικός τέχνης και επιμελήτρια. Eίναι διδάκτωρ Ιστορίας της Τέχνης του Université Paris Nanterre. Από το 2006 έως σήμερα εργάζεται ως Επιμελήτρια στο Τμήμα Ζωγραφικής και Τρισδιάστατων έργων του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης. Έχει επιμεληθεί και συνεπιμεληθεί πολυάριθμες αναδρομικές, μονογραφικές και ομαδικές
εκθέσεις, όπως: Ωδή στα πράγματα. Νίκη Καναγκίνη. Αναδρομική (2026), Χρονος στα χέρια μου. Λήδα Παπακωνσταντίνου. Αναδρομική (2023-2024), Ελένη Μπαγάκη. Something like a poem, a nude and flowers in a vase (2022) Μπία Ντάβου. Αναδρομική, (2008), Νίκος Κεσσανλής. Από την ύλη στην εικόνα (2007), Χρόνης Μπότσογλου. Αναδρομική (2010), Δημήτρης Αληθεινός. Αναδρομική (2013), Νίνα Παπακωνσταντίνου. Αντί Γραφής (2011), Αυτό είναι ένα ποίημα. Ομάδα οπτικής ποίησης 1981-2011 (2011), PLEXUS. Πέτρος Μώρης- Μπία Ντάβου-Έφη Σπύρου (2015), Σε ενεστώτα Χρόνο (2007), Εκ Νέου. Μια νέα γενιά Ελλήνων καλλιτεχνών (2014), Unpacking my library (2018). Έχει συμμετάσχει σε ερευνητικό πρόγραμμα με θέμα τις καλλιτεχνικές και θεσμικές ζυμώσεις γύρω από την ίδρυση ενός Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης στην Ελλάδα, ενώ το 2021 εργάστηκε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας για την διδασκαλία του μαθήματος των επιμελητικών πρακτικών. Τα ερευνητικά και επιμελητικά της ενδιαφέροντα αναπτύσσονται μεταξύ άλλων γύρω από ζητήματα ιστορικών και θεσμικών επαναφηγήσεων. Κείμενα της έχουν δημοσιευτεί σε διεθνή περιοδικά και πολυάριθμους καταλόγους, ενώ έχει συμμετάσχει σε διεθνή συνέδρια και δημόσια προγράμματα (documenta 14, Tate Intensive, CIHA, AAH, UNESCO, Εταιρία Ελλήνων Ιστορικών Τέχνης, AICA Ελλάς, Athens art book fair, 3 137 κ.ά.). Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.