ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2025
Σταματης Σχιζακης

Σκοτωνοντας τα νεα μεσα οταν γερασουν.
Προσωπα, θεσμοι και πρακτικες στη μεταβατικη δεκαετια του '80.

Νίκος Γιαννόπουλος, ΒΑΒΕΛ, 1983
Βιντεοεγκατάσταση. Βίντεο από την τεκμηρίωση της εγκατάστασης που παρουσίαζε το έργο L’amour Transcode του Patrick Prado.

Ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη.

Αμφιθυμιες

Θα μπορούσε άραγε ποτέ να γραφτεί η ιστορία της τέχνης των νέων μέσων στην Ελλάδα; Ένα τέτοιο εγχείρημα βρίσκεται αντιμέτωπο με την ίδια την οντολογία του έργου τέχνης αλλά και με την ελλιπή κανονικοποίηση καλλιτεχνών και καλλιτεχνικών πρακτικών στη χώρα μας από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 μέχρι και τη δεκαετία του 1990. Ο ίδιος ο όρος «νέα μέσα» καλύπτει ένα ευρύ πεδίο πρακτικών που, ανάλογα με την εποχή, τον καλλιτέχνη ή το πλαίσιο παρουσίασης, χρησιμοποιείται για να αναφερθεί, μεταξύ άλλων, στην ψηφιακή τέχνη, την ηλεκτρονική τέχνη, την τέχνη των υπολογιστών, την τέχνη-τεχνολογία, τη βιντεοτέχνη, την τέχνη του βίντεο, τη βιντεοεγκατάσταση, την τέχνη των μέσων. Ο σκοπός αυτής της ταξινομικής έξαρσης, που δεν περιορίζεται μόνο στην ελληνική βιβλιογραφία, είναι η εξειδίκευση και η περιγραφή ενός μέσου με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά όπως αρμόζει στο επιστημονικό πεδίο ιστορίας της τέχνης. Υιοθετώντας έναν όρο, συγκροτούνται διαφορετικές ιστορικές αφηγήσεις, εξειδικευμένες σε συγκεκριμένες καλλιτεχνικές πρακτικές, αποκλείοντας παράλληλα κάποιες άλλες. Ο όρος «νέα μέσα», που λόγω του χρονικού προσδιορισμού έχει βρεθεί στο επίκεντρο κριτικής στη διεθνή βιβλιογραφία, συμπεριλαμβάνει πολλά διαφορετικά μέσα και πρακτικές που δεν σχετίζονται άμεσα μεταξύ τους.

Οι ερμηνείες του όρου είναι πολλές και αντικρουόμενες. Ένας ορισμός θα μπορούσε να είναι και ο παρακάτω: Η τέχνη των νέων μέσων (new media art) είναι ο κατά γενική ομολογία ανεπαρκής όρος που περιγράφει την καλλιτεχνική ενασχόληση με πρωτοεμφανιζόμενα μέσα σε ένα θεωρητικό πλαίσιο στο οποίο συνυπάρχει η τέχνη, η επιστήμη και η τεχνολογία. Σημαντικό στοιχείο του θεωρητικού πλαισίου των νέων μέσων είναι η αναγνώριση ότι έργα, καλλιτέχνες και πρακτικές στο κοινό πεδίο τέχνης και τεχνολογίας έχουν μείνει εκτός του ιστορικού κανόνα λόγω μιας πολυεπίπεδης και αρνητικής προκατάληψης. Έχοντας σήμερα μια διευρυμένη αντίληψη για το τι συνιστά τέχνη και καλλιτεχνική πρακτική, μπορούμε να αξιοποιήσουμε τα ιστοριογραφικά εργαλεία του πεδίου και να ανασκάψουμε, αποκαταστήσουμε και ανασυνθέσουμε έργα μεμονωμένα ή σε ομάδες, αξιοποιώντας γνώσεις τόσο από την τέχνη όσο και από την επιστήμη και την τεχνολογία. Για την Ελλάδα, όπου η ιστορία του πρόσφατου παρελθόντος είναι ακόμα άγραφη, μέσα από το συμπεριληπτικό πεδίο των νέων μέσων μπορούμε να συντάξουμε μια νέα ιστορική αφήγηση των καλλιτεχνικών πρακτικών και του καλλιτεχνικού και κριτικού λόγου που συνδύασαν τέχνη και τεχνολογία, εξετάζοντας έργα και καλλιτέχνες που έχουν μείνει συστηματικά εκτός των προσπαθειών σύνθεσης μιας ιστορίας της τέχνης.

Ξεχωριστό ζήτημα στην εξάπλωση των νέων οπτικοακουστικών τεχνολογιών αποτελεί η επίδραση της δικτατορίας στην ανάπτυξη της ελληνικής τηλεόρασης. Οι πρώτες τακτικές
τηλεοπτικές εκπομπές στην Ελλάδα είχαν ξεκινήσει το 1966, μόλις έναν χρόνο πριν από το πραξικόπημα. Για επτά χρόνια, η κρατική (και μοναδική) τηλεόραση λειτούργησε υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης, το οποίο ενίσχυσε την υποδομή του σταθμού με σκοπό την προπαγανδιστική του αξιοποίηση. Ακόμα και οι σαπουνόπερες είχαν στόχο να παρουσιάσουν μια θετική εικόνα για τους στρατιωτικούς, ως αδιάφθορους ήρωες σε θέσεις εξουσίας. Παράλληλα, κάθε τμήμα της παραγωγής περνούσε από λογοκριτικό έλεγχο. Λόγω αυτού του ζοφερού και αποπνικτικού κλίματος, οι ανατρεπτικές και απελευθερωτικές δυνατότητες του νέου μέσου της τηλεόρασης δεν γίνεται να αξιοποιηθούν καλλιτεχνικά, ενώ απουσιάζει και ο αντίστοιχος κριτικός και θεωρητικός λόγος.1

Ξεκινώντας το εγχείρημα της έρευνας και συγγραφής της τέχνης των νέων μέσων στην Ελλάδα πριν από μια δεκαετία, βρέθηκα αντιμέτωπος με δύο βασικά εμπόδια.

Το πρώτο εμπόδιο ήταν πως πολλοί καλλιτέχνες που από τη δεκαετία του 1960 και μετά αξιοποίησαν νέες τεχνολογίες για να δημιουργήσουν τα έργα τους βρίσκονται για διάφορους λόγους εκτός των κανονιστικών κειμένων που συγκροτούν την ιστορία της τέχνης στην Ελλάδα. Το δεύτερο εμπόδιο ήταν ότι τα ίδια τα κείμενα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν κανονιστικά, δηλαδή που επιχειρούσαν να αφηγηθούν το σύνολο ή μέρος της ιστορίας της τέχνης στην Ελλάδα, ήταν ελάχιστα. Στη συνέχεια, κι ενώ την τελευταία δεκαετία έχουν γίνει άλματα στη συγγραφή της πρόσφατης ιστορίας της τέχνης στην Ελλάδα, άρχισα να διακρίνω μια τρίτη παρεμβολή, καθώς προχωρούσα τη δική μου έρευνα για τον εντοπισμό καλλιτεχνών εκτός των κανονιστικών κειμένων: την αμφίθυμη στάση των θεσμών, της ιστορίας της τέχνης και κυρίως των ίδιων των καλλιτεχνών απέναντι στα έργα τέχνης που έχουν δημιουργηθεί με νέα μέσα. Συνεπώς, η απουσία αναφορών στα έργα αυτά δεν ήταν πάντα λόγω κάποιας συγκεκριμένης άρνησης, κάποιας αδυναμίας των θεσμών να υποστηρίξουν την παρουσίασή τους, κάποιας έλλειψης τεχνογνωσίας ή θεωρητικής προσέγγισης από τους κριτικούς της εποχής, ή λόγω του ότι οι δημιουργοί τους δεν ήταν αναγνωρισμένοι εικαστικοί, αλλά, επιπροσθέτως, επειδή πολλοί δημιουργοί δεν τα συμπεριέλαβαν στον κορμό του έργου τους, δεν τα θεώρησαν αυτόνομα καλλιτεχνικά έργα τη στιγμή της δημιουργίας τους, ενώ, πολλές φορές, τα έργα αυτά δεν παρουσιάστηκαν ποτέ.

Μέσα από διαφορετικές αφορμές, και πραγματοποιώντας στη συνέχεια συστηματική έρευνα στο πλαίσιο της διδακτορικής μου διατριβής, άρχισα να διακρίνω μια σειρά γεγονότων που συγκροτούν μια εναλλακτική αφήγηση της ιστορίας των νέων μέσων στην Ελλάδα.2 Αυτή η νέα αφήγηση ξεκινά από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 από τις μαθηματικο-τεχνολογικές αναφορές του Παντελή Ξαγοράρη και την κριτική αναμέτρηση της γλυπτικής με τα νεότερα μέσα μαζικής επικοινωνίας που πραγματοποιεί ο γλύπτης Θόδωρος με τη σειρά Χειρισμοί (1973-1982). Παράλληλα, στον οπτικοακουστικό τομέα υπάρχουν σημαντικοί πειραματισμοί από καλλιτέχνες που όμως δεν εντάσσουν τα οπτικοακουστικά τους έργα ισότιμα στο έργο τους, παρουσιάζοντάς τα κάποιες φορές σε κλειστό κύκλο ή πολλά χρόνια αργότερα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα φιλμ της Άσπας Στασινοπούλου, κάποια από τα οποία παρουσιάστηκαν 30 χρόνια μετά τη δημιουργία τους.3 Αντίστοιχο παράδειγμα είναι κάποια από τα φιλμ και βίντεο που έκανε ο Δημήτρης Αληθεινός τη δεκαετία του 1970 και τα οποία παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στην αναδρομική του έκθεση στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ) το 2013.4 Παρομοίως, το πολιτικό έργο Μπουμπουλίνα (1981) της Λήδας Παπακωνσταντίνου και της Carole Roussopoulos έχει παρουσιαστεί σε έκθεση μόλις μία φορά έως σήμερα.5 Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αμφιθυμίας είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Θόδωρος περιγράφει τον Τηλε-χειρισμό, το έργο που δημιουργήθηκε στο πλαίσιο της σειράς «Οι δημιουργοί», σε παραγωγή του Γιώργου Εμιρζά, χωρίς να το χαρακτηρίσει έργο τέχνης: «Τα δυο φιλμ (α΄και β΄ μέρος) αποτελούν ένα δίπτυχο, υπάρχουν αναλογίες στην κατασκευή όπως και αντιθέσεις. Παρότι είναι “ντοκιμαντέρ” της δουλειάς μου, η πλοκή τους είναι τέτοια που να αποτελεί έκφραση ανάλογη με αυτή των έργων που παρουσιάζονται.»6

1
2
1. 

Θόδωρος, γλύπτης, Τηλε-χειρισμός, 1976.
Φιλμ 16 χιλ., ασπρόμαυρο, με ήχο, 53΄.

Αρχείο ΕΜΣΤ. Ευγενική παραχώρηση Αρχείου ΕΡΤ

  

Προσωπα

Από το 1980 και έπειτα, ο λόγος για την τέχνη και την τεχνολογία απενοχοποιείται και διευρύνεται από μια ομάδα δημιουργών από διαφορετικά πεδία όπως τα εικαστικά, η μουσική, ο χορός, η αρχιτεκτονική, η τηλεόραση και ο κινηματογράφος, κυρίως όσον αφορά τις καλλιτεχνικές εφαρμογές της τεχνολογίας του βίντεο. Η μεταβολή αυτή συνδέεται με το πυκνό ιδεολογικοπολιτικό σύμπλεγμα της «αλλαγής» της πρώτης κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Ειδικότερα, συνδέεται με την ιδεολογική στροφή προς τη νεότητα που επιχειρείται συστηματικά μέσω της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, της ανάπτυξης νεανικών γλωσσικών ιδιωμάτων, την εμφάνιση των βίντεο και της ιδιωτικής τηλεόρασης ως εναλλακτικών προς το κρατικό μονοπώλιο της οικιακής ψυχαγωγίας και πληροφόρησης.

Μεταξύ των δημιουργών αυτών μπορούμε να αναφέρουμε τον Δημοσθένη Αγραφιώτη, τη Γιούλια Γαζετοπούλου, τον Νίκο Γιαννόπουλο, τη Μαριάννα Θεοδωρίδου, την Αλεξάνδρα Κατσιβελάκη, την Πανδώρα Μουρίκη, τον Τάσο Μπουλμέτη, τη Μαργαρίτα Οβαδία, τον Γιώργο Παπακωνσταντίνου, τον Άρη Προδρομίδη, τη Λουκία Ρικάκη, τον Μάνθο Σαντοριναίο, τον Άγγελο Σκούρτη, την Εύα Στεφανή, τη Μαριάννα Στραπατσάκη, καθώς και το καλλιτεχνικό ζεύγος Θανάση Χονδρό και Αλεξάνδρα Κατσιάνη μαζί με τη μουσική-καλλιτεχνική ομάδα Δημοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ (Θανάσης Χονδρός, Αλεξάνδρα Κατσιάνη και Ντάνης Τραγόπουλος). Στις προσπάθειές τους συμβάλλει ο κατά πολύ μεγαλύτερης ηλικίας ζωγράφος και χαράκτης Νέστορας Παπανικολόπουλος, που αναμοχλεύει το ζήτημα της αξιοποίησης ηλεκτρονικών υπολογιστών στην καλλιτεχνική δημιουργία, ενώ σημαντική είναι και η συμβολή του Μιτ Μητρόπουλου στην τέχνη μέσα από τηλεπικοινωνιακά δίκτυα.

1
2
1. 

2. Μαριάννα Θεοδωρίδου, Αλληγορίες, 1984
Βίντεο, έγχρωμο, με ήχο, 6΄
Ευγενική παραχώρηση της καλλιτέχνιδας

  

Όπως συνέβη και με τις μυθικές, προφορικές αφηγήσεις των πειραματισμών των Nam June Paik, Andy Warhol, και Wolf Vostell, οι οποίες διαρκώς αμφισβητούνται, ξαναγράφονται και επανερμηνεύονται, οι πρώτοι πειραματισμοί στην Ελλάδα είναι αντικείμενο διεκδίκησης πολλών δημιουργών οι οποίοι διεκδικούν τίτλο πρωτοπόρου στην καλλιτεχνική χρήση του βίντεο, με όλες τις διεκδικήσεις να είναι έγκυρες, σύμφωνα όμως με διαφορετικούς όρους, ερμηνείες και ιεραρχίες των καλλιτεχνικών πρακτικών. Όπως σε πολλές περιπτώσεις στην ιστορία των τεχνολογικών μέσων, για τις πρώτες καλλιτεχνικές χρήσεις του βίντεο υπάρχει έλλειψη τεκμηρίων και κριτικών αναφορών, ενώ τα πρωτότυπα έργα τέχνης έχουν χαθεί ή καταστραφεί, από αδιαφορία, από έλλειψη τεχνικών γνώσεων, είτε απλά λόγω των εναλλαγών της οπτικοακουστικής τεχνολογίας.

Μια τέτοια περίπτωση είναι το έργο της Γιούλιας Γαζετοπούλου, που συχνά αναφέρεται ως μία από τις πρώτες καλλιτέχνιδες που αξιοποίησαν τεχνολογία βίντεο σε καλλιτεχνική δράση στην γκαλερί Πολύπλανο την περίοδο 1977-1978.7 Οι περισσότερες αναφορές στο γεγονός αυτό αναφέρονται σε ένα συμβάν στο κοντινό παρελθόν, ενώ δεν βρίσκεται ούτε μία αναφορά από την εποχή της πραγματοποίησής του με λεπτομέρειες για τον χώρο και το περιεχόμενο της δράσης.8

Αντίστοιχα λίγα τεκμήρια υπάρχουν για την έκθεση Mail Art του Μιτ Μητρόπουλου στο βιβλιοπωλείο Gazette, όπου παρουσίασε μεταξύ των εκθεμάτων μια τηλεοπτική οθόνη ρυθμισμένη ώστε να δείχνει παράσιτα, με εξαίρεση την ώρα μιας τηλεοπτικής εκπομπής για την ίδια την έκθεση. Η χειρονομία αυτή, η οποία εντάσσεται στην τηλεπικοινωνιακή καλλιτεχνική πρακτική του Μητρόπουλου, χρονολογείται το 1978, αλλά αναφορές σε αυτήν εμφανίζονται αρκετά χρόνια αργότερα.9 Το ίδιο ισχύει και για τις εγκαταστάσεις «Face to face» που πραγματοποιήθηκαν στο Σαλέρνο της Ιταλίας και στην έκθεση Artcom στο Παρίσι το 1986, καθώς και στο κέντρο V2 στο Σέρτοχενμπος στην Ολλανδία το 1989. Σε αυτή τη σειρά εγκαταστάσεων, δύο άτομα έρχονταν σε επικοινωνία «πρόσωπο με πρόσωπο» μέσα από διαφορετικά επίπεδα απομακρυσμένης οπτικοακουστικής επικοινωνιακής τεχνολογίας, όπως αργή σάρωση εικόνας από τηλεφωνική γραμμή ή αμφίδρομο κύκλωμα καλωδιακής τηλεόρασης. Το ορατό τμήμα της εγκατάστασης κάθε φορά αποτελούνταν από δύο τηλεοράσεις που προβάλλαν δύο πρόσωπα που μιλούν το ένα στο άλλο. 10

Το 1981, η Λήδα Παπακωνσταντίνου σε συνεργασία με την Carole Roussopoulos θα πραγματοποιήσει το βίντεο Μπουμπουλίνα στις Σπέτσες. Στο βίντεο αυτό, διαφορετικές γυναίκες από διαφορετικές γενιές μιλάνε για την Μπουμπουλίνα σαν μέρος της ζωντανής ιστορίας του νησιού των Σπετσών. Μέσα από στοχευμένες ερωτήσεις, συγκεκριμένα επεισόδια από τη ζωή της Μπουμπουλίνας θα παραλληλιστούν με την τρέχουσα καθημερινότητα των γυναικών του νησιού. Η μορφή του φιλμ ακολουθεί το ύφος της στρατευμένης καταγραφής της Carole Roussopoulos, με εικόνες της Μπουμπουλίνας να επικαλύπτουν τις εικόνες των ομιλητριών, οι οποίες συνεχίζουν τις καθημερινές τους ασχολίες όπως το κέντημα, με την κάμερα συχνά να εστιάζει στα χέρια τους καθώς αυτές μιλούν.

1
2
3
1. 

2. 3. Λήδα Παπακωνσταντίνου και Carole Roussopoulos

Μπουμπουλίνα, 1981

Βίντεο, ασπρόμαυρο, ήχος, 30΄ 30”

Σκηνοθεσία και παραγωγή: Λήδα Παπακωνσταντίνου και Carole Roussopoulos

Μοντάζ: Carole Roussopoulos

Έκδοση: 1/5 + 2 AP

Eυγενική παραχώρησης της Λήδας Παπακωνσταντίνου, της Alexandra Roussopoulos και του Geronimo Roussopoulos

 

  

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο εξοπλισμός βίντεο ήταν δυσεύρετος και ακριβός, ειδικά σε σχέση με το φιλμ που ήταν περισσότερο διαδεδομένο και που παρέμενε ο συνηθισμένος τρόπος καταγραφής καλλιτεχνικών δράσεων στην Ελλάδα. Παρόλα αυτά, το βίντεο είχε κάποια χαρακτηριστικά που το καθιστούσαν ιδιαίτερα επιθυμητό για χρήση από καλλιτέχνες: πρώτον, το τηλεοπτικό μόνιτορ μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εντός εκθεσιακού χώρου μαζί με άλλα εικαστικά έργα, σε αντίθεση με το φιλμ που απαιτούσε συσκότιση και, κατά συνέπεια, τον δικό του αποκλειστικό χώρο και δεύτερον, το βίντεο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στον εκθεσιακό χώρο αμέσως μετά την εγγραφή του, ενώ το φιλμ χρειαζόταν χρόνο για την εμφάνιση. Και τα δύο αυτά προτερήματα του βίντεο αξιοποίησε ο Άρης Προδρομίδης για την καταγραφή και παρουσίαση της εγκατάστασης/δράσης «Δράση ΙΙΙ» που πραγματοποίησε το 1981 στην έκθεση Περιβάλλον / Δράση που διοργανώθηκε από την Εταιρία Ελλήνων Τεχνοκριτών. Στη δράση αυτή ο Προδρομίδης εστίασε στη μορφή του καλλιτέχνη: δραματοποίησε την καθημερινότητά του, στο εργαστήριό του, περιτριγυρισμένος από τα εργαλεία και τη δουλειά του. Μέρος της δράσης καταγράφεται σε βίντεο με σκοπό την αναπαραγωγή του κατά τη διάρκεια της απουσίας του καλλιτέχνη από τον χώρο.11 Την ίδια χρονιά, ο Άρης Προδρομίδης θα πραγματοποιήσει την έκθεση Αναμορφώσεις στην Γκαλερί Μέδουσα, με έργα μικτής τεχνικής, τα περισσότερα από τα οποία ήταν αναμορφικές μεταμορφώσεις φωτογραφικών πορτραίτων, ενώ στην ίδια έκθεση παρουσιάζει και το πρώτο αυτόνομο βίντεο του με τίτλο Αναμόρφωση, 1981, στο οποίο καταγράφει αναμορφώσεις του προσώπου του σε μία παραμορφωτική ανακλαστική επιφάνεια.

Άρης Προδρομίδης
Aυτοπορτραίτο/Αναμόρφωση, 1981
Μονοκάναλο βίντεο, έγχρωμο, με ήχο, 7’25’’
Συλλογή του ΕΜΣΤ

  

Το 1983, ο Άγγελος Σκούρτης σε συνεργασία με τη Λη Λυκούδη θα πραγματοποιήσει τη σύνθετη δράση Εθνικός Κήπος, για την οποία οι δυο καλλιτέχνες τοποθέτησαν παραλληλόγραμμα χρωματιστά πλέξιγκλας και καμβάδες, με σκοπό την επισήμανση σημείων θέασης στον Εθνικό Κήπο της Αθήνας. Την ημέρα των εγκαινίων, ένας φλαουτίστας οδήγησε το κοινό από τον Εθνικό Κήπο στον εκθεσιακό χώρο της Αίθουσας Τέχνης Δεσμός, όπου πραγματοποιήθηκε η συνέχεια της έκθεσης. Η έκθεση περιελάμβανε φωτογραφικά κολάζ, φωτογραφίες από την παρέμβαση, καθώς και ένα βίντεο. Στο βίντεο, με τίτλο Μετάπλασις, 1983, που περιγράφεται στο δελτίο τύπου ως «body art performance», απεικονίζονται μέρη φυτών που προβάλλονται πάνω σε γυμνά σώματα. Στο έργο αυτό, η χρήση του βίντεο επέτρεπε την προβολή εικόνας από την οικεία συσκευή της τηλεόρασης, σχολιάζοντας την τεχνολογική διαμεσολάβηση της εμπειρίας της φύσης, που ήταν και το αντικείμενο της δράσης. 12

Την ίδια περίοδο, θα πραγματοποιηθούν και οι πρώτες καταγεγραμμένες υβριδικές βίντεο-περφόρμανς. Το 1983, ο Νίκος Γιαννόπουλος θα συνεργαστεί με τη χορεύτρια Νένα Παπαγεωργίου και τον πιανίστα Θωμά Σλιώμη για να πραγματοποιήσουν την παράσταση Λίγο πριν το 1984 στην αίθουσα τέχνης Πολύπλανο. Η δράση, διάρκειας 45 λεπτών, επαναλήφθηκε δεκαπέντε φορές στον χώρο της γκαλερί που είχε διαμορφωθεί σαν διαμέρισμα, με ένα μέρος να καταλαμβάνεται από το πιάνο, την ώρα που σε άλλο δωμάτιο πραγματοποιούνταν κυρίως η χορογραφία, ενώ το κοινό μπορούσε να μετακινηθεί ελεύθερα στο χώρο. Οι τοίχοι των δωματίων ήταν γεμάτοι από καθρέπτες με στρογγυλεμένες γωνίες που παρέπεμπαν σε οθόνες τηλεόρασης ενώ ανάμεσά τους υπήρχαν και πραγματικές τηλεοράσεις που έπαιζαν τυχαία διαφημίσεις, μουσικά βίντεο ή μετέδιδαν εικόνες κλειστού κυκλώματος από μια βιντεοκάμερα που χειριζόταν ο Νίκος Γιαννόπουλος. Στόχος της δράσης ήταν να σχολιάσει την κρίση της προσωπικής ταυτότητας σε ένα περιβάλλον κορεσμένο από μέσα μαζικής επικοινωνίας και πληροφόρησης. Η κριτική αυτή εκφραζόταν μέσω της χορευτικής δραματουργίας της Νένας Παπαγεωργίου που μεταμορφωνόταν σπασμωδικά σε διαφορετικούς στερεότυπους ρόλους, ενώ το δίκτυο από οθόνες, καθρέπτες και την κάμερα του Νίκου Γιαννόπουλου επέτρεπε μια επόπτευση της δράσης από κάθε σημείο του χώρου.

Το 1985, η Μαριάννα Στραπατσάκη παρουσιάζει στην γκαλερί Μέδουσα μια σειρά από ζωγραφικά έργα πάνω σε ανακλαστική μεταλλική επιφάνεια. Με την πρόθεση να καταγράψει το χρονικό στοιχείο της αντανάκλασης του φωτός στα έργα της, ξεκινά την παραγωγή του βίντεο Ζωτικοί παλμοί, 1985, σε συνεργασία με τον μουσικό Θανάση Ζλατάνο. Το έργο αυτό παρουσιάστηκε για πρώτη φορά ως μέρος εγκατάστασης μαζί με ζωντανή μουσική εκτέλεση από τον Θανάση Ζλατάνο στο Φεστιβάλ Πράξις στο Ινστιτούτο Γκαίτε της Αθήνας τον ίδιο χρόνο. Στη συνέχεια, μονοκάναλη εκδοχή του βίντεο θα παρουσιαστεί ως αυτόνομο έργο στις πρώτες ομαδικές εκθέσεις βίντεο που πραγματοποιούνται στο στούντιο Videograph στη Θεσσαλονίκη και στην έκθεση 1ο Ντοκουμέντο στην γκαλερί F στην Αθήνα το 1986.

Μαριάννα Στραπατσάκη, Ζωτικοί Παλμοί, 1985
Βίντεο, έγχρωμο, με ήχο, 5΄ 15΄΄
Ευγενική παραχώρηση της καλλιτέχνιδας

  

Το 1985 χρονολογείται και η σημαντική συμβολή του Κώστα Τσόκλη με τη βιντεοεγκατάσταση «Το καμακωμένο ψάρι», που παρουσιάζει στο πλαίσιο ατομικής του έκθεσης στην γκαλερί Ζουμπουλάκη. Το έργο αποτελείται από έναν επιζωγραφισμένο καμβά, με ένα καμάκι καρφωμένο στο κέντρο, όπου πάνω προβάλλεται η εικόνα ενός καμακωμένου ψαριού. Ο Τσόκλης ονόμασε αυτή την ολοκλήρωση της ζωγραφικής εικόνας μέσα από προβολή βίντεο «ζωντανή ζωγραφική». Ένα χρόνο αργότερα, ο καλλιτέχνης παρουσίασε έναν κύκλο πέντε πορτραίτων όμοιας τεχνικής μαζί με «Το καμακωμένο ψάρι» ως μέρος της ελληνικής εκπροσώπησης στη Μπιενάλε της Βενετίας. Η περίπτωση της «ζωντανής ζωγραφικής» αποτελεί εξαίρεση τόσο για τη χρήση του βίντεο από έναν ήδη καταξιωμένο καλλιτέχνη όσο και για την παρουσίαση του έργου του σε θεσμικούς χώρους.

Σημαντική είναι επίσης η συμβολή της Αλεξάνδρας Κατσιβελάκη, η οποία συμμετείχε σχεδόν σε κάθε παρουσίαση έργων βίντεο κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980. Τα έργα της προέκυπταν μέσα από την καταγραφή του τηλεοπτικού μόνιτορ με κάμερα σε κλειστό κύκλωμα ή με άλλους ευφάνταστους τρόπους παραμόρφωσης της εικόνας με βασικά τεχνολογικά μέσα. Τα έργα της, για τα οποία συνεργαζόταν με συνθέτες ηλεκτρονικής μουσικής, χαρακτηρίζονται από μια συναισθησιακή προσέγγιση ήχου και εικόνας και είναι από τις λίγες περιπτώσεις Ελλήνων καλλιτεχνών που εστίασαν στα δομικά στοιχεία του μέσου του βίντεο.

Άλλη μια ξεχωριστή περίπτωση δημιουργού, με συμβολή ευρύτερη της παραγωγής καλλιτεχνικών έργων, είναι η Μαργαρίτα Οβαδία, που εργάστηκε στη σκηνοθεσία τηλεοπτικών εκπομπών όμως τα Χρώματα της Λουκίας Ρικάκη, ενώ κατέγραψε και σημαντικές καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, όπως την 1η Πανευρωπαϊκή Συνάντηση για την Τέχνη/Νέα Τεχνολογία. Ανάμεσα στα έργα της περιλαμβάνονται video dance πειραματισμοί σε συνεργασία με τη Μάχη Δημητριάδη (όπως το 20.000 λεύγες υπό…,1989), αλλά και το βίντεο Cyaniris, 1987, που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με τη Λένα Πλάτωνος για να συνοδέψει οπτικά την ομώνυμη ηλεκτρονική μουσική της σύνθεση.

Θεσμοι

Το θεσμικό πεδίο της εποχής διαμορφώνεται από καλλιτεχνικές ή άλλες ιδιωτικές πρωτοβουλίες οι οποίες στηρίζουν τους καλλιτέχνες λιγότερο ή περισσότερο περιστασιακά. Ήδη από την εποχή της δικτατορίας, σημαντικό ρόλο στην υποστήριξη των νέων καλλιτεχνικών μέσων διαδραματίζουν χώροι όπως το Αθηναϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτο του Ιδρύματος Δοξιάδη, το Ινστιτούτο Γκαίτε της Αθήνας και η πρωτοποριακή Αίθουσα Τέχνης Δεσμός. Αν και η τηλεόραση αναπτύσσεται την περίοδο της δικτατορίας, δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για το συνδεδεμένο μέσο του βίντεο που θα αναπτυχθεί την επόμενη δεκαετία.

Ειδικά στον τομέα του βίντεο, τη δεκαετία του 1980 θα δραστηριοποιηθεί σημαντικά η Αίθουσα Τέχνης Πολύπλανο αλλά και το περιοδικό ΣΗΜΑ, και τα δύο υπό τη διεύθυνση του Νίκου Παπαδάκη, ο οποίος οραματιζόταν το βίντεο ως μια νέα λαϊκή τέχνη.13 Προσπαθώντας, μάλιστα, να υποβοηθήσει την εξάπλωση του νέου μέσου, εκτός από τη διοργάνωση προγραμμάτων προβολών βίντεο με έργα Αμερικανών κυρίως πρωτοπόρων, παρείχε εξοπλισμό για λήψη και επεξεργασία βίντεο για καλλιτεχνική χρήση.14 Το βίντεο θα αρχίσει να κάνει την εμφάνιση του σε εκθέσεις εμπορικών γκαλερί όπως η γκαλερί Μέδουσα και η Αίθουσα Τέχνης Δεσμός αλλά και σε βραχύβιους νέους χώρους ή περιστασιακές εκδηλώσεις χωρίς θεσμική υποστήριξη. Οι εξαιρέσεις είναι η ΕΡΤ, που την περίοδο 1984-1985 χρηματοδοτεί και παρουσιάζει την εκπομπή Βίντεο Αρτ του Νίκου Γιαννόπουλου, η οποία θα έχει καταλυτικό ρόλο στη μικρή παραγωγή νέων έργων της εποχής, το 28ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1987, που θα πραγματοποιήσει αφιέρωμα στην τέχνη του βίντεο, καθώς και η 2η Μπιενάλε νέων καλλιτεχνών των ευρωπαϊκών χωρών της Μεσογείου που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1986 με την υποστήριξη της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς.15

Μικρό ΣΗΜΑ, τεύχος 1, Φεβρουάριος 1981
Οπισθόφυλλο με διαφήμιση του εξοπλισμού βίντεο διαθέσιμου από την γκαλερί Πολύπλανο

  

Τη δεκαετία του 1990, καθώς αλλάζει ριζικά το τοπίο της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα μέσα από τη δραστηριοποίηση ιδρυμάτων, θεσμών και εμπορικών χώρων, εμφανίζονται οι πρώτοι οργανισμοί που εξειδικεύονται στα νέα μέσα, όπως είναι το Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Ιλεάνα Τούντα με εξειδικευμένο Τμήμα Τέχνης και Τεχνολογίας υπό τη διεύθυνση του Μάνθου Σαντοριναίου και ο Φούρνος, Κέντρο για τον Ψηφιακό Πολιτισμό, πάλι υπό τη διεύθυνση του Μάνθου και της Ντοντός Σαντοριναίου, που αποτελεί και τον μόνο εξειδικευμένο οργανισμό για τα νέα μέσα στην Ελλάδα που είναι ακόμα σε λειτουργία από αυτή την εποχή. Μια νέα γενιά εικαστικών καλλιτεχνών εδραιώνει τη θέση της χρησιμοποιώντας νέες τεχνολογίες, ενώ η πλειοψηφία των πρωτοπόρων της δεκαετίας του 1980 αποτραβιέται από τον εικαστικό στίβο και η συμβολή τους σύντομα ξεχνιέται.

Θεωρια και επιμελεια

Τη δεκαετία του 1970 ο λόγος για τα νέα μέσα διατυπώνεται από μεμονωμένους δημιουργούς που ακολουθούν εντελώς διαφορετικές πρακτικές, ενώ τα έργα τους παρουσιάζονται κυρίως στο πλαίσιο των ατομικών τους εκθέσεων. Στην αρχή της δεκαετίας του 1980 οι περισσότεροι δημιουργοί εργάζονται σε σχετική απομόνωση μεταξύ τους χωρίς να γνωρίζουν άλλους καλλιτέχνες που αξιοποιούν βίντεο ή άλλες νέες τεχνολογίες στην Ελλάδα. Αυτό αλλάζει καθώς αρχίζουν να πραγματοποιούνται οι πρώτες ομαδικές εκθέσεις και παρουσιάσεις με σκοπό τη συγκέντρωση της εγχώριας δημιουργίας. Σημαντικό γεγονός που επέφερε αυτή τη στροφή είναι η πρώτη τηλεοπτική εκπομπή για τη βιντεοτέχνη στην ελληνική τηλεόραση που πραγματοποιεί ο Νίκος Γιαννόπουλος την περίοδο 1984-1985 με τίτλο Βίντεο τέχνη. Στα έξι διαφορετικά επεισόδια των εκπομπών θα παρουσιάσει έργα του Patrick Prado, της Dominique Belloir, του Walter Verdin, του Albert Pepermans, του Pieter Vereertbrugghen και της Ann Francx ενώ θα αναζητήσει έργα και Ελλήνων καλλιτεχνών, παρακινώντας και υποστηρίζοντας κάποιους στην πραγματοποίηση του πρώτου τους έργου με βίντεο. Μέσα από το ελληνικό τηλεοπτικό δίκτυο θα παρουσιαστούν έργα του Τάσου Μπουλμέτη, της Αλεξάνδρας Κατσιβελάκη, του Μάνθου Σαντοριναίου, της Λήδας Παπακωνσταντίνου και του ίδιου του Νίκου Γιαννόπουλου, ενώ θα παρουσιαστεί και η ηλεκτρονική ζωγραφική του Νέστορα Παπανικολόπουλου.16

Σημαντική είναι η υποδοχή των νέων τεχνολογιών από το 28ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1987. Στο πλαίσιο του Φεστιβάλ πραγματοποιήθηκε αφιέρωμα στη βιντεοτέχνη στην Ελλάδα με έκθεση, συζήτηση και προβολές που περιελάβαναν έργα από Έλληνες δημιουργούς, πολλά από τα οποία είχαν παραχθεί εκτός Ελλάδας, όπως, μεταξύ άλλων, του αρχιτέκτονα Γιώργου Παπακωνσταντίνου, του σκηνοθέτη Τάσου Μπουλμέτη, των εικαστικών Άρη Προδρομίδη, Μαριάννας Θεοδωρίδη, Λήδας Παπακωνσταντίνου, Μαριάννας Στραπατσάκη και Μάνθου Σαντοριναίου, της μουσικής / καλλιτεχνικής ομάδας Δημοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ (Θανάσης Χονδρός, Αλεξάνδρα Κατσιάνη και Ντάνης Τραγόπουλος) κ.ά.17

Γιώργος Παπακωνσταντίνου, Ce Qui Se Passe, Quand Il Ne Se Passe Rien, 1986
Βίντεο, έγχρωμο, με ήχο, 16΄10΄΄
Ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη

  

Σημεία αναφοράς είναι επίσης η εβδομάδα εκδηλώσεων για την τέχνη και την τεχνολογία Τέχνη δίχως σύνορα (1989), σε διοργάνωση του Μάνθου Σαντοριναίου στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Ιλεάνα Τούντα, η οποία συμπεριελάμβανε ένα πλήθος πρακτικές πέρα από την ηλεκτρονική εικόνα και το βίντεο, όπως έργα με λέιζερ, ολογραφία, ρομποτική και ηλεκτρονικό ήχο και όχι μόνο.18 Την ίδια χρονιά θα πραγματοποιηθεί έκθεση βιντεοτέχνης και αφιερώματος στην τέχνη και τεχνολογία στο πλαίσιο του 4ου Διεθνούς Φεστιβάλ Πάτρας.

Οι προαναφερόμενες εκδηλώσεις είχαν κυρίως εκπαιδευτικό χαρακτήρα, καθώς αποσκοπούσαν στη γνωριμία του κοινού με την τέχνη και την τεχνολογία του βίντεο, τους κύριους εκπροσώπους της στην Ελλάδα και το εξωτερικό και τη διαφοροποίησή της από την κινηματογραφική γλώσσα, χωρίς να επιχειρούν μια ευρύτερη ταξινόμηση, ανάλυση ή κριτική αποτίμηση των παρουσιαζόμενων έργων.

Το 1990 θα πραγματοποιηθεί η 1η Πανευρωπαϊκή Συνάντηση για την Τέχνη/Νέα Τεχνολογία σε διοργάνωση του Νίκου Γιαννόπουλου, του Γιώργου Παπακωνσταντίνου και του Νίκου Πατινιώτη. Ολόκληρο το φεστιβάλ περιελάμβανε πάνω από 300 έργα, βιντεοκασέτες και βιντεοεγκαταστάσεις και αποτέλεσε τη μεγαλύτερη εκδήλωση στο θέμα της τέχνης και τεχνολογίας που είχε πραγματοποιηθεί έως τότε στην Ελλάδα, ενώ συνόψιζε τα ζητήματα που απασχολούσαν εδώ και μια δεκαετία τους καλλιτέχνες νέων μέσων στην Ελλάδα, που ήταν κυρίως ζητήματα παραγωγής, προβολής και διακίνησης.

Όπως αναφερθήκαμε στην αμφιθυμία των καλλιτεχνών, είναι σημαντικό να αναφερθούμε σε μια αντίστοιχη αμφιθυμία των κριτικών, επιμελητών και ιστορικών τέχνης της εποχής της δεκαετίας του 1980 όταν αντιμετώπιζαν ζητήματα τέχνης και τεχνολογίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το κείμενο της έκθεσης του Άρη Προδρομίδη για την ατομική του στην γκαλερί Μέδουσα το 1981, την πρώτη έκθεση με αυτόνομο έργο σε βίντεο σε αθηναϊκή εμπορική γκαλερί, όπου η συγγραφέας δεν αναφέρεται ούτε μία φορά στο μέσο.19 Εξαίρεση αποτελεί η Ελένη Βακαλό, που στο τετράτομο έργο της Η Φυσιογνωμία της Μεταπολεμικής Τέχνης στην Ελλάδα αναφέρεται, κάπως αμήχανα, στο έργο του Παντελή Ξαγοράρη και στο βίντεο στο έργο της Γιούλιας Γαζετοπούλου και των Άγγελου Σκούρτη/Λη Λυκούδη ως μέσο τεκμηρίωσης.20 Η πρώτη περίπτωση επιμελητή που αναλαμβάνει με τα θεωρητικά του εργαλεία μια κριτική προσέγγιση στην ελληνική εικαστική οπτικοακουστική παραγωγή της εποχής είναι η Άννα Καφέτση στη συζήτηση στρογγυλής τραπέζης «Η βιντεοτέχνη στην Ελλάδα», που έγινε στο πλαίσιο εκδηλώσεων για την τέχνη και την τεχνολογία στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Ιλεάνα Τούντα το 1989, όπως εκδόθηκε στο περιοδικό Σπείρα.21

Πολιτικες εκσυγχρονισμου

Παρόλο που κάποιες από τις δράσεις που κανονικοποίησαν τη βιντεοτέχνη πραγματοποιήθηκαν και υποστηρίχθηκαν έμμεσα από δημόσιους πολιτιστικούς θεσμούς (όπως η ΕΡΤ και το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης), δεν υπήρξε συγκεκριμένη κρατική πολιτιστική πολιτική σε σχέση με την εικαστική οπτικοακουστική δημιουργία, με εξαίρεση τις προσπάθειες υποστήριξης από τη Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς. Η υποστήριξη της δημιουργικής χρήσης της τεχνολογίας εντασσόταν σε έναν γενικότερο λόγο ταύτισης της τεχνολογίας με την πρόοδο και την οικονομική ανάπτυξη των πολιτικών της «Αλλαγής» και μέσα από τα ιδεολογήματα της νεότητας και της τεχνολογίας, όπως παρατηρεί η ιστορικός τέχνης Αργυρή Κατσαρίδου στη μελέτη της για τη φωτογραφία.22

Η Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, το επιτελικό όργανο της πρώτης κυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου, με στόχο τον συντονισμό της κυβερνητικής πολιτικής για τους νέους, υποστήριξε τη νεανική δημιουργία μέσω των νέων τεχνολογιών σε αρκετές εκδηλώσεις κατά τη δεκαετία του 1980, όπως είναι το συνέδριο το 1984 «Νεότητα και γλώσσα» και το συνέδριο «Τέχνη και τεχνολογία», σε συνεργασία με το Πολυτεχνείο Κρήτης, το οποίο πραγματοποιήθηκε στα Χανιά το 1987 με εισηγήσεις από διαφορετικά πεδία του πολιτισμού, αλλά με έμφαση στη δημιουργική χρήση της τεχνολογίας σε πεδία της δημιουργικής βιομηχανίας, όπως τη μόδα και την αρχιτεκτονική.23

Η σύνδεση της νεολαίας με την τεχνολογία αποτέλεσε έναν μόνο τρόπο μετάδοσης της ιδέας της προόδου, καθώς και οι δύο αυτοί παράγοντες λειτουργούν ως κινητήριες δυνάμεις της κοινωνικής αλλαγής. Δυστυχώς, όπως επισημαίνει η Κατσαρίδου σχετικά με τον χώρο της φωτογραφίας, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αντιστοιχούσαν σε πραγματικές πολιτικές, αλλά λειτουργούσαν κυρίως ως μέσο προβολής της ιδέας της προόδου για πολιτικούς σκοπούς.24

Αν η πολιτιστική παραγωγή εν τέλει εργαλειοποιείται πολιτικά, ακόμα και μια περιστασιακή υποστήριξη μπορεί να προκαλέσει σημαντικές αλλαγές. Μια τέτοια περίπτωση είναι η Β΄ Μπιενάλε Νέων Καλλιτεχνών των Ευρωπαϊκών Χωρών της Μεσογείου που πραγματοποιήθηκε το 1986 στη Θεσσαλονίκη. Επρόκειτο για ένα σημαντικό καλλιτεχνικό γεγονός με περισσότερους από 350 συμμετέχοντες από καλλιτεχνικούς κλάδους όπως η αρχιτεκτονική, η μόδα, ο χορός, η μουσική, τα κόμικς, ο κινηματογράφος, η φωτογραφία, ο βιομηχανικός σχεδιασμός, το θέατρο, η λογοτεχνία, η κοσμηματοτεχνία και το βίντεο. Ήταν η πρώτη μεγάλη καλλιτεχνική διοργάνωση που περιελάμβανε ειδική ενότητα βίντεο, με έργα των Γιάννη Κουΐτζογλου, Δαμιανού Γεωργιάδη, Δημήτρη Μουρτζόπουλου, Κωνσταντίνου Καπετανίδη, Μαργαρίτας Οβαδία, Νίκου Πατηνιώτη, Μαρίνου Πασαλούδη, Κωνσταντίνου Στρατουδάκη, Τάσου Μπουλμέτη και Βαγγέλη Μολαδάκη. Η ένταξη του βίντεο ως κατηγορίας διακριτής από τις εικαστικές τέχνες αποτελεί επίσης ένδειξη της θέσης που κατείχε την εποχή εκείνη, αλλά παράλληλα είναι αξιοπρόσεκτη η συμπερίληψή της. Η συμμετοχή σε κάθε ενότητα της μπιενάλε αποφασίστηκε από διαφορετικές ειδικές επιτροπές και μέλος της επιτροπής για την ενότητα του βίντεο ήταν ο αρχιτέκτονας και καλλιτέχνης Μιτ Μητρόπουλος, ο οποίος ανέλαβε και την υλοποίηση του «ειδικού πρότζεκτ» της ενότητας βίντεο αρτ, το έργο Η Γραμμή του Ορίζοντα, 1986.25 Το έργο αυτό αφορούσε ένα δίκτυο φαξ μεταξύ 27 τοποθεσιών διατεταγμένων από ανατολή προς δύση σε όλο τον κόσμο: από ένα δεξαμενόπλοιο στα στενά του Ορμούζ στον Περσικό Κόλπο, στη Λεμεσό στην Κύπρο, την Αλεξάνδρεια στην Αίγυπτο, τη Ρόδο, το Ηράκλειο, τα Χανιά, τη Μήλο, τη Χαλκίδα, τον Βόλο, την Αθήνα, την Καλαμάτα και την Πάτρα στην Ελλάδα, τη Βαλέτα στη Μάλτα, την Τύνιδα στην Τυνησία, τη Νάπολη, τη Ρώμη και το Τορίνο στην Ιταλία, τη Νίκαια, τη Μασσαλία και το Μονπελιέ στη Γαλλία, τη Βαρκελώνη στην Ισπανία, ένα φορτηγό πλοίο στο λιμάνι της Λισαβόνας στην Πορτογαλία, μια πλωτή κατοικία στον ποταμό Μας στην Ολλανδία, το Τορόντο στον Καναδά και τη Νέα Υόρκη στις ΗΠΑ.26 Το μοναδικό αυτό εγχείρημα παραμένει ακόμα εκτός του κριτικού και θεωρητικού λόγου όπως και της πρόσφατης ιστορίας της τέχνης στην Ελλάδα. Αντίστοιχα, η σημασία της ίδιας της Β΄ Μπιενάλε Νέων Καλλιτεχνών των Ευρωπαϊκών Χωρών της Μεσογείου δεν έχει αποτιμηθεί, παρόλο που συγκέντρωσε και παρουσίασε μια γενιά πρωτοεμφανιζόμενων καλλιτεχνών που καθόρισαν την τέχνη στην Ελλάδα τις επόμενες δεκαετίες σε κάθε πεδίο.

1
2
1. 

Μιτ Μιτρόπουλος, Η Γραμμή του Ορίζοντα, 1986.

Αριστερά Μιτ Μιτρόπουλος, δεξιά τεχνικός Toshiba και μεταξύ τους φαξ. Από την ενεργοποίηση του δικτύου Γραμμή του Ορίζοντα, 1986

Ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη.

  
2. 

Γραμμή Του Ορίζοντα: «Network reach, longitudes,latitudes, footprints of satellites».

Από το Mit Mitropoulos, «Geopolitical art: The aesthetics of networks», Ekistics, Vol. 55, No. 333, Aesthetics (NOVEMBER-DECEMBER 1988), σσ. 307-314

  

Το 1989 είναι η χρονιά που ξεκινούν τις εκπομπές τους τα πρώτα ιδιωτικά κανάλια στην Ελλάδα, γεγονός που αλλάζει απότομα και ριζικά το πεδίο της μαζικής επικοινωνίας, ενώ επιφέρει παράλληλα μεγάλες αλλαγές στον πολιτισμό και φυσικά στον επαγγελματικό τομέα των οπτικοακουστικών παραγωγών. Ταυτόχρονα, το ελληνικό πεδίο μεταμορφώνεται μέσα στη δεκαετία του 1990 από τους παρακάτω παράγοντες: ιδρύονται τα πρώτα ιδιωτικά ιδρύματα (όπως το Ίδρυμα ΔΕΣΤΕ)· εμφανίζεται μια νεότερη γενιά καλλιτεχνών που δημιουργεί, εκθέτει και εμπορεύεται έργα βίντεο· η γενιά των καλλιτεχνών που προηγήθηκε και αγωνίστηκε για την ορατότητα του μέσου σταδιακά στρέφεται σε άλλους επαγγελματικούς κλάδους που άνοιξαν από την εκπαίδευση και τα νέα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια. Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει στη λειτουργία του Φούρνος – Κέντρο για τον Ψηφιακό Πολιτισμό από το 1992 και μετά, γεγονός που επιτρέπει τη συστηματική ανάπτυξη λόγου γύρω από την τέχνη και την τεχνολογία, σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από το πνεύμα της παγκοσμιοποίησης.

Με τα σημερινά θεωρητικά εργαλεία, με μια διευρυμένη αντίληψη του τι συνιστά καλλιτεχνικό έργο και καλλιτεχνική πρακτική και πλέον απαλλαγμένοι από την γοητεία του νεωτερισμού της εκάστοτε τεχνολογίας, είμαστε σε θέση να προχωρήσουμε σε μια νέα αξιολόγηση της τέχνης με νέα μέσα της περιόδου 1970-1990 και να προσπαθήσουμε να την εντάξουμε στο γενικότερο πλαίσιο της ιστορίας της τέχνης και των ιστοριών των νέων μέσων, τοπικά και παγκόσμια.

Θανάσης Χονδρός και Αλεξάνδρα Κατσιάνη, Γραφή, 1987
Βιντεοεγκατάσταση, έγχρωμο βίντεο με ήχο, μόνιτορ, βάθρο, ξύσματα μολυβιού, διάρκεια 14΄ 04΄΄ σε επανάληψη
Συλλογή Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης ΕΜΣΤ, Δωρεά των καλλιτεχνών

  

Βλ. Βαλούκος, Στάθης, Η Iστορία της Ελληνικής τηλεόρασης, Αιγόκερος, Αθήνα 2008, σ. 53, και Μανιάτης, Σωτήρης, «Η τηλεόραση στον “Γύψο”», Εφημερίδα των Συντακτών, 20-21 Απριλίου 2013, σ. 13.

Αφορμές μεταξύ άλλων ήταν η έρευνα για την έκθεση Τα χρόνια της αμφισβήτησης: Η τέχνη του ’70 στην Ελλάδα, 2005. ΕΜΣΤ, επιμέλεια Μπίας Παπαδοπούλου, η έκθεση Μπία Ντάβου. Αναδρομική, ΕΜΣΤ, 2008, επιμέλεια Τίνας Πανδή και  Σταμάτη Σχιζάκη, η έκθεση Δημήτρης Αληθεινός, Αναδρομική, ΕΜΣΤ, 2013, επιμέλεια Τίνας Πανδή και Σταμάτη Σχιζάκη, η έκθεση PLEXUS Πέτρος Μώρης – Μπία Ντάβου – Έφη Σπύρου, 2015, Σπίτι της Κύπρου, επιμέλεια Τίνας Πανδή και Σταμάτη Σχιζάκη, το πρόγραμμα προβολών Terrhistories-Greece, που πραγματοποιήθηκε ως μέρος του 26ου Ιnstants Vidéo Festival στη Μασσαλία το 2013 σε επιμέλεια του Σταμάτη Σχιζάκη, το πρόγραμμα @postasis και το Αφιέρωμα στον Παντελή Ξαγοράρη, που πραγματοποιήθηκε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας το 2020 από τον Σταμάτη Σχιζάκη τον Μάνθο Σαντοριναίο και τη Σταυρούλα Ζώη. Η διατριβή που πραγματοποιήθηκε στο Πανεπιστήμιο του Sunderland και ολοκληρώθηκε το 2022 με την επίβλεψη της Αλεξάνδρας Μόσχοβη και της Beryl Graham είχε τίτλο «Plugged in: the introduction of new media art practices in Greece in the 1970s and 1980s».

Όπως το έργο «Η εγχείρηση», 1972, φιλμ, έγχρωμο με ήχο, που παρουσιάστηκε στην έκθεση Το Πάσχον Σώμα το 2004.

Τα έργα «Χρώμα ψυχολογικό ερέθισμα. Πάτρα-Αγκόνα», 1976 (φιλμ 8 χιλ., έγχρωμο με ήχο, 3’36”), «Αυτοπροσωπογραφία», 1974 (φιλμ 8 χιλ., έγχρωμο με ήχο, 1’22”), «Πρωτοπορία και παράδοση», 1974-1975 (3 βίντεο ασπρόμαυρα, με ήχο και χωρίς, διάρκειας 2’52”, 2’23” και 3’52”), που παρουσιάστηκαν στην έκθεση Δημήτρης Αληθεινός. Αναδρομική το 2013, σε επιμέλεια της Τίνας Πανδή και του Σταμάτη Σχιζάκη.

Στην αναδρομική έκθεση της Λήδας Παπακωνσταντίνου Χρόνος στα Χέρια μου το 2023 στο ΕΜΣΤ σε επιμέλεια της Τίνας Πανδή.

Περιοδικό Σήμα, τεύχος 19-20, Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 1977, σ. 18.

Αναφορές στο έργο της Γαζετοπούλου συναντά κανείς μεταξύ άλλων στο κείμενο του Papakonstantinou, George, “La busca de identidad del videoarte griego”, στο Pérez Ornia, José Ramon (ed.), Televisión y Video de Creación en la Comunidad Europa, Catalogue of the Exhibition Panorama Europeo del Videoarte, Μαδρίτη 1992, σ. 220, ο κατάλογος από την 1η Ευρωπαική συνάντηση για την Τέχνη/Νέες Τεχνολογίες (Νίκος Γιαννόπουλος, Γιώργος Παπακωνσταντίνου, Νίκος Πατηνιώτης), Αθήνα 1990, ΕΣΤΕΤ, σ. 84 και το άρθρο της Τσίκουτα, Λίνας, «Βίντεο: ένα νέο μέσο έκφρασης», Η Καθημερινή, 6 Φεβρουαρίου 2005. Ο Νίκος Γιαννόπουλος αναφέρει σε μια αδημοσίευτη συνέντευξη ότι η δράση αυτή πραγματοποιήθηκε με ενδοσκόπιο, αλλά ούτε ο ίδιος μπορούσε να επιβεβαιώσει την ημερομηνία.

Αχρονολόγητες αναφορές υπάρχουν στο τετράτομο έργο της Βακαλό, Ελένης, Η Φυσιογνωμία της Μεταπολεμικής Τέχνης στην Ελλάδα, Κέδρος, Αθήνα 1981-1985, όπως και στη συνέντευξη της καλλιτέχνιδας με τον Νίκο Παπαδάκη που δημοσιεύτηκε με αφορμή έκθεσή της στο Πολύπλανο το 1983. Βακαλό, Ελένη, Η Φυσιογνωμία της Μεταπολεμικής Τέχνης στην Ελλάδα IV: Μετά την Αφαίρεση, Κέδρος, Αθήνα 1985, σ. 111 και Γαζετοπούλου, Γιούλα, Παπαδάκης, Νίκος, Found Concept, Γκαλερί Πολύπλανο, Αθήνα 1983.

Μητρόπουλος, Μιτ, «Απόσταση: Εμπόδιο και εργαλείο στη διαδικασία επικοινωνίας», ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ, τ. 47, Νοέμβριος 1985, σσ. 40-41 και Mitropoulos, Mit, «Geopolitical art: The aesthetics of networks», Ekistics, τ. 55, 1988, σσ. 307-314.

Mitropoulos, Mit «A sequence of video-to-video installations illustrating the together/separate principle, with reference to two-way interactive cable TV systems», Leonardo, τ. 24, 1991, σσ. 207–211.

Η καταγραφή αυτή αργότερα θα αποτελέσει αυτόνομο βίντεο με τίτλο La Vita d’Artista, 1981.

Δελτίο τύπου, «Λη Λυκούδη και Άγγελος Σκούρτης: Επέμβαση – Δράση – Βίντεο», Αίθουσα Τέχνης Δεσμός, 1983.

Υπό την έννοια μιας τέχνης μαζικής απεύθυνσης αλλά και μιας τέχνης που θα εξέφραζε άμεσα έναν σύγχρονο λαό.

Παπαδάκης, Νίκος, Νέο Σήμα, τ. 3, Φεβρουάριος 1981, σσ. 1-11 και Παπαδάκης, Νίκος, Μικρό Σήμα, τ. 1, Φεβρουάριος 1981.

Τσιτσόπουλος, Στέφανος, «Β΄ Biennale Νέων Καλλιτεχνών στη Θεσσαλονίκη: ήμουν κι εγώ εκεί», Athens Voice, 1 Ιουνίου 2025, https://www.athensvoice.gr/life/poleis/907177/v-biennale-neon-kallitehnon-sti-thessaloniki-imoun-ki-ego-ekei/ (Τελευταία πρόσβαση: 17 Δεκεμβρίου 2025).

Γιαννόπουλος, Νίκος, «Βίντεο Τέχνη», TV + Βίντεο, τ. 16, Μάιος 1986.

Μπαγανάς, Γιώργος, (επιμ.), Βίντεο τέχνη – 28ο Ελληνικό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: Βίντεο Τέχνη, Ελληνικό Φεστιβάλ Κινηματογράφου, Θεσσαλονίκη 1987.

Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Ιλεάνα Τούντα, «Τέχνη δίχως σύνορα-μια εβδομάδα αφιερωμένη στην τέχνη και την τεχνολογία», Φυλλάδιο εκδήλωσης, 1989.

Στρούζα, Έφη, Προδρομίδης, Μέδουσα Αίθουσα Τέχνης, Αθήνα 1981.

Βακαλό, Ελένη, Ό.π., σ. 24 και 111 αντίστοιχα.

Καφέτση, Άννα, «Από τη συζήτηση για τη βιντεοτέχνη στην Ελλάδα», Σπείρα, Τρίτη Περίοδος, τ. 1, Καλοκαίρι 1990, σσ. 165-169.

Κατσαρίδου, Αργυρή, «Η φωτογραφία στην Ελλάδα 1970-2000: η εξέλιξη του θεωρητικού λόγου και των θεσμών», Διδακτορική διατριβή, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2010, σσ. 136-150.

Ρηγοπούλου, Πέπη κ.ά. (επιμ.), Τέχνη και Τεχνολογία: Συμπόσιο που διοργανώθηκε στα Χανιά της Κρήτης τον Μάρτιο 1987 από το Πολυτεχνείο Κρήτης και το Υπουργείο Πολιτισμού-Γραμματεία Νέας Γενιάς, Ύψιλον, Αθήνα 1988.

Κατσαρίδου, Αργυρή, Ό.π., σσ. 150-160.

Υπουργείο Πολιτισμού, 2η Μπιενάλε Νέων Καλλιτεχνών των Ευρωπαϊκών Χωρών της Μεσογείου, Lexicon O.E., Θεσσαλονίκη 1986.

Mitropoulos, Mit, Ό.π., σ. 310.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ Τ@ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Ο Σταμάτης Σχιζάκης σπούδασε Ιστορία και Θεωρία Τέχνης και Φωτογραφίας στο Πανεπιστήμιο του Derby και Ιστορία Τέχνης στο Goldsmiths College, ενώ ολοκλήρωσε την διδακτορική του διατριβή πάνω στην εισαγωγή των νέων τεχνολογιών στην τέχνη στην Ελλάδα στο Πανεπιστήμιο του Sunderland. Από το 2005 εργάζεται στο ΕΜΣΤ, Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Μεταξύ άλλων έχει επιμεληθεί τις εκθέσεις: Θόδωρος, γλύπτης – Αντί Αναδρομικής, 2025∙ Μιχαήλ Καρίκης – Γιατί είμαστε μαζί, 2023∙ PLEXUS Πέτρος Μώρης-Μπία Ντάβου-Έφη Σπύρου, 2015 (συνεπιμέλεια με την Τίνα Πανδή)∙ Δημήτρης Αληθεινός. Αναδρομική, 2013 (συνεπιμέλεια με την Τίνα Πανδή)∙ Φοίβη Γιαννίση, ΤΕΤΤΙΞ, 2012∙ Ρένα Παπασπύρου, Φωτοτυπίες απευθείας απ’ την ύλη, 1980-1981, 2011∙ Γιώργος Δρίβας (un)documented, 2009∙ Μπία Ντάβου. Αναδρομική, 2008 (συνεπιμέλεια με την Τίνα Πανδή). Από το 2017 πραγματοποιεί την Πρώτη, τελευταία και παντοτινή μπιενάλε του Ψηλορείτη.