ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2026
Δαφνη Βιταλη

Περπατωντας τον "Μεγαλο Περιπατο"
20 χρονια μετα

Η Άννα Καφέτση με τον καλλιτέχνη Ulrich Rückriem κατά την προετοιμασία εγκατάστασης του έργου του στην έκθεση «Ο Μεγάλος Περίπατος», 2006. Φωτογραφία Σταμάτης Σχιζάκης

Περπατώντας επάνω σε τούτη τη γη, η καρδιά μας χαίρεται με την πρώτη χαρά του νηπίου, την κίνησή μας μέσα στο χώρο της πλάσης, την αλληλοδιάδοχη τούτη καταστροφή, κι’αποκατάσταση της ισοροπίας που είνε η περπατησιά.

Δημήτρης Πικιώνης

Τον περασμένο Ιούλιο, όταν σκεφτόμουν την συνεισφορά μου στο τεύχος του περιοδικού Χταπόδι αφιερωμένο στην ιδρυτική διευθύντρια του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Άννα Καφέτση με την οποία συνεργαστήκαμε για μια περίπου δεκαετία, δούλευα πάνω σε μια έκδοση που αφορά το περπάτημα ως εργαλείο καλλιτεχνικής έκφρασης και θεωρητικών αναζητήσεων. Έτσι, δεν μπορούσα παρά να σκεφτώ μια από τις σημαντικότερες εκθέσεις που διοργανώσαμε στο ΕΜΣΤ με τίτλο «Ο Μεγάλος Περίπατος», 2006, μια έκθεση αναμφισβήτητα περιπατητική, η οποία εκτεινόταν σε πολλούς εκθεσιακούς χώρους και σε υπαίθριους δημόσιους χώρους στο κέντρο της Αθήνας.

Η έκθεση, καθώς και η επιμέλεια και ο σχεδιασμός της, με γοήτευσαν και με συγκίνησαν βαθιά, επηρεάζοντας τη μετέπειτα πορεία μου. Έχοντας την εμπειρία της διοργάνωσης εκ των έσω, αλλά παρατηρώντας και με μια απόσταση είκοσι χρόνων τον αντίκτυπό της, στο σύντομο αυτό κείμενο θα ήθελα να επισημάνω τη σημαντικότητα της και να εστιάσω σε ορισμένα θέματα που αναδύονται από αυτήν. Η έκθεση -στην πραγματοποίησή της οποίας είχα την τύχη να συνεργαστώ- συνέβαλε καθοριστικά στην ενασχόληση μου με την επιμέλεια εκθέσεων όχι μόνο επειδή υπήρξε μια διεθνούς βεληνεκούς έκθεση με σημαντικούς καλλιτέχνες απ’ όλον τον κόσμο, άλλωστε είχα ήδη δουλέψει σε διεθνείς εκθέσεις πρώτης γραμμής, όπως το “Outlook” της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας και το “Monument to Now” του Ιδρύματος ΔΕΣΤΕ, αλλά γιατί η επιμέλεια και ο σχεδιασμός της με γοήτευσε, με συγκίνησε βαθιά και επηρέασε τη μετέπειτα πορεία μου. Έχοντας την εμπειρία της διοργάνωσης εκ των έσω, αλλά παρατηρώντας και με μια απόσταση είκοσι χρόνων τον αντίκτυπό της, στο σύντομο αυτό κείμενο θα ήθελα να επισημάνω την ιδιαίτερη αξία της και να εστιάσω σε ορισμένα θέματα που αναδύονται από την διοργάνωσή της.

Η ιδέα της έκθεσης, όπως ανέφερε η Άννα Καφέτση, «γεννήθηκε από την εγγύτητα του ΕΜΣΤ με τους αρχαιολογικούς χώρους και τα μνημεία της Αθήνας που μας προσφέρει τη δυνατότητα ποικίλων διαπολιτισμικών δικτύων επικοινωνίας μεταξύ της αρχαιότητας και της σύγχρονης διεθνούς τέχνης».1 Ο “Μεγάλος Περίπατος” αποτέλεσε μια από τις πρώτες και οπωσδήποτε από τις αξιολογότερες προσπάθειες στην Αθήνα διαλόγου ανάμεσα στη σύγχρονη τέχνη και την αρχαιολογία, μια κατεύθυνση που υιοθετήθηκε στη συνέχεια και από άλλες διοργανώσεις και φορείς. Ο τίτλος της έκθεσης αναφερόταν στον Μεγάλο Περίπατο της ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων, μιας μεγάλης αστικής παρέμβασης γύρω από την Ακρόπολη, η οποία πεζοδρομούσε τις οδούς ∆ιονυσίου Αρεοπαγίτου, Αποστόλου Παύλου, Αδριανού και Ερµού, ενοποιώντας έτσι την αρχαία πολιτιστική κληρονομιά με την καθημερινότητα και την πολυπολιτισμική πραγματικότητα της πρωτεύουσας. Η έκθεση σε καλούσε να περπατήσεις κατά μήκος του αρχαιολογικού Μεγάλου Περιπάτου και γύρω απ’ αυτόν σε παρακείμενα δημόσια και ιδιωτικά κτίρια, χαράσσοντας έτσι μια παράλληλη διαδρομή μέσα από έργα σύγχρονης τέχνης, πολλά από τα οποία υπήρξαν νέες παραγωγές ειδικά για την έκθεση.

1
2
1. 

Ο χάρτης με τις διαδρομές και τους εκθεσιακούς χώρους του “Μεγάλου Περιπάτου”. Αρχείο ΕΜΣΤ

  

Ο “Μεγάλος Περίπατος” ενσωμάτωσε λοιπόν εξαρχής στο επιμελητικό του σκεπτικό την ιδέα του περπατήματος, όχι μόνο επειδή για να μπορέσει να την επισκεφτεί κανείς έπρεπε να διαβεί από τους πεζόδρομους του κέντρου, αλλά και γιατί η ιδέα της περιήγησης, του drifting και των απροσδόκητων συναντήσεων που βιώνει κανείς στον δρόμο, υπήρξε κεντρική στη σύλληψη του επιμελητικού σκεπτικού. Περπατώντας την έκθεση, ερχόταν κανείς αντιμέτωπος με σχέσεις, αφηγήσεις, αντιθέσεις, αντιστίξεις, δεσμούς, αποκαλύψεις ιστορικές και σύγχρονες, καθώς και απρόσμενες συναντήσεις μέσα από το έργο 44 καλλιτεχνών από όλον τον κόσμο.

Άλλωστε πηγή έμπνευσης της έκθεσης αποτέλεσε για την Άννα Καφέτση το έργο του Έλληνα αρχιτέκτονα, ζωγράφου και στοχαστή Δημήτρη Πικιώνη, ο οποίος είχε συλλάβει και είχε χαράξει τις οδούς πρόσβασης που οδηγούν τους πεζούς στο σημαντικότερο μνημείο της ελληνικής αρχαιότητας, την Ακρόπολη, αλλά και στο τοπίο γύρω από αυτήν. Τα πλακόστρωτα και τα μονοπάτια που είχε διαμορφώσει ο Πικιώνης στα μέσα της δεκαετίας του 50 γύρω από τον βράχο της Ακρόπολης, όπως το εκκλησάκι του Αγίου Δημητρίου Λουμπαρδιάρη και τα μονοπάτια στο λόφο του Φιλοπάππου, σχεδιάστηκαν ως διαδρομές περιπάτου για πεζούς, αναδεικνύοντας τη σχέση μεταξύ τοπίου και πολιτισμού. Το έργο του Πικιώνη δεν αποτέλεσε μονάχα έμπνευση αλλά ενσωματώθηκε και στην ίδια την έκθεση ως έργο. Όπως αναφέρει η Άννα Καφέτση, «ως έκθεμα του Μεγάλου Περιπάτου παρουσιάζεται η ιστορική διαμόρφωση του Δημήτρη Πικιώνη στους αρχαιολογικούς χώρους γύρω από την Ακρόπολη […]. Το έργο του Πικιώνη βασίζεται στην αρχιτεκτονική της κίνησης και της μνήμης, την οποία ο επισκέπτης βιώνει καθώς περπατάει διαμέσου ενός γιγάντιου «κολλάζ» από μαρμάρινα και πήλινα κομμάτια που διασώζουν μνήμες από την κατεδαφιζόμενη Αθήνα του 19ου αιώνα».2

Προσπαθώντας να προσδιορίσω τι με γοήτευσε τόσο βαθιά στον “Μεγάλο Περίπατο”, θα έλεγα ότι δεν ήταν τόσο η επιλογή των έργων -παρότι περιλάμβανε ορισμένα έργα με ιδιαίτερο αποτύπωμα στην ιστορία της τέχνης- αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτά συνδιαλέγονταν με τον τόπο και το τοπίο μέσα από μια ιδιαίτερη ποιητική προσέγγιση που έφερνε μαζί τον αττικό τόπο με άλλους τόπους, κυριολεκτικούς αλλά και νοητικούς. Άλλωστε η ποίηση συνόδευε την Καφέτση στη ζωή της, στη σκέψη της και στις εκθέσεις της και αποτελούσε για εκείνην ένα όπλο, ένα μέσο άμυνας σε αυτόν τον δύσκολο κόσμο. Σύγχρονοι αλλά και αρχαίοι ποιητές και συγγραφείς που επέλεγε, αποτελούσαν σταθερά σημεία αναφοράς, προσφέροντάς της στήριγμα. Έτσι, στον κατάλογο της έκθεσης του “Μεγάλου Περιπάτου” διαβάζουμε αποσπάσματα από τον Πλάτωνα, τον Κάφκα, τον T.S. Eliot, τον Σεφέρη, τον Edward W. Said, τον Rumi, κ.ά. που είχε επιλέξει για να συγκειμενοποιήσουν τα έργα.

Christian Boltanski, Ο ακριβής χρόνος (Για την Μπία Ντάβου), 2006.

10 φωτογραφικές εκτυπώσεις, 10 βαμβακερές κουρτίνες, ανεμιστήρες, μικτή τεχνική, μεταβλητές διαστάσεις . Εγκατάσταση Κτίριο Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων

  

Ίσως όμως αυτό που με κέρδισε περισσότερο στην έκθεση, να είναι αυτός ο περιπατητικός τρόπος θέασης, ένας τρόπος πιο αργός να περιηγείσαι και να προσεγγίζεις τα έργα, που έδινε τη δυνατότητα να αφουγκράζεσαι το τοπίο, να έχεις χρόνο να συνδέσεις την ιστορία με άλλες ιστορίες, το Αλλού με τους Άλλους και να χρειάζεται να επανέρχεσαι ξανά και ξανά για να ανακαλύψεις νέες σχέσεις κάτω από τις σκιές ενός μαγικού και μοναδικού τόπου, όπως είναι αυτό το κομμάτι του κέντρου της Αθήνας. Περπατώντας ανάμεσα στα αρχαιολογικά αποθέματα που κατοικούν την πόλη εδώ και αιώνες και τα νέα έργα τέχνης που συνδιαλλάχτηκαν περιοδικά με αυτά, η επιμελήτρια μας έκανε να σκεφτούμε, να αισθανθούμε, να ευαισθητοποιηθούμε, να αφουγκραστούμε και να νιώσουμε την έκθεση ως τόπο συναντήσεων, να την βιώσουμε, όχι απλά να την επισκεφτούμε. Κάθε φορά που την περπατούσα, ένιωθα ότι κέρδιζα κάτι καινούργιο από την ανοιχτή εννοιολογική αφήγηση που δημιουργούσε, σαν μια νέα έκπληξη που ήξερα ότι θα έρθει, χωρίς να ξέρω όμως ποια θα είναι και τι να περιμένω.

Ο τρόπος προσέγγισης και θέασης της τέχνης που επέλεξε η Άννα Καφέτση για τον Μεγάλο Περίπατο, μου φέρνει στο νου το σκεπτικό της φετινής Μπιενάλε της Βενετίας με τίτλο In Minor Keys και την επιστροφή σε μια πιο χαμηλόφωνη, αισθητηριακή και ανθρώπινη λειτουργία της τέχνης. η οποία καλεί τον θεατή σε μια επιβράδυνση, σε έναν πιο αργό τρόπο πρόσληψης και ανοίγει ένα χώρο για την ποίηση και την αφήγηση ιστοριών, καθώς αποτελεί και μια πρόσκληση να χαμηλώσουμε τους τόνους και να αφουγκραστούμε τις πιο λεπτές και επίμονες φωνές της ζωής, της γης και της ανθρώπινης εμπειρίας. Αυτός ο αργός, στοχαστικός, τρόπος προσέγγισης, που πρότεινε και ο Μεγάλος Περίπατος, καθώς και οι έννοιες της απο-επιτάχυνσης και των παύσεων, επηρέασαν στη συνέχεια και τη δική μου σκέψη.

Ορισμένοι από τους καλλιτέχνες που προσκλήθηκαν στην έκθεση, δημιούργησαν έργα σε διάλογο με την πόλη και τον Μεγάλο Περίπατο της ενοποίησης των αρχαιολογιών χώρων. Ως εκ τούτου, μέσα στον “Μεγάλο Περίπατο” της Καφέτση και μέσα στο έργο του Πικιώνη, συναντάμε έργα διαφόρων μέσων σε αναπάντεχα μέρη, όπως είναι οι ηχητικές εγκαταστάσεις The Castle του Pavel Buchler στο Θησείο, το Long Gone της Susan Philipsz στο Ιερό Νύμφης κοντά στο Ωδείο του Ηρώδου του Αττικού και ο Οιωνός, 2026, του Steve Roden στο Ναό του Αγίου Δημητρίου Λουμπαρδιάρη. Όπως ανέφερε ο Roden, «στις επιτόπιες επισκέψεις μου με ενέπνευσε το έργο του αρχιτέκτονα Δημήτρη Πικιώνη. Στην αρχή συνάντησα τυχαία τα διάφορα κομμάτια του αρχικού μονοπατιού του κατά μήκος του περιπάτου, και στο τέλος με συγκλόνισε η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου του Λουμπαρδιάρη. Η επιθυμία μου ήταν να προσπαθήσω ταπεινά να δημιουργήσω κάτι που θα μπορούσε να συνυπάρξει μαζί τους, και να προβάλω κάποια από τα πράγματα που απηχούν την δική μου αισθητική και τις δικές μου προθέσεις».3

Steve Roden, Οιωνός, 2006. Ηχητική εγκατάσταση και 40 τετράπλευροι αετοί από ξύλο με χρώμα και πλέξιγκλας, 40 ηχεία, 2 ενισχυτές, 2 cds, 2 μηχανήματα αναπαραγωγής cd, μεταβλητές διαστάσεις κατά μήκος του “Μεγάλου Περιπάτου”.

  

Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι την ενσωμάτωση του έργου του Πικιώνη σε μια έκθεση σύγχρονης τέχνης υιοθέτησε και η Ντοκουμέντα 14.4 Θυμάμαι χαρακτηριστικά σε μια συζήτηση που είχα με τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Adam Szymczyk, να αναφέρει τον “Μεγάλο Περίπατο” καθώς μελετούσε την ιστορία των εκθέσεων και μάθαινε από την Αθήνα. Ακόμη, η Ντοκουμέντα 14 παρουσίασε το έργο σύγχρονων καλλιτεχνών πάνω στην εικαστική διαμόρφωση του Πικιώνη. Το περίπτερο δίπλα στον Ναό του Αγίου Δημητρίου Λουμπαρδιάρη φιλοξένησε για την Ντοκουμέντα μια σειρά από κολάζ της Elisabeth Wild αλλά και τους πίνακες της Vivian Suter, που τους ζωγράφισε στον κρατήρα του ηφαιστείου της Νισύρου. Συνεχίζοντας το περπάτημα προς το μονοπάτι του Πικιώνη, ο θεατής της Ντοκουμέντα 14 συναντούσε μια μαρμάρινη σκηνή με θέα στην Ακρόπολη, σκαλισμένη στο χέρι από την Καναδέζα Rebecca Belmore. Παρόλο που θεωρώ ότι το έργο της Belmore παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό μια συμβολική χειρονομία αναφορικά με τις κατοικίες των αυτοχθόνων πληθυσμών του Καναδά, η επιλογή των επιμελητών να ενεργοποιήσουν εκ νέου το έργο του Πικιώνη οφείλεται, αναμφίβολα, στην παρακαταθήκη του “Μεγάλου Περιπάτου”.

Αναλογιζόμενη δυο δεκαετίες αργότερα τη σημασία και την επιρροή που είχε η έκθεση αυτή στα πολιτιστικά δρώμενα της Αθήνας, δεν θα μπορούσα να μην σκεφτώ το Ίδρυμα ΝΕΟΝ και τις εκθέσεις που διοργάνωσε σε διάφορα τοπόσημα της πόλης και σε αρχαιολογικούς χώρους, αλλά και το πρόγραμμα του ΥΠΠΟΑ “Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός”, ένας θεσμός που ξεκίνησε το 2019 σε αρχαιολογικούς χώρους, μνημεία και μουσεία και φέρνει τη σύγχρονη τέχνη δίπλα στην αρχαιολογία.5 Θα σταθώ στο παράδειγμα της Ρωμαϊκής αγοράς.

Στον αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας Ρωμαϊκής αγοράς της Αθήνας, στον “Μεγάλο Περίπατο”, είδαμε το έργο του Ιρανού Y.Z. Kami με τίτλο Rumi, The Book of Shams-e Tabrizi (In Memory of Mahin Tajadod), 2005, που παρέπεμπε στο σουφισμό του Ιρανού μυστικού ποιητή του 13ου αιώνα Τζελαλεντίν Ρουμί. Το έργο αποτελείτο από δώδεκα κύκλους που σχηματίζονταν από μεμονωμένα τεμάχια σαπωνίτη, καθένα από τα οποία έφερε, με λιθογραφικό μελάνι, περσικούς στίχους από το ερωτικό ποίημα του Ρουμί Το Βιβλίο του Shams-e Tabrizi:

Έλα, έλα
Πολυγαπημένε μου, πολυαγαπημένε μου
Μπες μέσα, μπες μέσα
Στο έργο μου, στο έργο μου
Μη φεύγεις, μη φεύγεις
Από δίπλα μου, από δίπλα μου
Όπου κι αν πάω, όπου κι αν πάω
Έρχεσαι μαζί μου, έρχεσαι μαζί μου
Αυτό το σπίτι όπου βρίσκω καταφύγιο
Βρίσκεις καταφύγιο, βρίσκεις καταφύγιο.

Στον ίδιο αρχαιολογικό χώρο, οκτώ χρόνια αργότερα, βιώσαμε ένα ιδιαίτερο περιπατητικό έργο του σημαντικού Βερολινέζου καλλιτέχνη Tino Seghal σε διοργάνωση του οργανισμού ΝΕΟΝ. Τα έργα της έκθεσης εκείνης που συνθέτονταν αποκλειστικά από περιπατητική φιλοσοφική συζήτηση, χορογραφία και ήχους, αποτέλεσαν την πρώτη παρουσίαση έργων του Sehgal σε εξωτερικό χώρο. Όπως ανέφερε ο ΝΕΟΝ, η παρουσίαση των έργων του Sehgal σε αρχαιολογικό χώρο της κλασικής Αθήνας εντάσσεται στην προσπάθεια του οργανισμού για ενεργοποίηση του ιστορικού κέντρου της πόλης με δράσεις που στοχεύουν στην επαναδραστηριοποίηση των δημόσιων χώρων και ένταξή τους στην καθημερινή πολιτιστική ζωή της πόλης.6 Με ανάλογη διάθεση, επαναδραστηριοποίησης του δημόσιου χώρου, περισυλλογής και περιπατητικής εμπειρίας, κινηθήκαμε όταν το Μουσείο επέστρεψε στη Ρωμαϊκή Αγορά με το ηχητικό project Deeper than Silence, στο οποίο καλέσαμε καλλιτέχνες που δουλεύουν με τον ήχο, να δημιουργήσουν νέα ηχητικά έργα, παραγγελίες του ΕΜΣΤ, με θέμα τη σιωπή, την παύση και την αναμονή. Η δράση αυτή ήταν στο πλαίσιο της συνεργασίας του ΕΜΣΤ με το πρόγραμμα “Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός”, το καλοκαίρι μετά το πρώτο lockdown του Covid-19 και μερικά χρόνια αργότερα, η live αυτή δράση και τα έργα που παρήχθησαν πήραν και τη μορφή ενός βινυλίου.7

Y.Z. Kami, Ρουμί. Το βιβλίο του Shams-e Tabrizi (Εις μνήμην του Mahin Tajadod), 2005. Στεατίτης, αλάτι και μελάνι λιθογραφίας, μεταβλητές διαστάσεις. Εγκατάσταση στη Ρωμαϊκή Αγορά.

  

Αναμφισβήτητα, η έκθεση “Ο Μεγάλος Περίπατος”, άσκησε μεγάλη επιρροή σε μεταγενέστερες εικαστικές διοργανώσεις στην πόλη, μεγαλύτερης ή μικρότερης κλίμακας. Η έκθεση, που είχε ως πηγή έμπνευσης την περιπατητική συναισθηματική τοπογραφία του Πικιώνη, ήταν μια από τις πιο πρωτοποριακές, οραματικές, τολμηρές και επιτυχημένες παρεμβάσεις στο κέντρο της πρωτεύουσας. Με την έκθεση αυτή, η ιδρυτική διευθύντρια του ΕΜΣΤ κατάφερε να μετατρέψει το κέντρο σε ένα ανοιχτό Μουσείο, όταν ακόμη το κτίριο του ΦΙΞ πάλευε με την ανακατασκευή του. Ακόμη, έφερε το έργο σημαντικών διεθνών καλλιτεχνών σε διάλογο με την Αθήνα, ιστορική και σύγχρονη, δημιούργησε σημαντικές νέες παραγωγές από Έλληνες και ξένους καλλιτέχνες, ενεργοποίησε ξεχασμένους χώρος, έφερε τη σύγχρονη τέχνη μέσα στην κλασική Αθήνα και κοντά στους πολίτες, τους περαστικούς και την καθημερινή ζωή της πόλης.

Μονάχα όποιος επισκέπτης-παρατηρητής είχε αφιερώσει χρόνο και χώρο, περπατώντας τον “Μεγάλο Περίπατο” ξανά και ξανά, σε διαφορετικές ώρες της ημέρας μπόρεσε να νιώσει τον εμπειρικό πλούτο της έκθεσης. Προσωπικά, βιώνοντας την έκθεση από μέσα, αλλά και ως φανατική περιπατήτρια της, δεν μπορώ να ξεχάσω, για να αναφέρω μόνο μερικά έργα, τον Pawel Althamer που δούλευε μέρα νύχτα μαζί με την βοηθό του στο εργαστήριο που είχε στήσει στον εκθεσιακό χώρο της ΕΠΑΣΚΤ (το κτίριο της Ένωσης Πτυχιούχων της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών στην Πλάκα), το ιδιαίτερα ποιητικό και ερωτικό έργο του Κωστή Βελώνη στην ΕΠΑΣΚΤ που ξεκινούσε από το πένθος του Ηρώδη του Αττικού για την γυναίκα του Ασπασία Ρηγίλλη και συνοδευόταν από ένα τραγούδι του Jonny Cash στην εγκατάσταση Μικρά ξύλινα καθίσματα και η γυναίκα των ονείρων του, 2006, το συναρπαστικό έργο του Christian Boltanski με τις ασπρόμαυρες αρχειακές φωτογραφίες της Μπίας Ντάβου εκτυπωμένες πάνω σε κουρτίνες που ανεμίζουν στα παράθυρα του κτιρίου του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων με τίτλο Ο ακριβής χρόνος (Για την Μπια Ντάβου), 2006, τις φωτογραφίες του Fouad Elkoury του 1982 από την ισραηλινή εισβολή στη Βηρυτό και από τον Αραφάτ στο πλευρό του Παπανδρέου στο Ίδρυμα Μελίνα Μερκούρη και, τέλος, το Νέο Παλαιστινιακό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας και Ανθρωπότητας, 2005, του Khalil Rabah, ένα πραγματικό Μουσείο σε μικρογραφία με βασικό θέμα το ιερό δέντρο της ελιάς. Ένα μνημειακό έργο που μετέφερε την παλαιστινιακή στην αττική γη και άνοιγε μια συζήτηση για το κοινό ανθρωπολογικό υπόβαθρο των λαών της Μεσογείου.

Κωστής Βελώνης, Μικρά ξύλινα καθίσματα και η γυναίκα των ονείρων του, 2006. Μικτή τεχνική, μεταβλητές διαστάσεις. Εγκατάσταση στο Κτίριο της Ένωσης Πτυχιούχων Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών

  

Είναι πάντα ενδιαφέρον να προσκαλούνται διεθνείς καλλιτέχνες να αναλογίζονται και να συνομιλούν με την τοπική πραγματικότητα και ιστορία, υπό την προϋπόθεση ότι το έργο τους δεν περιορίζεται στη γοητεία του προφανούς και αποφεύγει μια επιφανειακή ανάγνωση και ερμηνεία της εντοπιότητας. Τα έργα που δημιουργήθηκαν για τον “Μεγάλο Περίπατο” κατάφεραν να ανοίξουν ορίζοντες θέασης και να επινοήσουν νέα νοήματα.

“Περπατώντας μέσα στους κύκλους της αφήγησης, η εμπειρία της κίνησης δεν είναι πια η ίδια. Ούτε οι σχέσεις μας με την πόλη ή οι δεσμοί με τον κήπο. Μέσα από τις ιστορίες, τις μνήμες, και τις ταυτότητες των Άλλων, ξαναδιαβάζουμε την Ιστορία και το τοπίο μας, επινοούμε τη ζωή, αναζητώντας νέα ονόματα και περιεχόμενα στην «άλλη διάσταση» την ανθρώπινη. Φέρνουμε στο νου τους δρόμους της απόστασης και της μετανάστευσης που ξαναχαράσσονται. Περνάμε απέναντι.”8

Μέσα σε όλα αυτά τα ωραία που πραγματοποιήθηκαν κατά μήκος του Περιπάτου, συνυπήρξαμε με την Άννα Καφέτση και στις δυσκολίες και τις απογοητεύσεις. Δεν θα ξεχάσω τις δοκιμασίες που βιώσαμε δουλεύοντας και τις ματαιώσεις που μερικές φορές νιώσαμε. Έτσι, θα μου μείνουν αξέχαστα τα αμέτρητα ξημερώματα που περπατούσα -με τον ήδη καυτό ήλιο του Ιουνίου- για να παραβρεθώ στις πρωινές ανασκαφές που έκαναν οι αρχαιολόγοι στην οδό Παναθηναίων, πίσω από την αρχαία αγορά, με σκοπό να εξεταστεί η δυνατότητα χορήγησης άδειας για το μνημειακό έργο που ήθελε να στήσει ο Γιάννης Κουνέλλης ύψους 19μ. καθόλο το μήκος του οποίου θα αναπτύσσονταν 160 μπρούτζινες καμπάνες. Ένα έργο για την εγκατάσταση του οποίου δυστυχώς δεν πήραμε το πράσινο φως από τους αρχαιολόγους.

Μια ακόμη απογοήτευση ζήσαμε με το έργο του Nedko Solakov. Η ιδέα της περφόρμανς του με τίτλο Ένα δημόσιο γλυπτό ήταν ότι την ημέρα των εγκαινίων της έκθεσης, στις 17 Ιουλίου, θα καταστρεφόταν το γλυπτό του καλλιτέχνη Γιάννη Καπέλλου, το οποίο είχε φτιάξει ειδικά για την περφόρμανς στη συμβολή των οδών Αγίας Μαρίνας και Αποστόλου Παύλου. Το έργο θα παρέμενε στη θέση αυτή κατεστραμμένο κατά τη διάρκεια της έκθεσης ως σχόλιο του Solakov για την μοίρα των δημόσιων γλυπτών και την τάση του κοινού να ξεχνάει την τέχνη στο δημόσιο χώρο μετά την εγκατάσταση της καθιστώντας την σχεδόν αόρατη. Παρόλο που η έκθεση πραγματοποιούνταν υπό την αιγίδα του δήμου Αθηναίων και η διοργάνωση είχε ενημερώσει για την καλλιτεχνική αυτή περφόρμανς, η δημοτική αστυνομία της πόλης δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι το κατεστραμμένο γλυπτό ήταν μια καλλιτεχνική χειρονομία και ζήτησε από το συνεργείο καθαρισμού του δήμου να μαζέψει τα κομμάτια του κατεστραμμένου γλυπτού.

Το τι ακολούθησε εντός της διοργάνωσης δεν χρειάζεται να το περιγράψω, μπορεί κανείς να το φανταστεί. Αυτό που όμως έχει ενδιαφέρον να επισημανθεί, είναι το πόσο ανέτοιμη ήταν η πόλη μας να αγκαλιάσει και να καταλάβει τη σύγχρονη τέχνη. Θεωρώ πως σήμερα, είκοσι χρόνια αργότερα, ίσως κάτι τέτοιο να μην συνέβαινε και ανάμεσα σε αυτά που κατάφερε να κάνει “Ο Μεγάλος Περίπατος”, ήταν και να εκπαιδεύσει ένα ευρύτερο κοινό, ακόμα και τους τυχαίους περαστικούς, γύρω από το τι μπορεί να είναι ένα έργο ή μια δράση σύγχρονης τέχνης.

1
2
1. 

2. Khalil Rabah, Το Νέο Παλαιστινιακό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας και Ανθρωπότητας, 2005. Μικτή τεχνική, 400 x 900x 1200 εκ. Εγκατάσταση κατά μήκος του Μεγάλου Περιπάτου.

 

  

Όμως μια περιπατητική έκθεση, δεν μπορεί να εξιστορηθεί με λόγια, καθώς, όπως ανέφερε η ίδια η επιμελήτρια, «ο λόγος για την αφήγηση δεν είναι ο περίπατος. Είναι η ανάμνηση και η προετοιμασία του. Γιατί ο περίπατος είναι η πραγματική χαρά».9

Η Άννα Καφέτση, όπως πολλοί που την γνώρισαν από κοντά γνωρίζουν, έβγαζε ένα σκληρό πρόσωπο και μια απόλυτη στάση απέναντι στη ζωή, τους ανθρώπους αλλά και τους συνεργάτες της που στήριζαν το έργο της. Διαβάζοντας τον τίτλο του εισαγωγικού της σημειώματος για την έκθεση, Καμπυλώνοντας την ευθεία, σκέφτομαι πως η τέχνη και η ποίηση ήταν για εκείνην ένα μέσο για να καμπυλώσει την αυστηρότητα που τη διακατείχε, να κάμπτει την ακαμψία και να λειάνει τις γωνίες της. Πίσω από την ισχυρή και συχνά απρόσιτη παρουσία της κρυβόταν μια μεγάλη ευαισθησία, ένας βαθύς στοχασμός και ένας άνθρωπος με μια ιδιαίτερα ποιητική προσέγγιση στην τέχνη και στα πράγματα. Μια ιστορικός τέχνης και διευθύντρια με ένα σημαντικό και σαφές όραμα για τη δημιουργία ενός εθνικού ιδρύματος αφιερωμένου στη σύγχρονη τέχνη, αλλά και με προσδοκίες για τους συνεργάτες που σταδιακά πλαισίωναν και στελέχωναν τον θεσμό.

 

 

Από το δελτίο τύπου της έκθεσης. Αρχείο του ΕΜΣΤ

Από τον κατάλογο της έκθεσης “Ο Μεγάλος Περίπατος”, Εκδόσεις ΕΜΣΤ, 2006, σ. 46.

Παρόλη τη σημασία του “Μεγάλου Περιπάτου δεν ήταν η πρώτη φορά που επιχειρήθηκε μια μεγάλη έκθεση με έργα στο δημόσιο χώρο της Αθήνας, με σημαντικότερη ίσως τα “Παναθήναια της Παγκόσμιας Γλυπτικής” που είχε διοργανώσει ο Τώνης Σπητέρης το 1965 στον Λόφο του Φιλοπάππου, συνδέοντας την Αρχαία Αθήνα με τη σύγχρονη τέχνη. Ακόμη, η ιστορικός τέχνης και επιμελήτρια Έφη Στρούζα, από τη θέση της προέδρου της AICA Hellas, είχε οργανώσει το 2004 την έκθεση “Αθήνα by Art”.

Από το δελτίο τύπου της έκθεσης

Στη δράση Deeper than Silence στη Ρωμαϊκή Αγορά συμμετείχαν με νέα ηχητικά έργα οι καλλιτέχνες: Μανώλης Μανουσάκης, Μιχάλης Μοσχούτης, Acte Vide (Δανάη Στεφάνου και Γιάννης Κοτσώνης) και Νικολέτα Χατζοπούλου. Επιμέλεια Δάφνη Βιτάλη

Από το εισαγωγικό κείμενο της Άννας Καφέτση στον κατάλογο της έκθεσης

Όπως παραπάνω

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ Τ@ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Η Δάφνη Βιτάλη είναι επιμελήτρια από την Αθήνα και τη Ρώμη και επιμελήτρια στο ΕΜΣΤ. Ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για καλλιτεχνικές πρακτικές που έχουν τις ρίζες τους σε κοινωνικά, πολιτικά και οικολογικά ζητήματα, ενώ η επιμελητική της δραστηριότητα έχει επικεντρωθεί σε καλλιτεχνικές πρακτικές που βασίζονται στην έρευνα και στην ιστοριογραφική στροφή στη σύγχρονη τέχνη ως μέσο διερεύνησης και ερμηνείας του παρόντος. Μεταξύ των εκθέσεων και των πρότζεκτ που έχει επιμεληθεί περιλαμβάνονται oi: Janis Rafa. Εμείς που Προδώσαμε τα Άλογα, ΕΜΣΤ∙ Bouchra Khalili. Φανοί και Τυπογράφοι, ΕΜΣΤ∙ Alessandra Ferrini. Unsettling Genealogies, Museo Novecento, Φλωρεντία∙ Unpacking My History, Quadriennale, Ρώμη∙ Όταν το Παρόν είναι Ιστορία, DEPO, Κωνσταντινούπολη και ΜΟΜus, Θεσσαλονίκη∙ Everything Is in a State of Change, Goethe-Institut, Αθήνα∙ Directed by Desire, rongwrong, Άμστερνταμ∙ Those Winged Words, Fondazione Giuliani, Ρώμη∙ Διευρυμένες Οικολογίες, ΕΜΣΤ. Έχει δημοσιεύσει δοκίμια σε διεθνή περιοδικά όπως τα Kunstforum International, Mousse, NERO, Artpulse,  έχει επιμεληθεί πολλούς καταλόγους εκθέσεων και έχει δημοσιεύσει δοκίμια. Έχει συμμετάσχει σε ομιλίες, συνέδρια και επιμελητικά προγράμματα σε ιδρύματα όπως τα ZETA Contemporary, Τίρανα, το Eye Film Museum, Άμστερνταμ, το Eastern Balkans Institute for Art, Σόφια, Palais de Tokyo, Παρίσι, Flanders Arts Institute, Βρυξέλλες, Cluj Cultural Centre, Ρουμανία, ARCO Μαδρίτη, Artissima, Τορίνο, Μπιενάλε Θεσσαλονίκης κ.ά.