ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2025
Αννα Μυκονιατη

Η ζωγραφικη στη συγχρονη τεχνη αναμεσα στην αγορα και τα μουσεια:
η ελληνικη πραγματικοτητα

Sasha Streshna, In the Woods, 2022
Λάδι σε καμβά, 155 x 230 εκ.
Ευγενική παραχώρηση της καλλιτέχνιδας
Φωτογραφία: Στάθης Μαμαλάκης

[Soundtrack: “God Save the Queen”, The Sex Pistols]

Χλέμπνικοφ: «Κατά τη γνώμη σου, ποια είναι τα μέτρα της εποχής μας;» O Φιλόνοφ απαντά: «Κοίτα, έφτιαξα έναν πίνακα και θέλω να στέκεται μόνος του στον τοίχο, χωρίς καρφιά.»… Ο Χλέμπνικοφ ρωτά με περιέργεια: «Και πώς πάει;» «Προς το παρόν, έχω σταματήσει να τρώω.» «Και ο πίνακας;» «Συνεχίζει να πέφτει. Περνάω τη μέρα κοιτάζοντάς τον, τον χαζεύω, του μιλάω· του λέω: εσύ, ηλίθιε τοίχε, τι άλλο θέλεις από μένα; Θες να ’ρθει ο Ουρανός να με πάρει; Κράτα τον πίνακα!»1

Εικονομια

[Τα πάντα ρει, ακόμα και τα βλέμματα.]

Η έννοια της «εικονομίας» (iconomy) που προτείνει ο φιλόσοφος Peter Szendy στο The Supermarket of the Visible (2019)2  μπορεί να λειτουργήσει ως κλειδί για να κατανοήσουμε τη σημερινή θέση της ζωγραφικής, μια θέση αμφιθυμίας όπου, ενώ παραμένει κυρίαρχη ως αντικείμενο ιδιωτικών συλλογών και εμπορικής διακίνησης, περιθωριοποιείται ως αντικείμενο θεωρητικού ενδιαφέροντος και μουσειακής καταξίωσης και αναγνώρισης ως ξεχωριστής ειδολογικής κατηγορίας από τους θεσμούς της σύγχρονης τέχνης.3 Ο Szendy αντλεί τον όρο από τη Marie-José Mondzain, η οποία στο Image, Icon, Economy (2005)4 αναλύει την εικόνα μέσα από τη βυζαντινή θεολογία: η εικόνα δεν είναι απλώς μια αναπαράσταση, αλλά ένα μέσο διαμεσολάβησης — ένας μηχανισμός που ρυθμίζει ροές πίστης, εξουσίας και ορατότητας ανάμεσα στο ανθρώπινο και το θείο. Η «εικονομία» της εικόνας, λοιπόν, αφορά τη διαχείριση της σχέσης μας με αυτό που βλέπουμε και πιστεύουμε.

Ο Szendy μεταφέρει αυτή τη σκέψη στο πεδίο της ύστερης καπιταλιστικής οπτικής κουλτούρας. Στον κόσμο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, των ψηφιακών πλατφορμών και της αλγοριθμικής καταγραφής της προσοχής, η εικόνα έχει πάψει να είναι απλώς αναπαράσταση· oι εικόνες διακινούνται όπως τα εμπορεύματα, αποτιμώνται όπως τα νομίσματα, συσσωρεύουν αξία μέσα από προβολές, views, likes. Το βλέμμα δεν είναι πια αθώο· είναι μετρήσιμο, ανταλλάξιμο, μέρος μιας οικονομίας της προσοχής που καθορίζει τι έχει σημασία και τι όχι.

Αν δούμε τη ζωγραφική μέσα από αυτό το πρίσμα, γίνεται σαφές γιατί η θέση της στη σύγχρονη τέχνη είναι τόσο αμφίθυμη. Από τη μια, αντιστέκεται στην ταχύτητα και στην ανταλλακτική λογική της «εικονομίας»· απαιτεί βραδύτητα, βλέμμα, παρουσία — είναι μια «αντι-εικονομική» πράξη μέσα σε έναν κόσμο υπερπληθώρας εικόνων. Από την άλλη, δεν μένει αλώβητη· οι πίνακες πωλούνται ως επενδύσεις, διακινούνται ως σύμβολα status, αναπαράγονται σε ψηφιακές πλατφόρμες και εντάσσονται κι αυτοί στο πεδίο της κυκλοφορίας.

Η ζωγραφική βρίσκεται λοιπόν στον πυρήνα και ταυτόχρονα στο περιθώριο της σύγχρονης «εικονομίας»: παράγει εικόνες που δεν προορίζονται για κατανάλωση, αλλά αναπόφευκτα καταναλώνονται· αντιστέκεται στην εμπορευματοποίηση, ενώ είναι το κατεξοχήν εμπόρευμα της τέχνης. Σε αυτή την ένταση ανάμεσα στη βραδύτητα της χειρονομίας και την ταχύτητα της οπτικής κυκλοφορίας, ανάμεσα στο βλέμμα που «κρατά» και στο βλέμμα που «μετριέται», διαμορφώνεται η επικαιρότητα της ζωγραφικής σήμερα. Μια επικαιρότητα που αποτυπώνεται όχι μόνο στο περιεχόμενο, αλλά και στη μορφή — στο μέγεθος, στη χειρονομία, στη φυσική της παρουσία.

Κοιτωντας αργα στον ψηφιακο κοσμο

(Too slow for your feed?)

Ο Hal Foster έχει εδώ και τριάντα χρόνια επισημάνει πως η αγορά της τέχνης τείνει να προωθεί την επιφάνεια και την ταχύτητα της κατανάλωσης της εικόνας εις βάρος της υλικής εμπειρίας του έργου.5 Στη σημερινή συνθήκη της αδιάκοπης ροής εικόνων, η ζωγραφική μοιάζει συχνά να ανήκει σε μια άλλη εποχή — πιο αργή, πιο υλική, πιο στοχαστική. Ωστόσο, αυτή ακριβώς η «βραδύτητα» φαίνεται να βρίσκεται στον πυρήνα της υπάρξής της. Στο βιβλίο της Slow Painting: Contemplation and Critique in the Digital Age,6 η Helen Westgeest αναδεικνύει πώς η ζωγραφική μπορεί να λειτουργήσει ως χώρος αναστοχασμού και κριτικής σκέψης απέναντι στην υπερβολική εικόνα της ψηφιακής εποχής.

Σε αυτό το πλαίσιο, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι η ζωγραφική που κυριαρχεί σήμερα στη διεθνή αγορά δεν αντανακλά τη ζωντάνια του μέσου, αλλά κυρίως την ικανότητά του να παράγει εικόνες με ανταλλακτική αξία. Είναι χαρακτηριστικό ότι, κατά τα χρόνια της ελληνικής οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, ελάχιστοι Έλληνες ζωγράφοι στράφηκαν σε μια ανοιχτά πολιτική ή κοινωνικά στρατευμένη θεματολογία. Η απουσία καθαρά «πολιτικών» έργων δεν υποδηλώνει αδιαφορία· αντανακλά μάλλον τον τρόπο με τον οποίο το ίδιο το μέσο έχει αποσυνδεθεί από τη συλλογική αφήγηση.

Σε αντίθεση με πρακτικές όπως η performance ή το βίντεο, που μπορούν να λειτουργήσουν ως άμεσο κοινωνικό σχόλιο, η ζωγραφική παραμένει εσωστρεφής, προσανατολισμένη στη φόρμα και στην ατομική εμπειρία. Η πολιτικότητά της εκδηλώνεται έμμεσα, μέσα από τον τρόπο με τον οποίο μια εικόνα διαμορφώνει ορατότητα και αίσθηση.

Παράλληλα, μεγάλο μέρος της εγχώριας παραγωγής ευθυγραμμίζεται με τις ανάγκες μιας ταχέως αναπτυσσόμενης διακοσμητικής αγοράς —έργων που προορίζονται κυρίως για ξενοδοχεία, μπαρ και εστιατόρια—, οδηγώντας σε ασφαλείς και αναγνωρίσιμες λύσεις. Έτσι, η ζωγραφική βρίσκεται σε μια παράδοξη θέση: παραμένει κυρίαρχη ως αντικείμενο συλλογής, αλλά ταυτόχρονα περιθωριοποιείται ως αντικείμενο θεωρητικού ενδιαφέροντος.

Ακριβώς εδώ αποκτά νόημα η συζήτηση για το slow painting: στον αντίποδα του scroll και του swipe, η ζωγραφική επιμένει στη σωματικότητα της θέασης — στην ανάγκη να σταθείς, να κοιτάξεις, να αφιερώσεις χρόνο. Η σχέση του θεατή με έναν πίνακα δεν είναι ποτέ στιγμιαία· είναι μια διαδικασία που προϋποθέτει παρουσία, διάρκεια και εγγύτητα (γι’αυτό και είναι πολύ δύσκολο να αγνοήσεις έναν «κακό» πίνακα ενώ εύκολα προσπερνάς ένα αδιάφορο time-based έργο τέχνης).

Κάθε εικόνα φέρει μέσα της μια επιτελεστικότητα, καθώς η επιφάνειά της —είτε προκειται για καμβά είτε για pixel— διαμεσολαβεί για τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Με την εφεύρεση της φωτογραφίας και αργότερα της κινουμένης εικόνας, η ζωγραφική λειτουργεί πλέον ως «οπτικός διαμεσολαβητής», μας επιτρέπει να ξαναδούμε τον κόσμο και να αναστοχαστούμε τον τρόπο που βλέπουμε. Ο Jonathan Harris,7 εξετάζει αυτή τη διαφορά μέσω της έννοιας του «σκοπικού/οπτικού καθεστώτος» (scopic regime), δηλαδή του τρόπου με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο μέσω των μηχανισμών αναπαράστασης της όρασης, όπως η κάμερα, και των μορφών αναπαράστασης της θέασης, όπως η ζωγραφική.

Η ζωγραφική διατηρεί επίσης μια ανθρωπολογική διάσταση, επαναφέροντας τη σημασία της χειρονομίας, της υλικότητας και της αφής. Στην εποχή της άυλης επικοινωνίας, το ίχνος του χεριού αποκτά βαρύτητα· όπως παρατηρεί ο Leonardo Cremonini, «Η ζωγραφική αναγκάζει τους καλλιτέχνες να γίνονται χειρώνακτες, υποχρεώνει τον εγκέφαλο να συνεργαστεί με το κορμί».8 Κάθε πινελιά είναι μοναδική, αντίσταση στην επανάληψη που χαρακτηρίζει τη μαζική παραγωγή εικόνων.

Στην ιδανική της κατάσταση η σύγχρονη ζωγραφική δεν ανταγωνίζεται την ψηφιακή εικόνα· την παρατηρεί και την επαναπροσδιορίζει. Ακόμη κι όταν αντλεί το πρωτογενές της υλικό ή τα θέματά της από φευγαλέες εικόνες, όπως φωτογραφίες της ειδησεογραφίας ή εικόνες αλιευμένες από το διαδίκτυο, η διαδικασία ζωγραφικής τις επιβραδύνει και τις μεταστοχάζεται, μετατρέποντας το εφήμερο σε βιωμένη εμπειρία. Το slow painting αποκτά έτσι πολιτική διάσταση: αντιστέκεται στην απορρόφηση κάθε εμπειρίας από τη ροή του ψηφιακού θεάματος, προσφέροντας έναν χώρο σιωπής, συγκέντρωσης και ουσιαστικής αλληλεπίδρασης με την εικόνα. Η σιωπή του καμβά είναι πράξη αντίστασης — ένα διάλειμμα μέσα στην πλημμύρα των εικόνων. Το slow painting δεν είναι απλώς μια αισθητική στάση· είναι μια ηθική και γνωσιολογική πρόταση: να μάθουμε ξανά να κοιτάζουμε.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της προσέγγισης βρίσκουμε στην πρακτική πολλών σύγχρονων ζωγράφων που δραστηριοποιούνται στο ελληνικό πεδίο, όπως η Sasha Streshna, ο Βασίλης Ζωγράφος ή η Ειρήνη Ευσταθίου. Αν και η υφολογική τους προσέγγιση διαφέρει, κοινό τους σημείο είναι η επίμονη εστίαση στη βραδύτητα και στην ουσία της ζωγραφικής ως μέσου εμπειρίας.

Βασίλης Ζωγράφος, Χωρίς Τίτλο, 2023
Λάδι σε καμβά, 120 x 110 εκ.
Ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη

  

Η Sasha Streshna επεξεργάζεται εικόνες ιστορικά φορτισμένες, πολλές από τις οποίες προέρχονται από σχολικά βιβλία ιστορίας της σοβιετικής περιόδου κατά την οποία έζησαν οι γονείς της. Η θεματική της περιστρέφεται γύρω από ζητήματα αποικιοκρατίας, επιβολής και πολιτικής ή έμφυλης κυριαρχίας. Με συστηματικές αναφορές στην ιστορία της τέχνης, η Streshna μεταπλάθει εξπρεσιονιστικά το υλικό της, καλύπτοντας τις αρχικές εικονογραφικές πηγές της και αναδεικνύοντας την ένταση της χειρονομίας ως πολιτική πράξη.

Ο Βασίλης Ζωγράφος, με την πειθαρχία του καβαλέτου, δημιουργεί έργα που επαναφέρουν στο προσκήνιο την εμπειρία της θέασης· το αυστηρό καδράρισμα, η υλικότητα της πινελιάς και η σύνθετη χρωματική παλέτα υπονοούν παρά εξηγούν, μετατρέποντας το οικείο σε σχεδόν μεταφυσικό. Αντλώντας από την παράδοση της παραστατικής τέχνης, το έργο του αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η ζωγραφική μπορεί να είναι επίκαιρη χωρίς να είναι «επικαιρική».

Η Ειρήνη Ευσταθίου, αντίστοιχα, μεταπλάθει φευγαλέες εικόνες της επικαιρότητας και αρχειακό υλικό σε ζωγραφικά έργα· η επιβράδυνση της διαδικασίας αναδεικνύει νέες αναγνώσεις των αρχικών φωτογραφιών και προβάλει την αξία της υλικότητας και της χρονικής διάρκειας, ενισχύοντας τη δυνατότητα της ζωγραφικής να δημιουργεί σχέση και στοχαστική εμπειρία για τον θεατή. Σε μια εποχή που άπειρες εικόνες κυκλοφορούν ταχύτατα, φθείρονται, αντικαθίστανται, η ζωγραφική της Ευσταθίου μετατρέπει το εφήμερο σε χρονική εμπειρία. Ο πίνακας λειτουργεί ως επιφάνεια μνήμης, ως τόπος συγκέντρωσης και όχι διάχυσης.

Και στις τρεις περιπτώσεις, η ζωγραφική λειτουργεί ως «οπτικός διαμεσολαβητής»: επιβραδύνει τη θέαση και φωτίζει τις υλικές, χρονικές και συναισθηματικές διαστάσεις της, λειτουργώντας ως αντίβαρο στον ψηφιακό κατακερματισμό της εμπειρίας. Υπερβαίνοντας την επιφανειακή παραστατικότητα, δημιουργεί έναν χώρο σιωπηλής συνομιλίας και εσωτερικής συγκέντρωσης, όπου μορφές, αντικείμενα και χώροι συνυπάρχουν σε αόριστες αλλά δυναμικές σχέσεις. Η επιφάνεια του καμβά γίνεται σκηνογραφία ησυχίας και γειτνιάσεων, που καλεί τον θεατή να σταθεί, να παρατηρήσει και να αναστοχαστεί. Ένα τέτοιο έργο απαιτεί βέβαια χρόνο —και από τον δημιουργό και από τον θεατή— και δεν προσφέρεται για άμεση κατανάλωση εικόνας. Χρειάζεται εσωτερική σιωπή και, ίσως για τον λιγότερο εξοικειωμένο θεατή, μια διαμεσολάβηση, ένα βλέμμα που θα το αποκωδικοποιήσει.

Τελικά, μέσα σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο εικαστικό τοπίο, η ζωγραφική δεν αποτελεί απλά ένα μέσο αναπαράστασης αλλά ένα πεδίο σκέψης για την εικόνα – έναν τρόπο να κατανοήσουμε όχι μόνο τι βλέπουμε, αλλά και πώς βλέπουμε. Στην ψηφιακή εποχή, η ζωγραφική μάς υπενθυμίζει ότι η όραση δεν είναι ποτέ ουδέτερη: είναι πράξη, επιλογή, χρόνος.

Ειρήνη Ευσταθίου, Other Things Happen in December Besides Christmas 2, 2015
Εκτύπωση οθόνης και λάδι σε χαρτί επικολλημένο σε αλουμίνιο, 33 x 33 εκ.
Ιδιωτική συλλογή

  

Ο ρολος του επιμελητη και η μετατοπιση απο τον ζωγραφο στον εικαστικο

(Lost in Curation)

Όπως έχουν υποστηρίξει ο Hal Foster, ο Benjamin Buchloh και άλλοι θεωρητικοί,9 η σχετική περιθωριοποίηση της ζωγραφικής σχετίζεται με δομικές αλλαγές τόσο στα κέντρα θεωρητικής και επιμελητικής πλαισίωσης, όπως τα πανεπιστήμια και οι σχολές καλών τεχνών, όσο και στους μεγάλους μουσειακούς ή εκθεσιακούς θεσμούς, όπως οι μπιενάλε. Η εκθεσιακή έμφαση έχει μετατοπιστεί προς έργα που απαιτούν θεαματικότητα ή εμπειρική εμπλοκή του θεατή. Στο πλαίσιο αυτό, ο Buchloh έχει αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο η ζωγραφική υποβαθμίζεται μέσα στο πλαίσιο της νεο‑αβανγκάρντ κουλτούρας της βιομηχανίας, ενώ ο Foster σημειώνει ότι τα σύγχρονα μουσεία λειτουργούν συχνά ως «containers» για χωρικές, θεαματικές εμπειρίες, στις οποίες η ζωγραφική —μέσο που προϋποθέτει χρόνο, στοχασμό και αφοσίωση— δυσκολεύεται να επιβιώσει.

Σε κάθε περίπτωση, η εικονομία της ζωγραφικής ως ειδολογικής κατηγορίας στο πλαίσιο της σύγχρονης τέχνης ανήκει στο ίδιο πολιτισμικό παράδειγμα με τον επαναπροσδιορισμό του ρόλου του επιμελητή από μια καθαρά διοργανωτική ή θεσμική λειτουργία σε μια δημιουργική και θεωρητική διάσταση: ο επιμελητής δεν επιλέγει απλώς έργα, αλλά κατασκευάζει ολόκληρες αφηγήσεις και εμπειρίες μέσα από τη σκηνογραφία, τον φωτισμό, τη ροή του χώρου και την επιλογή των θεματικών ενοτήτων, γίνεται ουσιαστικά συνδημιουργός. Η παγκοσμιοποιημένη αγορά της τέχνης, οι μεγάλες διεθνείς εκθέσεις (Biennale, Documenta, Manifesta κ.ά.) και τα μουσεία σύγχρονης τέχνης λειτούργησαν ως πεδία όπου ο επιμελητής αναδείκνυε το θεωρητικό και δημιουργικό του κύρος, ενώ η κοσμική πλευρά των εγκαινίων και των events, όπως αυτή προβαλλόταν από ΜΜΕ, περιοδικά τέχνης και το διαδικτύο, αύξησε την προβολή του ως προσωπικότητας με επιρροή στη διαμόρφωση γούστου και τάσεων.

Πολιτικά, η ενίσχυση της χρηματοδότησης από ιδιωτικούς χορηγούς και θεσμικούς φορείς, η ανταγωνιστική σχέση μεταξύ μουσείων και η αναζήτηση «signature exhibitions» ενίσχυσαν την ανάγκη για προσωπικότητα πίσω από την επιμελητική αφήγηση, καθιστώντας τον επιμελητή τόσο διαμεσολαβητή όσο και δημιουργό της καλλιτεχνικής εμπειρίας. Εκθέσεις όπως η Documenta X (Catherine David, 1997) ή η διάρθρωση αιθουσών με θεματικές ενότητες στην Tate Modern ανέδειξαν αυτή τη λογική: τα έργα δεν είναι ανεξάρτητα έργα τέχνης, αλλά στοιχεία μιας συνολικής «ερμηνείας» που ορίζει ο επιμελητής. Με την ισχυρή αυθύπαρκτη πολυσημειακή παρουσία της και τη φορμαλιστική παράδοσή της, η ζωγραφική συχνά αντιστέκεται στην υπερθεματική ανάγνωση και τη «θεωρητική επιβολή» που χαρακτηρίζει τις μεγάλες θεσμικές εκθέσεις.

Εξάλλου, ο επαναπροσδιορισμός του ρόλου του επιμελητή συνδέεται οργανικά με μια αντίστοιχη μετατόπιση στην ταυτότητα του καλλιτέχνη, όπου ο αυτό- ή ο ετεροπροσδιορισμός του ως «ζωγράφου» φαινόταν αίφνης ως περιοριστικός. Οι όροι «εικαστικός» ή «καλλιτέχνης» ανταποκρίνονται περισσότερο στη σύγχρονη, διεπιστημονική πρακτική. Η γλωσσική μετατόπιση δεν είναι τυχαία· εκφράζει τη ρευστότητα των ορίων ανάμεσα στα μέσα, το «διευρυμένο πεδίο» της Rosalind Krauss,10 όπου οι παραδοσιακές κατηγορίες της τέχνης καταρρέουν. Ωστόσο, η γενικότητα του όρου «εικαστικός» έχει και τίμημα: υποβαθμίζει την υλική και ιστορική ταυτότητα της ζωγραφικής. Μέσα σε ένα θεσμικό σύστημα που προκρίνει το project, την εγκατάσταση ή την εμπειρία, η ζωγραφική μοιάζει να χάνει ένα μέρος της «αυτονομίας» που κάποτε τη χαρακτήριζε — όχι επειδή έπαψε να είναι επίκαιρη, αλλά επειδή άλλαξαν οι γλώσσες και οι μηχανισμοί που την ερμηνεύουν. Όταν οι ίδιοι οι ζωγράφοι αποστασιοποιούνται από τη λέξη «ζωγραφική», γιατί να τη διεκδικήσει ο επιμελητής; Έτσι, οι εκθέσεις καταλήγουν συχνά να περιλαμβάνουν ελάχιστη ζωγραφική — όχι από προκατάληψη, αλλά από αμηχανία απέναντι στο ίδιο το μέσο και τη σημασία του σε έναν κόσμο όπου η εικόνα είναι παντού, αλλά η προσεκτική θέαση σπανίζει.

Η ελληνικη περιπτωση: Εθνικο Μουσειο Συγχρονης Τεχνης - ΕΜΣΤ

Βέβαια, παρά τις προβλέψεις και τα μνημόσυνα, που ξεκίνησαν ήδη από το 1839, και τη δήλωση «από σήμερα, η ζωγραφική είναι νεκρή», που αποδίδεται στον Paul Delaroche, ως αντίδραση στην εφεύρεση της δαγγεροτυπίας, η ζωγραφική δεν έχει σταματήσει να επανέρχεται ως ένα ξεχωριστό αφήγημα της σύγχρονης εικαστικής τέχνης είτε με τους μεγάλους ζωγράφους της μεταπολεμικής περιόδου, όπως τον Rothko, τον Bacon και τον Richter, είτε με κινήματα όπως αυτά του νέου εξπρεσιονισμού (Georg Baselitz, Anselm Kiefer, David Salle κ.ά.) και της ιταλικής Transavanguardia (Francesco Clemente, Nino Longobardi κ.ά.).11 Αλλά και στην Ελλάδα έχουμε άνθηση της ζωγραφικής καβαλέτου: η Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας διαμορφώνεται την περίοδο αυτή ως ένας χώρος όπου κυριαρχεί η διδασκαλία σημαντικών Ελλήνων ζωγράφων (Μόραλης, Νικολάου, Κοκκινίδης, Δεκουλάκος, Τέτσης κ.ά.), ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύεται μια νέα γενιά μαθητών τους που αναλαμβάνει τα ηνία (Ψυχοπαίδης, Μπότσογλου, Βαλαβανίδης κ.ά.), συνεχίζοντας τη γραμμή της ζωγραφικής παιδείας που είχε εδραιωθεί στη Σχολή. Οι εικαστικοί που θα συγκροτήσουν αργότερα τη λεγόμενη «Γενιά του ’80» μαθητεύουν κοντά σε εξέχουσες μορφές της ελληνικής ζωγραφικής παράδοσης, ενώ αρκετοί από αυτούς (Γιώργος Ρόρρης, Εδουάρδος Σακαγιάν, Ειρήνη Ηλιοπούλου κ.ά.) συνεχίζουν τις σπουδές τους στην École des Beaux-Arts στο Παρίσι, στο εργαστήριο του Leonardo Cremonini, και δέχονται την ιδιαίτερα τονισμένη θεσμική υποστήριξη της Εθνικής Πινακοθήκης και της διευθύντριάς της Μαρίνας Λαμπράκη-Πλάκα.

Ηλίας Παπαηλιάκης
Το Πορτραίτο του P.P. Pasolini, 2015
Χρώματα λαδιού σε καμβά, 45 x 38 εκ.
Συλλογή ΕΜΣΤ

  

Η ελληνική περίπτωση φωτίζει με ιδιαίτερο τρόπο τη σχέση ανάμεσα στη θεσμική πολιτική και τη ζωγραφική. Το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2000,12 σε μια περίοδο που οι διεθνείς τάσεις είχαν ήδη στραφεί στα νέα μέσα, στο βίντεο και στις εγκαταστάσεις. Η συγκρότηση της συλλογής του δεν ακολούθησε μια μακρόπνοη πολιτική αγορών, αλλά διαμορφώθηκε αποσπασματικά, υπό την επίδραση των εκάστοτε επιμελητικών και αισθητικών προτεραιοτήτων. Όπως συμβαίνει συχνά σε θεσμούς που στερούνται σταθερής χρηματοδότησης, η συλλογή αντικατοπτρίζει περισσότερο το θεωρητικό πλαίσιο και τις ανησυχίες της κάθε περιόδου, παρά ένα συνεκτικό αφήγημα για την ελληνική και διεθνή τέχνη.

Η ζωγραφική, αν και παρούσα, κατέχει περιορισμένη θέση στη συλλογή. Τα περισσότερα έργα που ανήκουν στο μουσείο προέρχονται από δωρεές καλλιτεχνών ή συλλεκτών, σπάνια από στοχευμένες αγορές. Έτσι, συναντούμε έργα σημαντικών Ελλήνων ζωγράφων του ύστερου μοντερνισμού —Κοκκινίδη, Ξαγοράρη, Παπασπύρου, Σόρογκα κ.ά.— που εντάχθηκαν στη συλλογή χάρη στη γενναιοδωρία των δημιουργών ή των κληρονόμων τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και καλλιτέχνες που τιμήθηκαν με ατομικές εκθέσεις στο ΕΜΣΤ, όπως η Μπία Ντάβου ή ο Χρόνης Μπότσογλου, είδαν τα έργα τους να αποκτώνται κυρίως μέσω δωρεών και όχι αγοράς.

Οι ελάχιστες αγορές της πρώτης περιόδου εστίασαν κυρίως στα νέα μέσα, ακολουθώντας τη διεθνή τάση της εποχής που συνέδεε τη «σύγχρονη τέχνη» με το βίντεο, την εγκατάσταση και τις εννοιολογικές πρακτικές. Η επιλογή αυτή δεν ήταν αυθαίρετη· εξέφραζε την ανάγκη του νεοσύστατου μουσείου να τοποθετηθεί εντός του παγκόσμιου χάρτη των «contemporary art museums», αποστασιοποιούμενο από τον εικαστικό λόγο που ταυτιζόταν με τη ζωγραφική και τον «εθνικό» χαρακτήρα της. Η ζωγραφική, συνδεδεμένη στη συνείδηση πολλών με τη Σχολή Καλών Τεχνών, με τον ακαδημαϊσμό ή με μια πιο παραδοσιακή αισθητική, φαινόταν να αντιστέκεται στη ρητορική του «σύγχρονου» και του «διεθνούς».

Το ΕΜΣΤ, επομένως, συγκροτήθηκε εξαρχής με μια εσωτερική αντίφαση: ως εθνικός θεσμός που όφειλε να αναδείξει την ελληνική καλλιτεχνική παραγωγή, αλλά ταυτόχρονα να οριστεί απέναντί της, υιοθετώντας το λεξιλόγιο της διεθνούς πρωτοπορίας. Το μουσείο, εξ αρχής προσωποκεντρικό, διαμορφώθηκε σύμφωνα με την οπτική και τις προτεραιότητες της εκάστοτε διευθύντριας. Από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα, το ΕΜΣΤ έχει περάσει από τρεις διαφορετικές διευθύνσεις —την Άννα Καφέτση (1997-2014), την Κατερίνα Κοσκινά (2014-2018) και την Κατερίνα Γρέγου (2021-σήμερα)—, καθεμία από τις οποίες ανέδειξε διαφορετικές πτυχές του «σύγχρονου». Επί Άννας Καφέτση, το μουσείο συγκροτείται θεωρητικά, με έμφαση στη διεθνή γλώσσα των εννοιολογικών πρακτικών· παρουσιάζεται μια σειρά σημαντικών εκθέσεων Ελλήνων ζωγράφων, ωστόσο οι αγορές αφορούν σχεδόν αποκλειστικά έργα εννοιολογικής ή πολυμεσικής κατεύθυνσης. Επί Κατερίνας Κοσκινά, το ΕΜΣΤ εδραιώνεται θεσμικά, αποκτά εσωτερικό κανονισμό, εγκαθίσταται στο κτίριο Φιξ αλλά λειτουργεί σε συνθήκες οικονομικής στενότητας. Η συλλογή εμπλουτίζεται με πολλές δωρεές, αναμεσά στις οποίες και έργα νεότερων ζωγράφων (Ηλίας Παπαηλιάκης, Σάββας Χριστοδουλίδης, Βασίλης Ζωγράφος κ.ά.), τα οποία όμως συχνά δεν είναι αντιπροσωπευτικά της συνολικής διαδρομής τους. Με την ανάληψη της διεύθυνσης από την Κατερίνα Γρέγου, η πολιτική των δωρεών αναθεωρείται ριζικά. Το μουσείο διεκδικεί πλέον ενεργό ρόλο στο επαγγελματικό πεδίο: καθιερώνει οδηγό δίκαιων αμοιβών για καλλιτέχνες, επιμελητές και θεωρητικούς, θέτει αυστηρά κριτήρια για την αποδοχή δωρεών και εγκαινιάζει ένα συνεκτικό πρόγραμμα αγορών νέων έργων. Παρά τις πρωτοβουλίες αυτές, η παρουσία της ζωγραφικής παραμένει περιορισμένη: την περίοδο 2021-2025, από τα 104 έργα που έγιναν δεκτά ως δωρεές, μόλις πέντε είναι αμιγώς ζωγραφικά, ενώ από τα 109 έργα που αγοράστηκαν, μόνο ένα είναι ζωγραφικό.

Η αναλογία αυτή δεν είναι τυχαία· αντικατοπτρίζει τόσο τις συνθήκες μέσα στις οποίες συγκροτήθηκε η συλλογή, όσο και τις προτεραιότητες της σύγχρονης τέχνης, η οποία συχνά δίνει έμφαση στο έργο ως διαδικασία, εμπειρία ή ιδέα. Προσωπικά θεωρώ πως η περιορισμένη παρουσία σύγχρονων Ελλήνων ζωγράφων δεν συνιστά ένδειξη υποτίμησης του μέσου, αλλά μάλλον αντικατοπτρίζει τη στρατηγική προσπάθεια των διαδοχικών διευθύνσεων του μουσείου να ευθυγραμμίσουν τη συλλεκτική και εκθεσιακή πολιτική του ΕΜΣΤ με τις διεθνείς κατευθύνσεις του πεδίου. Η επιλογή των έργων, επομένως, δεν υπαγορεύεται μόνο από αισθητικά ή ιστορικά κριτήρια, αλλά και από τον τρόπο που το μουσείο διαμορφώνει την αποστολή του και επιχειρεί να διατηρήσει τη θεσμική του εγκυρότητα σε ένα παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο.

Σ’ αυτή την προοπτική, η έλλειψη ζωγραφικής στη συλλογή του μουσείου μπορεί να ιδωθεί υπό το πρίσμα του λεγόμενου collection lag — της χρονικής απόστασης ανάμεσα στη ζωντανή καλλιτεχνική παραγωγή και την επίσημη θεσμική ενσωμάτωσή της. Στην περίπτωση του ΕΜΣΤ, αυτό το κενό φαίνεται να είναι μεγαλύτερο απ’ ό,τι σε άλλους θεσμούς: οι δημιουργοί παράγουν έργα, αλλά η ένταξή τους στη συλλογή του μουσείου καθυστερεί, με αποτέλεσμα η συλλογή να μην αντανακλά πλήρως την τρέχουσα παραγωγή, ειδικά σε μέσα που προϋποθέτουν στοχαστική εμπλοκή και χρονική διάρκεια όπως η ζωγραφική. Αυτό δεν οφείλεται σε έλλειψη πρόθεσης ή οράματος από πλευράς διοικήσεων, αλλά στις διαρκώς μεταβαλλόμενες διοικητικές και πολιτικές συνθήκες, στους περιορισμένους πόρους και τις αναγκαστικές προσαρμογές ενός μουσείου που διαμορφώνεται ακόμα όχι μόνο ως συλλογή αλλά και ως ταυτότητα.

Ο παιδαγωγικός ρόλος που περιγράφεται στη δήλωση αποστολής του ΕΜΣΤ συμβάλλει επίσης στην κατεύθυνση αυτή. Το μουσείο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως θεσμό εκπαίδευσης και διαμόρφωσης κοινού, επιδιώκοντας να επικοινωνήσει τις θεματικές των εκθέσεών του με σαφή και εύγλωττο τρόπο. Έργα βίντεο, εγκαταστάσεις και φωτογραφίες ανταποκρίνονται πιο άμεσα σε αυτή την παιδαγωγική λογική, καθώς διαθέτουν μια αφηγηματική αμεσότητα που εξυπηρετεί την επικοινωνία πολύπλοκων εννοιών, όπως η συγκρότηση του σύγχρονου κράτους, η δικαιοσύνη για τα ζώα ή η τεχνολογική αλλοτρίωση. Η ζωγραφική, αντίθετα, έχει μια εσωτερικότητα και μια μετα-γλώσσα που απαιτεί χρόνο, συγκέντρωση και εμπειρία θέασης για να αποκαλύψει το βάθος των σημασιών της. Κι ενώ ως μέσο είναι ίσως το πιο οικείο στον μη ειδικό επισκέπτη, η γλώσσα της δεν είναι ποτέ τόσο άμεση ή επιτελεστική όσο των νέων μέσων — γι’ αυτό και συχνά μένει στο περιθώριο των μουσειακών αφηγήσεων που επιδιώκουν την ταύτιση και την παιδαγωγική αποτελεσματικότητα.

Σήμερα, ωστόσο, σε μια εποχή που η εικόνα έχει μετατραπεί σε ακατάπαυστη ροή και η υλικότητα σε έλλειμμα, η απουσία της ζωγραφικής από τη συλλογή του ΕΜΣΤ αποκτά νέα σημασία. Δεν είναι απλώς ένα θεσμικό κενό, αλλά ένας καθρέφτης της ίδιας της αγωνίας του μουσείου: πώς να παραμείνει «σύγχρονο» όταν η ίδια η έννοια του σύγχρονου αλλάζει; Όπως έχουν επισημάνει θεωρητικοί της τέχνης όπως η Griselda Pollock και η Alison Rowley,13 ο όρος «σύγχρονη τέχνη» λειτουργεί πια περισσότερο ως μια μουσειακή κατηγορία παρά ως ιστορικός προσδιορισμός — μια ετικέτα που αφορά ό,τι είναι τώρα, χωρίς σαφή χρονικά ή εννοιολογικά όρια.

Η ιστορία του ΕΜΣΤ είναι, σε μεγάλο βαθμό, η ιστορία ενός θεσμού που επιχειρεί να ορίσει εκ νέου το «σύγχρονο» μέσα σε ένα πεδίο διαρκούς μεταβολής. Ίσως, ωστόσο, το πραγματικά σύγχρονο να μην ταυτίζεται με το νέο, αλλά με εκείνο που επιμένει· όχι με το εντυπωσιακό, αλλά με το ουσιώδες. Στην εποχή της αδιάκοπης ροής εικόνων, η ζωγραφική —με τη βραδύτητα, την υλικότητα και τη σιωπηλή της επιμονή— επανέρχεται όχι ως νοσταλγία, αλλά ως μορφή αντίστασης. Γιατί, εν τέλει, το να ζωγραφίζεις σήμερα σημαίνει να επιμένεις ότι η τέχνη —και ο θεσμός που τη φιλοξενεί— μπορούν ακόμη να κοιτάζουν βαθιά. Να βλέπουν, όχι απλώς να φαίνονται.

Το ανέκδοτο ανάμεσα στον Ρώσο φουτουριστή ποιητή και συγγραφέα Velimir Khlebnikov (1885-1922) και τον Ρώσο ζωγράφο της πρωτοπορίας και ιδρυτή του κινήματος της αναλυτικής τέχνης Pavel Filonov (1883-1941) αναφέρεται στο Pegioudis Nikos, Artists and Radicalism in Germany, 1890–1933, Brill, 2025, σ.118.

Szendy, Peter, The Supermarket of the Visible: Toward a General Economy of Images, Fordham University Press, Νέα Υόρκη 2019.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Art Basel & UBS Survey of Global Collecting (2025), η ζωγραφική παρέμεινε το μέσο με τις περισσότερες πωλήσεις και τη μεγαλύτερη αγοραστική αξία, αντιπροσωπεύοντας το 27% των συνολικών δαπανών για εικαστικά έργα το 2024, ποσοστό που παραμένει σταθερά υψηλό τα τελευταία χρόνια. Βλ. https://theartmarket.artbasel.com/ (Τελευταία πρόσβαση: 31 Οκτωβρίου 2025).

Mondzain, Marie-José, Image, Icon, Economy: The Byzantine Origins of the Contemporary Imaginary, Stanford University Press, Στάνφορντ 2005.

Foster, Hal, The Return of the Real: The Avant-Garde at the End of the Century, MIT Press, 1996.

Westgeest, Helen, Slow Painting: Contemplation and Critique in the Digital Age, Bloomsbury Visual Arts, 2020.

Harris, Jonathan (ed.), Critical Perspectives on Contemporary Painting: Hybridity, Hegemony, Historicism, Liverpool University Press, Λίβερπουλ 2003, σ. 20. Τον όρο “scopic regime” εισήγαγε τις αρχές της δεκαετίας του 1980 o κριτικός κινηματογράφου Christian Metz, αλλά τον προσέγγισε σε σχέση με το θέατρο.

Συνέντευξη του Λεονάρντο Κρεμονίνι στη Μαργαρίτα Πουρνάρα, «H νεωτερικότητα απειλεί τη ζωγραφική», Η Καθημερινή, 17.07.2005  https://www.kathimerini.gr/culture/223456/h-neoterikotita-apeilei-ti-zografiki (Τελευταία πρόσβαση: 31 Οκτωβρίου 2025).

Foster, Hal, «After the White Cube», London Review of Books, Vol. 37  No.6, 19 Μαρτίου 2015 και Buchloch, Benjamin Heinz Dieter, Neo‑Avantgarde and Culture Industry: Essays on European and American Art from 1955 to 1975, MIT Press, 2000.

Krauss, Rosalind, “Sculpture in the expanded fields”, October, τόμος 8, Άνοιξη 1979, σσ. 30-44.

Bois, Yve-Alain, “Painting: The Task of Mourning” στο Bois, Yve-Alain, Painting as Model, MIT Press, Κέμπριτζ 1990, σσ. 229-244.

Για τις σύνθετες διαδικασίες διαμόρφωσης ταυτότητας και αποστολής του ΕΜΣΤ βλ. Πανδή, Τίνα, «Από τη θεσμοθέτηση στη λειτουργία: Μια σύντομη ιστορία του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, 2000-2010» στο Αδαμοπούλου, Αρετή (επιμ.), Η Τέχνη στην Ελλάδα. Το Θεσμικό Πλαίσιο μετά το 1945, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2024, σσ. 191-221.

Pollock, Griselda και Rowley, Alison, “Painting in a ‘Hybrid Moment’” στο Harris, Jonathan (ed.), Ό.π., σ. 40.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ Τ@ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Η Άννα Μυκονιάτη γεννήθηκε στην Οξφόρδη το 1980 αλλά μεγάλωσε στην Τούμπα Θεσσαλονίκης. Για τον λόγο αυτό είναι ανερχόμενη επιμελήτρια από το 2005 όπου ξεκίνησε να εργάζεται στο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης ενώ από το 2015 συνέχισε να ανέρχεται στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Σπούδασε Ιστορία-Αρχαιολογία (BA), Διαχείριση Πολιτιστικής Κληρονομιάς (MA) και Ιστορία της Τέχνης (PhD) στη Θεσσαλονίκη και το Ironbridge στο Ηνωμένο Βασίλειο. Έχει επιμεληθεί εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, μεταξύ των οποίων: Η Επιστήμη της Αυταπάτης. Μια Ιδιοφυΐα στην Εξαπάτηση της Ευρώπης, Πανεπιστήμιο Βιέννης (2014), Thalassa. The Sea in Greek Art from Antiquity until Today, Shanghai Museum, Κίνα (2022), Graceland. Ο Θρίαμβος μιας Αβέβαιης Πορείας, 8η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης (2023), Μαλβίνα Παναγιωτίδη. Όλα τα Όνειρα είναι Ενοχλητικά, ΕΜΣΤ (2024).