ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2026
Κωστας Χριστοπουλος

To "προβλημα της ελληνικοτητας"

Γιάννης Τσαρούχης, Η ξεχασμένη φρουρά, 1957. Λάδι σε πανί, 216 x 295 εκ. Copyright © Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη. Ευγενική παραχώρηση Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη

Εισαγωγη. Μια επιστημη της ζωγραφικης

Η Άννα Καφέτση ολοκλήρωσε τη διδακτορική διατριβή της το 1984. Το αμέσως προηγούμενο διάστημα είχε εκδοθεί με αξιοπαρατήρητη πυκνότητα το μεγαλύτερο μέρος των γνωστότερων μέχρι σήμερα εξιστορήσεων της νεοελληνικής τέχνης.1 Στην πλειοψηφία τους επιχείρησαν συνολικές αναδρομές στην πορεία της, εξάγοντας μερικές φορές κάποιες συνοπτικές ή εκτενείς αποτιμήσεις για τους κύριους σταθμούς της, τη φύση και τη λειτουργία της. Ωστόσο, στο εγχείρημα της ανασκόπησης της τέχνης που δημιουργήθηκε σε έναν συγκεκριμένο τόπο, εν προκειμένω στην Ελλάδα, ελλοχεύει εν πολλοίς ο κίνδυνος του εθνοκεντρισμού. Δεν είναι άλλος από την προσπάθεια εξακρίβωσης ειδοποιών γνωρισμάτων, διαύγασης μοναδικών «ελληνικών» ιδιομορφιών, που αποδίδουν μια διακριτή από κάθε άλλο έθνος αισθητική και καλλιτεχνική ταυτότητα. Σύμφωνα με ορισμένες από αυτές τις εκτιμήσεις υφίσταται μια ιδιαίτερη «ουσία» που διατρέχει και συνέχει τη νεοελληνική τέχνη, ό,τι ονομάζουμε «ελληνικότητα».

Η Καφέτση επέλεξε την ίδια εποχή να τοποθετηθεί πάνω στο εν λόγω ζήτημα. Ο τίτλος του διδακτορικού της ήταν Η ελληνική ζωγραφική τη δεκαετία του τριάντα και το πρόβλημα της «ελληνικότητας».2 Μέσα από μία «δομική» (structurale) και «κριτική» ανάλυση, επιχείρησε να αμφισβητήσει τις απόψεις και τις διατυπωμένες εκτιμήσεις σε μεγάλο μέρος της κειμενογραφίας και της αρθρογραφίας για την τέχνη στη μεταπολεμική Ελλάδα, τα κριτήρια που κατά καιρούς αρκετές και αρκετοί επιστράτευσαν για να επαινέσουν ή να απορρίψουν καλλιτεχνικά έργα με άξονα το ποια στοιχεία τους μπορούν να θεωρηθούν ενδημικά και ποια όχι. Στο παρόν κείμενο θα περιηγηθούμε συνοπτικά στην πολυσέλιδη διατριβή της, προκειμένου να διερευνήσουμε το είδος της εκτεταμένης προσέγγισής της στο «πρόβλημα» της ελληνικότητας αλλά και το χρονικό συγκείμενο της επιστημονικής συγκρότησής της.

Ως τέτοιο, ως «πρόβλημα», η ελληνικότητα τέθηκε από την Καφέτση με όρους «απορητικούς». Αναρωτιόταν επομένως αν υπάρχει ή όχι, σε τι συνίσταται, ποια είναι τα υποκείμενα της αναμετάδοσής της, αν πρόκειται τελικά για μια αφηρημένη έννοια χωρίς περιεχόμενο, ένα «δόγμα», ένα «κίνημα» ή μια ιδέα. Πριν απαντήσει, επικαλούταν σαν γνώμονα την προοπτική μιας «επιστήμης της ζωγραφικής», που συνδυάζει κατακτήσεις του φορμαλισμού, της κοινωνιολογίας, της ψυχανάλυσης και, κυρίως, της σημειολογίας.3 Με τον τρόπο αυτόν, αρκέστηκε προκαταβολικά να εξετάσει την «ελληνικότητα» ως «μύθο», σαν δηλαδή «λόγο», «σύστημα επικοινωνίας» και «τρόπο σημασιοδότησης». Μέσα από τη διαδικασία της (απο)μυθοποίησης, τη μεθοδική, κάπως αυστηρή «επιστημονική» ανάγνωση των έργων, τη «σχολαστική ανατομία τους» και, ύστερα, την προσεκτική αποκωδικοποίηση των σημείων που αρθρώνονται σε αυτά, προσπάθησε να αποφύγει τον σκόπελο μιας εικαστικής ειδημοσύνης, η οποία προσδοκά να συλλάβει εμπειρικά και μόνο το εσωτερικό νόημά τους.

Ομολογούσε βέβαια πως οι προϋποθέσεις μιας όσο γίνεται «αμερόληπτης» ανάλυσης ακροβατούν ανάμεσα στο είδος των ερωτημάτων που τίθενται απέναντί στα έργα και των αναπόφευκτα πολλαπλών ερμηνειών οι οποίες προκύπτουν από μια οποιαδήποτε περιγραφή τους.4 Δεν υπήρχε όμως άλλη μέθοδος για την εκπλήρωση του τελικού στόχου της, να επαληθεύσει δηλαδή τις προθέσεις των καλλιτεχνών, να ανιχνεύσει την ιδιάζουσα και προσωπική ταυτότητα της ζωγραφικής τους και τις πραγματικές αφορμές της συστηματικής χρήσης των ελληνικών αναφορών τους που, φαίνεται, ιδιοτελώς αναπροσανατολίστηκαν και σκόπιμα παραποιήθηκαν για λόγους «βίαιης» ένταξής τους στο στερέωμα της ελληνικότητας. Από εκεί πρέπει πλέον οριστικά να αποδεσμευτούν, εφόσον η συζήτηση για αυτήν μοιάζει παρασιτική, μη καλλιτεχνική και αλλότρια -αν όχι αλλοτριωτική- και επιβεβλημένη από μια ιδεολογία (η Καφέτση την αποκαλεί «εθνικιστική») των κυρίαρχων τάξεων, που σφυρηλατήθηκε στη διάρκεια των πολλαπλών μεσοπολεμικών οικονομικών και πολιτικών κρίσεων, με ιδιαίτερη ένταση στα χρόνια της μεταξικής δικτατορίας, η οποία παρενέβη καταστατικά, άρα, καταπιεστικά στον κόσμο της τέχνης και ευρύτερα του πολιτισμού.

 

Νίκος Εγγονόπουλος, Θησεύς και Μινώταυρος, 1948. Λάδι σε μουσαμά, 92,5 x 73 εκ. Ιδιωτική συλλογή

  

Εγγονοπουλος, Μοραλης, Γκικας, Τσαρουχης. Ο εξωκαλλιτεχνικος κανονας της ελληνικοτητας

Τα έργα που έθεσε υπό εξέταση ανήκουν σε τέσσερις από τους πλέον καταξιωμένους εκπροσώπους της επονομαζόμενης «γενιάς του τριάντα»: τον Νίκο Εγγονόπουλου, τον Γιάννη Μόραλη, τον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα και τον Γιάννη Τσαρούχη. Αν και δήλωνε επιφυλακτική ως προς τη χρήση του όρου «γενιά του τριάντα», παραδεχόταν την πλήρη καθιέρωσή του στην εντόπια ρητορική περί τέχνης, χωρίς καμία άλλη αντίρρηση για τις αιτίες που εύλογα μας μοιάζουν εξίσου «εξωθεσμικές».5 Αντίθετα, κατέφασκε στην κοινή πεποίθηση για την ύπαρξη παραμέτρων που συναθροίζουν τα υποτιθέμενα μέλη της. Παρά, όμως, τις όποιες βιογραφικές, εκπαιδευτικές ή ιδεολογικές τους συγγένειες, δεν συγκρότησαν μια ομάδα, ένα κίνημα, μια «σχολή» ή μια συλλογικότητα, αλλά πρόκριναν παρεμφερή μεν διαφορετικά δε καλλιτεχνικά εγχειρήματα. Το σημαντικότερο, εντούτοις, συνεκτικό τους στοιχείο ήταν για την Καφέτση η αναζήτηση της «ελληνικότητας» στη ζωγραφική και μια πρόθεση «επιστροφής στις ρίζες» και στην παράδοση. Πρέπει, έτσι, να καταλάβουμε πως ο «εξωκαλλιτεχνικός» κανόνας της «ελληνικότητας» τους είχε επιβληθεί ήδη, παρά τα όσα ακολουθήσουν στην ανάλυσή της.

  • Εγγονόπουλος

Ας πάμε να δούμε σύντομα πώς όλα όσα προηγήθηκαν αντανακλώνται στα παραδείγματά της. Πρώτα αυτό του Εγγονόπουλου. H κοινή «εθνικιστική γραμμή» και «ελληνοκεντρική ομοφωνία» της κριτικής από τους δύο μεταπολεμικούς ιδεολογικούς πόλους είχε αρχικά απορρίψει τη δυνατότητα της υπερρεαλιστικής «υποκειμενικής έκφρασης» να προσμετρηθεί στον «κανόνα» της ελληνικότητας, μιας και η τελευταία πηγάζει από τον ορθολογισμό και το μέτρο που έλκουν την καταγωγή τους απευθείας από την ελληνική κλασική αρχαιότητα.6 Ωστόσο, τουλάχιστον η ιθαγένεια της ζωγραφικής του Εγγονόπουλου όφειλε να αποκατασταθεί και να ενταχθεί τελικά στη διαδρομή της νεοελληνικής τέχνης. Γι’ αυτό χρειαζόταν, σύμφωνα με την Καφέτση, μια «παραποίηση» (détournement). Αφού ασχολήθηκε μακροσκελώς με τις ποικίλες μυθολογικές παραπομπές στο έργο του ζωγράφου, διαπίστωνε πως υπέστη «ιδεολογική χειραγώγηση» (manipulation idéologique), καθώς σε αυτό εφαρμόστηκαν οι πλέον «επικίνδυνες παρεξηγήσεις» (dangereux malentendus).7

Οι αιτιάσεις της απευθύνονταν αρχικά στον Τώνη Σπητέρη, στη μετατροπή της αποκλειστικά υποκειμενικής αξιοποίησης της αρχαίας μυθολογίας από τον Εγγονόπουλο σε «συναξάρι της ελληνικότητας» και την ταυτοποίησή της με έναν «“ελληνικό” ζωγραφικό κώδικα», καθιστώντας έτσι τον ζωγράφο εξέχον παράδειγμα ενός «εθνοκεντρικού υπερρεαλισμού».8 Ο Σπητέρης φυσικά δεν ήταν μόνος. Η Καφέτση δεν παρέλειψε, μάλιστα, να εκφράσει και τις επιφυλάξεις της για μερικές ανάλογες τοποθετήσεις της Νίκης Λοϊζίδη, με την οποία, πέρα από τη φοίτηση στην ίδια πόλη την ίδια περίοδο, φαίνεται να μοιράζεται και τη χρήση κοινών επιστημονικών μεθοδολογικών εργαλείων, νέων ακόμα ή και παλαιότερων, αλλά πρώτιστα την «ευαισθησία» ως προς την «οικουμενική θεώρηση» των έργων.9 Ενδεικτική όμως είναι εδώ και μία δική της ανακολουθία την ίδια εποχή. Μεταξύ άλλων, έψεγε και τον Α. Κασταλλιώτη για την απόδοση του προσδιορισμού «αμιγής Έλληνας» (grec pur) στον Εγγονόπουλο. Όπως τεκμαίρεται από τη βιβλιογραφική παραπομπή στη διατριβή της, τον μετάφραζε από χωρίο άρθρου του που παρατέθηκε στον κατάλογο της Αναδρομικής έκθεσης του ζωγράφου στην Εθνική Πινακοθήκη το 1983. Το αμέσως επόμενο απόσπασμα, στην ίδια μάλιστα σελίδα, άνηκε στην Καφέτση και προερχόταν από λήμμα της στο Dictionnaire général du surréalisme et de ses environs. Εκεί καταμετρούσε τον Εγγονόπουλο στους «θεμελιωτές του ελληνικού Υπερρεαλισμού», στο έργο του οποίου «το στοιχείο της εντοπιότητας (θεματική και τεχνική) παίζει πρωταρχικό ρόλο». Αναφερόταν επίσης στην καθοριστική επιρροή του από τη βυζαντινή ζωγραφική, ενώ το «μέτρο της ιδιοφυΐας του» ανέκυπτε «μέσα στη συνάντηση του υπερρεαλιστικού πνεύματος με τη δική του παράδοση».10Η απορία για την υπαναχώρηση αυτή, δυστυχώς, θα μείνει αναπάντητη.

Γιάννης Μόραλης, Επιτύμβια Σύνθεση Α, 1958 – 1962. Λάδι σε μουσαμά, 150,5 x 150,5 εκ. © Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, Φωτογράφιση Σταύρος Ψηρούκης (Ε.Π.Μ.Α.Σ).

  
  • Μόραλης

Στο δεύτερο κεφάλαιο, έπειτα από τη λεπτομερή εξέταση συγκεκριμένων έργων του Μόραλη, ακολουθούσε η αναδρομή στις ιστορικές, τεχνοκριτικές και άλλες απόψεις που ήρθαν να αποδείξουν, ενίοτε και να επιβραβεύσουν, την «ελληνικότητά» τους. Κι εδώ αναγνωριζόταν από την Καφέτση μια ιδιαίτερη, υποκειμενική ζωγραφική γλώσσα, η οποία αναζητά τις ουδέτερες, παγκόσμιες προεκτάσεις της και ουδόλως τις εθνικές καταβολές της φυσιογνωμίας της. Το «μέτρο», που αποτέλεσε κριτήριο απώθησης του υπερρεαλισμού από τον ελληνικό κανόνα, στεκόταν για τον Μανόλη Χατζηδάκη συμμέτοχο στην απόδοση του κλασσικού ιδεώδους από τον Μόραλη, όπως προκύπτει από τη μνημειοποίηση της ανθρώπινης μορφής στο έργο του. Το γεγονός αυτό δείχνει ικανό από μόνο του, ατεκμηρίωτα και υποκειμενικά σύμφωνα με την Καφέτση, να τον αναπλαισιώσει και να τον προσμετρήσει στους εκπροσώπους της «ελληνικότητας», εξαιτίας της άμεσης όσο και δογματικής σύνδεσής του με την ελληνική αρχαιότητα και, μέσω αυτής, ομοίως αυθαίρετα, με τον μοντερνισμό.11 Σε ό,τι ακόμα αφορά τον τελευταίο «αφηρημένο» κύκλο του Μόραλη οι αμφιβολίες της στρέφονταν στο πρόσωπο της Νέλλης Μισιρλή. Στη «φιλοσοφική» οπτική γωνία της τελευταίας, που θέλει την ελληνικότητα ως εκ των προτέρων και εξ ορισμού εγγενές συστατικό του έλληνα καλλιτέχνη, η Καφέτση αναγνώριζε εύλογα έναν ρατσιστικό ή «φυλετικό στοχασμό» (réflexion reciste).12 Υπάρχει όμως κάποιο άλλο «μοντέλο» ελληνικότητας το οποίο θα ασπαζόταν η Καφέτση; Αν ναι, τότε αυτό δεν θα ήταν σίγουρα αποκομμένο από τον δυτικό εικαστικό χώρο, από τον διάλογο με τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό που (επαν)ανακάλυψε και αξιοποίησε πλαστικά την αρχαιότητα. Από εκεί την απομάκρυνε η μεταφυσική και φασματική προσέγγισή της κριτικής. Αλλά όχι το ίδιο το έργο του Μόραλη.

  • Χατζηκυριάκος-Γκίκας

Βλέπουμε ότι οποιοδήποτε παράδειγμα επικαλούταν της επέτρεπε να εξετάσει διαφορετικά κάθε φορά «προβλήματα» της ελληνικότητας. Κάτι τέτοιο συνέβη προφανώς και με τον Νίκο Χατζηκυρικάκο-Γκίκα.13 Ο κυβισμός του, όπως αυτός φανερώνεται στη σειρά των τοπίων της Ύδρας, της έδωσε την ευκαιρία να θίξει είτε την πλαστότητα του εντοπισμού των καταβολών του στο σύνολο των μορφών της διαχρονικής ελληνικής «συνέχειας», ιδιαιτέρως στη βυζαντινή και τη λαϊκή τέχνη, είτε την ψευδεπίγραφη και παρελκυστική για την Καφέτση ρήξη μοντερνισμού και παράδοσης, είτε, κυρίως, τη φιλολογία περί την αποτύπωση της ιδιαιτερότητας του «ελληνικού» τοπίου και φωτός. Σύμφωνα με αρκετές «εθνικιστικές αξιολογήσεις»14 η καταγωγή του ζωγράφου από το νησί αυτό όχι απλά αποκαλύπτεται στα έργα του αλλά και αποτέλεσε όχημα συγχρονισμού του με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής.

Έχουμε αλλού προτείνει την ιδέα πως οι επιφανέστεροι κομιστές της μοντέρνας τέχνης στην Ελλάδα προσανατολίστηκαν στην υποστήριξη μίας «κατ’ αναλογία» εκδοχής της, η οποία έφερε ιδιαίτερα εθνικά επιθετικά χαρακτηριστικά, και όχι μιας «εφάμιλλης» της ευρωπαϊκής ή της διεθνούς. Με γνώμονα τη θεώρηση αυτή, δεν υπάρχει ένας και μόνο «παγκόσμιος» μοντερνισμός αλλά πολλοί επιμέρους «εθνικοί».15 Μέσα από την εθνικότητά του ένας ελληνικός μοντερνισμός θα μπορούσε να συνομιλήσει ισότιμα με τους υπόλοιπους και, ως τέτοιος, να αποσπάσει το ενδιαφέρον των αλλοεθνών. Κάτι άλλοτε σύνηθες και στις αντιλήψεις «ξένων» θεωρητικών, καλλιτεχνών και ιστορικών της τέχνης. Οι επινοητές της ελληνικότητας, καλλιτέχνες και κριτικοί, ανάμεσά τους τα περισσότερα ονόματα που συναντήσαμε, συγκροτήθηκαν αναμφίβολα μέσα στο πνεύμα ενός αστικού, μοντερνιστικού κοσμοπολιτισμού, και αυτονόητα εκτός του αιτήματος ενός πολιτισμικού απομονωτισμού. Η Καφέτση ασφαλώς δεν αγνοούσε το γεγονός αυτό. Επέλεξε δυνητικά να το επισκιάσει, επιδιώκοντας να καταστήσει καθαρότερο το αντιθετικό της σχήμα.

Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας, Αναμνήσεις από την Ύδρα, 1948 – 1976. Μικτή τεχνική σε χαρτί επικολλημένο σε καμβά, 150,4 x 215,7 εκ. © Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, Φωτογράφιση Σταύρος Ψηρούκης (Ε.Π.Μ.Α.Σ).

  

Πράγματι, ο «κοσμοπολίτης» Γκίκας υπήρξε καταφανώς υποστηρικτής τέτοιων εθνοκεντρικών ιδεών. Την ίδια στιγμή, στα αρκετά κείμενά του, όχι μόνο φαίνεται να επηρεάζεται από την επιβολή στο έργο του εξωκαλλιτεχνικών θεωριών, με προφανέστερη αυτήν της ελληνικότητας, αλλά και να τις καθοδηγεί. Αποτέλεσε εξάλλου έναν από τους πρώτους που διαμόρφωσαν τα επιχειρήματα της υπόστασης, των προτύπων και των εκδηλώσεών της, όσα έθετε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός της η Καφέτση. Εδώ υποχρεούταν να αντιστρέψει τη ροή της σκέψης της. Δεν ήταν αυτή τη φορά η κριτική που στοίβαξε επίπλαστες εθνικές υποθέσεις πάνω στο έργο του Γκίκα. Ο ίδιος, καταφάσκοντας στην εθνικότητά του και στοχεύοντας να την αποδώσει, οδηγήθηκε σε μια «απεδαφικοποίηση» και, άρα, σε μια «αποεθνικοποίηση» του κυβισμού του. Αναπαριστώντας με κυβιστική παιδεία την Ύδρα, προσπίπτει σε μία «θεμελιώδη προϋπόθεση της μη αναφορικής ζωγραφικής», τουτέστιν στη «δεδομένη ανεξαρτησία των εικαστικών σημείων και των συσχετισμών που αυτά διατηρούν μεταξύ τους σε σχέση με την πραγματική αναφορά».16 Παρατηρώντας τους ίδιους τους πίνακες χωρίς την έξωθεν παρεμβολή της ελληνικότητας, προκύπτει μια νέα «κατασκευή» με αφετηρία πραγματικά στοιχεία. Όχι ένας κυβισμός οικειοποιημένος και, στη συνέχεια, αφομοιωμένος απαραίτητα στο ελληνικό περιβάλλον, αλλά ένας (μετα)κυβισμός καθαυτός, αυτόνομος, αν και -φαινομενικά τουλάχιστον- καθορισμένος από το ελληνικό φως του ήλιου και το τοπικό χρώμα.

  • Τσαρούχης

Οι αγκυρώσεις της ζωγραφικής του Τσαρούχη στην εκτενή ιστορική διαχρονία από τον ίδιο, όχι αποκλειστικά του ελληνικού χώρου αλλά ευρύτερα της ανατολικής Μεσογείου, έρχονται να αναμετρηθούν με τον καθομολογούμενο ρεαλισμό της. «Ρεαλισμό», εφόσον το μεγαλύτερο μέρος της θεματολογίας του εστιάζει στην αναπαράσταση των λαϊκών στρωμάτων των πόλεων, των μικροαστών και των υπο-προλετάριων της μεταπολεμικής κοινωνικής συνθήκης. Η Καφέτση συμφωνούσε πως, εκ των πραγμάτων, οι πλαστικές μνείες των έργων του ανάγονται στη βυζαντινή εμπειρία των ψηφιδωτών και των εικόνων, στην υιοθέτηση των διακριτικών της λαϊκής, παραδοσιακής ζωγραφικής, όπως του Θεόφιλου και του Καραγκιόζη, της ανατολικής τέχνης του Μεσαίωνα ή των πορτραίτων του Φαγιούμ που τη διαφοροποιούν από τη δυτική «ακαδημαϊκή». Πρόκειται για πηγές ωστόσο που οικειοποιήθηκε και ο διεθνής μοντερνισμός, όπως του Matisse.

Η Καφέτση στάθηκε περισσότερο στο πώς όλες οι παραπάνω συναρτήσεις αποτελούν μέρη ενός μηχανισμού «ιεροποίησης» της λαϊκότητας ή «μνημειοποίησης» του λαϊκού υποκειμένου, της ανάδειξης της ηθικής, ευγενικής, αρχοντικής, πνευματικής ή στοχαστικής του εικόνας, πέρα και έξω τόσο από την εξεζητημένη αστική εκλέπτυνση όσο και από την κοινωνική και οικονομική συνθήκη που βιώνει, σίγουρα μακριά από την όποια πιθανότητά χειραφέτησης και πολιτικής εξέγερσής του. Άλλα γρανάζια του εν λόγω «μηχανισμού» ήταν η διαχείριση του -συχνά προκλητικά- γυμνού ανδρικού σώματος (με ερωτικές ή μη συνδηλώσεις είναι αδιάφορο εδώ) που παραπέμπει στην κλασσική αρχαιότητα, η νεοκλασική αρχιτεκτονική των κτιρίων, η χρήση της αρχαιοελληνικής ζωγραφικής κλίμακας της τετραχρωμίας (ή της «πολυγνώτειας» γκάμας) που με τη μετωπική, ακίνητη στάση των ένστολων ή μη προσώπων, σαν σε μια φωτογραφία ή μια τελετουργία, προσφέρει άπλετα λιτότητα και μεγαλοπρέπεια, μια δωρικότητα στις μορφές του.

Γιάννης Τσαρούχης, Ναύτης καθιστός και γυμνό ξαπλωμένο, 1948. Λάδι σε κόντρα πλακέ, 31,5 x 36 εκ. Copyright © Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη. Ευγενική παραχώρηση Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη

 

  

Η εξωραϊσμένη αυτή εικόνα αυθεντικότητας συνοδεύεται από μια αλληλουχία πολιτισμικών στερεοτύπων, σημείων και συμβόλων, ενδυματολογικών, αρχιτεκτονικών και γλωσσικών κωδίκων, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα τις στολές, τις σημαίες ή τους χορούς εκείνους που στο πέρασμα των χρόνων ελληνοποιήθηκαν, τον ζεϊμπέκικο ειδικότερα. Είναι απορίας άξιο πώς χωρίς εξοικείωση με το ελλαδικό περιβάλλον θα αναγνωρίζονταν και, στη συνέχεια, θα αποκωδικοποιούνταν τέτοια σημαινόμενα. Ίσως έτσι και να δικαιολογείται η ευρεία υποδοχή του έργου του από το πλατύ κοινό, καθώς όλα τα παραπάνω συγκροτούν εθνολογικά και ανθρωπολογικά έναν χώρο και, εντός του, μια ταυτότητα, έναν εθνικό «τύπο».

Πρόκειται τελικά για έναν ρεαλισμό «φαντασιακό» (imaginaire), άχρονο και εξαϋλωμένο, που πόρρω απέχει από την αναπαράσταση μιας πραγματικότητας.17 Στον καμβά του Τσαρούχη, σύμφωνα πάντοτε με την Καφέτση, ο άνθρωπος παραμορφώνεται μυθοποιούμενος, και άρα ακινητοποιείται στη «σκλαβιά της θεοποίησής του», «καθηλώνεται» στην αλλοτρίωση και την «ανώδυνη» λαϊκότητά του, υπό την εξωτική και «αστική» σκηνοθεσία του ζωγράφου που τον καθιστά φετίχ ή προς κατανάλωση αντικείμενο του «λυρισμού του λαϊκισμού» (lyrique du laïcisme).18 Υπερασπίζεται άραγε η Καφέτση κάποια άλλου είδους «λαϊκότητα»; Σε κάθε περίπτωση, αντιπαραθέτει επαναλαμβανόμενα στον «λαό» την ιδιότητα του «προλετάριου», καθότι αυτός είναι τελικά που απεικονίζεται στα έργα. Η μεταμόρφωσή του σε «λαό» επέτρεψε και την αναβάθμιση της αξίας του στην αγορά της τέχνης. Τα ιδεολογικά κίνητρα του Τσαρούχη και των αγοραστών των έργων του χαρακτηρίζονται ευθέως και εξίσου «εθνικιστικής φύσεως» (d’ ordre nationaliste), ακριβώς διότι εμμένουν σε ένα πρότυπο «λαϊκής ελληνικότητας», συνδιαμορφωμένης από την κριτική.19 Η Καφέστη επικεντρώθηκε στο κομμάτι της που χρεώνει στο έργο του Τσαρούχη μια διαδοχή αντιθετικών, συγκριτικών δίπολων ή διλημμάτων και, ταυτόχρονα, μια προσπάθεια από τον ζωγράφο υπέρβασης, ισορρόπησης και οριστικής σύνθεσής τους σε ένα ενιαίο όλο: μεταξύ «εκσυγχρονισμού», «μοντερνισμού» και «ντόπιας παράδοσης», «ξένου» και «ιθαγενούς», «λόγιου» και «λαϊκού», κυρίως όμως «Ανατολής» και «Δύσης».

Παρεμπιπτόντως, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση ήταν ο τίτλος της γνωστής έκθεσης έργων του Τσαρούχη που επιμελήθηκε η ίδια και παρουσιάστηκε το 2000 στον χώρο του παλιού εργοστασίου της ζυθοποιίας ΦΙΞ. Στο εισαγωγικό της κείμενο στον κατάλογο δεν επανέλαβε τις θέσεις που συνοπτικά παρατέθηκαν εδώ, χωρίς βέβαια να υπαναχωρήσει από αυτές. Ενδεχομένως, ήταν άλλες οι αναγκαιότητες και οι προτεραιότητες της περίστασης. Προείχε η νομιμοποίηση του νεοϊδρυθέντος Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης ως «εθνικού». Ίσως πάλι ήταν η ευκαιρία να κλείσει και τους λογαριασμούς της με το εθνικό, αποσπώντας μια ισοπαλία από τη μέχρι τότε ιδεολογική κυριαρχία της «ελληνικότητας».

Γιάννης Μόραλης, Επιτύμβιο, 1958. Λάδι σε μουσαμά, 204 x 223 εκ. © Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, Φωτογράφιση Σταύρος Ψηρούκης (Ε.Π.Μ.Α.Σ).

  

Απο τη σημειολογια στην πολιτικη

Κάπως έτσι περνάμε από τη σημειολογία στο πεδίο της πολιτικής. Αυτή ήταν και η οδός που ακολούθησε η Καφέτση στο τελευταίο μέρος της διατριβής της, όπου η διεισδυτικότερη σημειολογική ανάλυση του λεξιλογίου της ελληνικότητας συνάντησε τις ιδεολογικές του προεκτάσεις. Η ασταθής οικονομία και η έκρυθμη πολιτική κατάσταση του μεσοπολέμου, υποστήριζε, προκάλεσε μια γενικευμένη προσπάθεια συντήρησης και προστασίας από την πολιτισμική αλλοτρίωση, ενεργοποίησε άμυνες μπροστά στο ξένο και μια διάθεση επιστροφής στο ασφαλές και οικείο, μαζί και την επιταγή υποτέλειας των έργων σε ενοποιητικά εθνικά αφηγήματα. Έμοιαζε, όμως, ανέφικτη μια πλήρης στεγανοποίηση των εγχώριων καλλιτεχνικών μορφών από ξένες επιδράσεις. Απαιτούταν μια διαλογή και μια διήθησή τους, μια προσαρμογή τους στα ελληνικά δεδομένα, που τελικά σήμαινε τη «διαστρέβλωση, την παραμέληση ή την αποσιώπηση του Άλλου, του μη-ταυτοτικού», με τρόπο που, κατέληγε η Καφέτση, εντέλει υποτιμά εξίσου και τον μοντερνιστικό χαρακτήρα συγκεκριμένων καλλιτεχνικών ρευμάτων και τις «ελληνικές» παραδόσεις, που υποβαθμίζονται σε ανιστορικές δεξαμενές άντλησης ύφους και τεχνοτροπιών.20 Εξίσου καθησυχαστικά λειτούργησε η εξύμνηση της ελληνικής φύσης και του φωτός από τους θιασώτες της ελληνικότητας, η οποία στάθηκε ικανή να συνενώσει διαφορετικές παραδόσεις μέσα σε ένα ιστορικό συνεχές, όπως και η «ανακάλυψη», η «ελληνοποίηση» και, στη συνέχεια, η «πλαστογράφηση» προς μοντέρνα εμπορική αξιοποίηση της ζωγραφικής του Θεόφιλου ή του Ζωγράφου του Μακρυγιάννη ως «πηγών» για τις κατευθύνσεις που όφειλε να πάρει η ελληνική τέχνη.21

Έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον, μολαταύτα, ότι η Καφέτση δεν αντιμετώπιζε σαν μονόδρομο την άμεση επίδραση της κρίσης αυτής στην πολιτισμική ταυτότητα και, κατ’ επέκταση, στην τέχνη, υποβιβάζοντας την τελευταία σε μια απλή ένδειξη των κοινωνικο-οικονομικών σχέσεων. Η μαρξιστική θεωρία της «αντανάκλασης» δεν άνηκε εξάλλου στα μεθοδολογικά της εργαλεία. Αντ’ αυτού πρόκρινε την αποστασιοποίηση των αισθητικών προταγμάτων από το πολιτικό τους υπόβαθρο. Ως προς αυτό δείχνει συνεπής, συνεπέστατη. Το αντίθετο θα σήμαινε πως η τέχνη ήταν κάτι περισσότερο από επιδεκτική στο να προσχωρήσει σε αλλότριες ιδέες, ιδεολογίες ή ιδεολογήματα, όπως της ελληνικότητας. Τουναντίον, η Καφέτση της επιφύλασσε μια κάποια, σχετική έστω, αυτονομία και αυτήν επιθυμούσε να θωρακίσει.

Ποιο ήταν λοιπόν το πλαίσιο διαμόρφωσης της διαλεκτικής για την ελληνικότητα; Η Καφέτση επεσήμανε την ταχεία αλλαγή των κυρίαρχων τρόπων παραγωγής μετά τα γεγονότα του 1922, την ανακατανομή που επέφεραν στην κοινωνική δομή, την ανέλιξη μιας νέας δυναμικής φιλελεύθερης και αγγλόφιλης αστικής ομάδας, δεκτικότερης από την παλιά συντηρητική και «αριστοκρατική» των γαιοκτημόνων ή των πολιτικών στα κελεύσματα της – έστω μερικής και ατελέσφορης – εκβιομηχάνισης και ενός λιγότερα ρυθμισμένου καπιταλισμού και τη συνύπαρξή της με το πολυπληθέστερο στρώμα των καθ’ έξιν αντιδυτικών και παραδοσιοκεντρικών λαϊκών τάξεων. Παρά τις όποιες διασταυρώσεις των δύο αυτών κοινωνικών συσσωματώσεων και τον κοινό τους αντικομμουνισμό, η Καφέτση διέκρινε ένα κοινωνικό δίπολο ανάμεσα σε μια ανερχόμενη μεταρρυθμιστική ομάδα και μια συντηρητική της «μικρής πλην εντίμου Ελλάδος», αφήνοντας απ’ έξω τις πλατιές αγροτικές και τις αυξανόμενες εργατικές μάζες στη πολιτική τους ανεπάρκεια και παθητικότητα, στην αδυναμία τους να κινητοποιηθούν. Σε συνδυασμό με την ευρεία ανταλλαγή πληθυσμών που επέφερε την εθνική ομοιογένεια, ο ελληνικός εθνικισμός αναδιπλώθηκε στη δική του, συρρικνωμένη αλλά αυτόνομη, επικράτεια.22

Νίκος Εγγονόπουλος, Ο ‘Αργος παραπονούμενος εις τον Ερμή, 1962. Λάδι σε μουσαμά, 55 x 46 εκ., Ιδιωτική συλλογή

  

Σε κάθε περίπτωση, η Καφέτση απέδιδε την ανάδυση και την εμπέδωση του λόγου περί ελληνικότητας στην οικονομική υποανάπτυξη και εξάρτηση, συνεπακόλουθα στην ατελή διαμόρφωση της αστικής τάξης που, αντί να λειτουργήσει ως φορέας της προόδου και της καινοτομίας, αυτοδιαλύθηκε μέσα στην ιδέα του έθνους, ταυτίστηκε αμετάκλητα με αυτήν, αναλαμβάνοντας την προάσπιση του κράτους, της ταυτότητας και του πολιτισμού του, ευθυγραμμισμένη όμως αυστηρά με τις εξελίξεις των δυτικών μητροπόλεων. Διότι, όπως υποστήριζε παρακάτω, μέσα στις αντιφάσεις της, προσέβλεπε σε μια χώρα «εφάμιλλη» στο οικονομικό επίπεδο αλλά «κατ’ αναλογία» μόνο στο πολιτισμικό και το αισθητικό.23 Ο ρόλος του ελληνοκεντρισμού ήταν να συσκοτίσει την κοινωνική πραγματικότητα, να συγκαλύψει τις αιτίες της παραπάνω συνθήκης, διαιωνίζοντας τις αντινομίες που από αυτήν προκύπτουν.24
Μια κατάσταση ενός αδιέξοδου «πολιτισμικού δυϊσμού»25 φαίνεται να περιγράφει στα παραπάνω η Καφέστη. «Αδιέξοδου», καθότι τα δύο μέρη του, αφενός η ηγετική, «μοντέρνα» και αφετέρου η «παρωχημένη» παραδοσιακή κουλτούρα των λαϊκών τάξεων (εντός τους και των αδρανών αγροτικών και εργατικών στρωμάτων) συνυπάρχουν ανολοκλήρωτα, διεισδύουν η μία μέσα στην άλλη, αποδιαρθρώνονται και εντέλει εξουδετερώνουν αμοιβαία την ισχύ τους. Εντούτοις, ο «πολιτισμικός δυϊσμός» σαν όρος ήρθε στο προσκήνιο μια δεκαετία μετά την εκπόνηση της διατριβής της και δεν την απασχόλησε. Ήταν απόλυτα ενήμερη, ωστόσο, εξίσου καλά με τα γραφόμενα για τη νεοελληνική τέχνη στην Ελλάδα, για τις μελέτες νεότερων ακόμα ιστορικών, πολιτικών επιστημόνων, φιλοσόφων, οικονομολόγων και κοινωνιολόγων που λίγο πριν ή την ίδια περίοδο παρουσιάζονταν στην πόλη της μεταπτυχιακής της κατάρτισης και αλλού. Αν η κριτική της εξαπολυόταν στα πρώτα, ήταν βαθιά ριζωμένη στις δεύτερες.26
Χαρακτηρίζουμε την περίοδο της έρευνας και της παρουσίασης της διατριβής της Καφέτση «μεταβατική». Μια σειρά νέων γνωστικών αντικειμένων και επιστημονικών μεθοδολογιών ωρίμαζε, εξαπλωνόταν κι ερχόταν να αντικαταστήσει ή να εμπλουτίσει τα παλαιότερα, εκείνα στα οποία βασίστηκε η προηγούμενη ιστοριογραφία και τεχνοκριτική που βρέθηκε στο στόχαστρό της. Το μετανεωτερικό κύμα του (μετα)δομισμού, των μεταποικιακών σπουδών και των άλλων συναφών θεωριών των δεκαετιών του 1970 και 1980 προκάλεσε, ως γνωστών, την εκκίνηση μιας διαδικασίας αυτοανάλυσης. Προσέθεσε μια αναστοχαστική ορμή πάνω στο παρελθόν και την ιστορία των εκάστοτε πειθαρχιών, τη λειτουργία τους, την πολιτική και κοινωνική αποστολή που ενίοτε τους ανατέθηκε. Αναπόφευκτα, το ίδιο συνέβη και στην ιστορία, τη θεωρία και την τεχνογραφία, συμπεριλαμβανομένου και του υπό διαμόρφωση ακόμα πεδίου της επιμέλειας εκθέσεων. Ταυτόχρονα όμως, παρά την υβριδικότητα και τη διατομεακότητα που προτάσσεται, εντείνονταν και οι διεργασίες αυτονόμησής τους. Έτσι, όλο και επιτακτικότερα, οι ιστορικοί της τέχνης επέμειναν σε αυτήν τους την ιδιότητα, την αυτενέργειά τους από κάθε άλλη όμορη, συνηθέστερα στην Ελλάδα των αρχαιολόγων και των βυζαντινολόγων.
Η Καφέτση υπήρξε από τις πρώτες που επιχείρησαν την εισδοχή και την ενσωμάτωση στις επιστήμες της τέχνης των σύγχρονών της εξελίξεων στις ανθρωπιστικές σπουδές, σχεδιάζοντας να τις επιχωριάσει σε κάποιες ήδη καθιερωμένες και επιστημονικά δόκιμες. Πέραν τούτου, η αυτάρκεια των έργων -τόσο των ζωγράφων που μνημόνευσε όσο και των υπολοίπων- από την κάθε λογής υποτέλειά τους σε ευρύτερα αφηγήματα, σε ό,τι μας αφορά εδώ του ελληνοκεντρικού λόγου, είναι παράλληλη της αποσυνάρτησης της δικής της επιστήμης από ανάλογες επείγουσες εξωγενείς μέριμνες. Η προοπτική μιας αυτονόμησης της τέχνης πρέπει να ανασκευάσει τους όρους της ιδιοσυστασίας και όσων υποστηρίζονται, λέγονται ή γράφονται για αυτήν.
Η μεταβατικότητα της περιόδου συγγραφής της διατριβής δικαιολογεί ενδεχομένως και κάποιες αντιφάσεις της, ορισμένα πισωγυρίσματα που εντοπίσαμε στο παρόν κείμενο. Μπορεί επίσης, με τα σημερινά δεδομένα και τη γνώση όσων ακολούθησαν, κάποιες θέσεις της να μοιάζουν απλοϊκές ή τετριμμένες. Δεν ήταν όμως τότε. Η Καφέτση ανήκει σε αυτές και αυτούς που τις κατέστησαν τέτοιες, ανοίγοντας τον δρόμο προς μία άλλη θεώρηση της τέχνης και των έργων της στην Ελλάδα. Η παρέμβασή της ήταν όντως σύγχρονη στην εποχή της. Τα παραδείγματά της ήταν τότε αναγνωρισμένοι και ζώντες καλλιτέχνες, άρα σε θέση να αμφισβητήσουν τα γραφόμενά της. Όμοια και οι ιστορικοί και κριτικοί της τέχνης, τις απόψεις των οποίων έθεσε υπό αμφισβήτηση στη συγκυρία της κατάθεσης των ολοκληρωμένων δικών τους έργων, κατείχαν εξέχουσες θέσεις στο οικείο της πεδίο. Κατά κάποιον τρόπο αποστασιοποιούταν από αυτούς, όχι προσωπικά, αλλά με την αντίληψή τους για τον ρόλο και τη λειτουργία της ιστορίας και της αποτίμησης της τέχνης.
Η Καφέτση τοποθετήθηκε λοιπόν κριτικά στη συγχρονία της, απέναντι σε κατεστημένες γενεαλογίες της νεοελληνικής τέχνης και σε μία από τις σημαίνουσες μυθολογίες της, επιδιώκοντας να τις ανατρέψει. Προς τα πού; Καταλάβαμε πως θα ήταν από μέρους της ανακόλουθο να εξάγει ανάλογες ή και αντίρροπες θέσεις, να εφαρμόσει επιχειρήματα, τα οποία νομοτελειακά επιβαρύνουν την τέχνη με «αφηγήματα» που δεν της ανήκουν, τελικά με μια άλλη «ελληνικότητα». Θα ήταν μια «υποκρισία». Σε αυτήν η τέχνη αντιτείνει την ειλικρίνεια. «Μιλά για το παρόν μέσα από ένα άνοιγμα», έγραφε κλείνοντας τη διατριβή της, και στον «περίκλειστο χώρο της “ελληνικότητας” απαντά με μια ανοιχτή εμπειρία…».27 Χρειάστηκε να περάσουν κάποια ακόμα χρόνια για να επιβεβαιώσουμε ότι πράγματι υπηρέτησε την ιδέα αυτής της «ανοιχτής εμπειρίας» μέσα από τα σημαντικά θεσμικά καθήκοντα που επρόκειτο να αναλάβει. Το πώς είναι ένα άλλης τάξης ζήτημα που μέλλει να μελετηθεί.

Γιάννης Τσαρούχης, Καφενείον «Νέον» (μέρα), 1956-1966. Λάδι σε πανί, 127 x 180 εκ. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλέξανδρου Σούτσου. Copyright © Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη. Ευγενική παραχώρηση Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη

 

  

Ενδεικτικά κατά χρονολογική σειρά: Οι Έλληνες Ζωγράφοι (εκδ. Μέλισσα, 1974) που συμπληρώθηκε από την Ιστορία της νεοελληνικής ζωγραφικής του Στέλιου Λυδάκη (Μέλισσα 1976) και τους Έλληνες Γλύπτες του ιδίου (Η νεοελληνική γλυπτική: Ιστορία- Τυπολογία- Λεξικό γλυπτών, Μέλισσα, 1981), την ανθολογία κειμένων του Αλέξανδρου Ξύδη Προτάσεις για την ιστορία της νεοελληνικής τέχνης (Ολκός, 1976), το τρίτομο Τρεις Αιώνες Νεοελληνικής Τέχνης του Τώνη Σπητέρη (Πάπυρος, 1979), του Χρύσανθου Χρήστου Ελληνική Ζωγραφική 1831-1922 (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος 1981), τη Νεοελληνική Γλυπτική 1800-1940 του ίδιου με τη συνδρομή της Μυρτώς Κουμβακάλη-Αναστασιάδη (Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1982) και την Φυσιογνωμία της μεταπολεμικής τέχνης στην Ελλάδα της Ελένης Βακαλό (Κέδρος, 1981- 1985). Φυσικά, οι εκδόσεις για την ελληνική τέχνη, κυρίως τη νεοελληνική, δεν περιορίστηκαν στις παραπάνω.

La peinture Hellénique autour des années trente et la problème de la “Grécite”, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Université de Paris I (Panthéon-Sorbonne), Παρίσι 1985. Αποφεύγουμε εδώ να αποδώσουμε στα ελληνικά το «autour» του πρωτότυπου τίτλου. Το «γύρω στη» ή το «περίπου στη» (δεκαετία του τριάντα) είναι, ωστόσο, περισσότερο ακριβές σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο της διατριβής, εφόσον δεν καταπιάνεται με έργα που δημιουργήθηκαν απαραίτητα τη συγκεκριμένη δεκαετία ούτε με ζητήματα που τέθηκαν κατά τη διάρκειά της. Η δεκαετία του τριάντα συνιστά περισσότερο την περίοδο που διαμορφώθηκε ένας πυρήνας σκέψης, καθοριστικός για όσα ακολούθησαν μεταπολεμικά στο πεδίο της τέχνης, τουλάχιστον σε ένα πλειοψηφικό μέρος του.

Πέρα από το έργο του Roland Barthes, η ίδια παρέπεμπε σχετικά στο κείμενο του Marin «Eléments pour une sémiologie picturale» [στο Les sciences humaines et l’ oeuvre d’ art, La Connaissance, Βρυξέλες 1969 (αναδημ., στο Etudes Sémiologiques, Klincksiec, Παρίσι 1971)], το οποίο την ίδια εποχή προλόγισε και μετάφρασε στα ελληνικά («Στοιχεία για μια σημειολογία της ζωγραφικής», Σπείρα, τχ. 1, Αθήνα 1984, σελ. 51-90.

La peinture Hellénique…, ό.π., σελ. 505

Τέτοιες «αντιρρήσεις» για τη συμπερίληψη καλλιτεχνών σε μία «γενιά» θα προβάλει κάποια χρόνια αργότερα, ζητώντας «να εγκαταλείψουμε το αναγκαίο κάποτε αλλά εξωγενές ως προς τα έργα και συχνά αυθαίρετο σχήμα των χρονικών περιόδων και γενιών. Οι ληξιαρχικές πράξεις δεν συμβαδίζουν πάντοτε με τη δημιουργική νεότητα ή ωριμότητα και ασφαλώς δεν προκαθορίζουν την εσωτερική ταυτότητα και τις αισθητικές τάσεις κάθε έργου χωριστά» [στο Μεταμορφώσεις του μοντέρνου (κατάλογος έκθεσης), Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου, Αθήνα 1992, σελ. 19, όπου και συγκεντρώνει εξαιρετικά επιγραμματικά κάποιες από τις κεντρικές θέσεις της διατριβής της (βλ. κυρίως σελ. 17-20, 23 και 87-88)]. Για μια γενικότερη αμφισβήτηση της χρήσης του όρου «γενιά» βλ. Ευγένιος Ματθιόπουλος, Η έννοια της «γενιάς» στην περιοδολόγηση της ιστορίας, της ιστορίας της λογοτεχνίας και της ιστορίας της τέχνης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2019.

La peinture Hellénique…, ό.π., σελ. 164-170. Η Καφέτση αναφερόταν σχετικά στους Κωνσταντίνο Τσάτσο και Μάρκο Αυγέρη.

Υπεύθυνοι γι’ αυτό ήταν σύμφωνα με την Καφέτση οι Αλέξανδρος Ξύδης, Ελένη Βακαλό και Στέφανος Μπουλανικιάν. Για μια σύνοψη των θέσεων της Καφέτση για το έργο του Εγγονοπούλου βλ. «Διασημειωτική μεταφορά και λειτουργία του μύθου στη ζωγραφική του Ν. Εγγονόπουλου», Σπείρα, τχ. 2-3. Αθήνα 1984, σελ. 43-74, από όπου δανειζόμαστε και κάποιους όρους. Αξίζει να σημειωθεί πως και η αδημοσίευτη μεταπτυχιακή διπλωματική της εργασία είχε ως αντικείμενο τον υπερρεαλισμό στην Ελλάδα, με επίκεντρο αυτή τη φορά την ποίηση (βλ. («Amour et érotisme dans la poésie surréaliste grecque», Paris I, 1978).

La peinture Hellénique…, ό.π., σελ. 162-164 και 170. Η Καφέτση στη σελίδα 170 αποδίδει στον Σπητέρη τον όρο «υπερρεαλισμό “εθνικιστικό”» (surréalisme “nationaliste”). Ωστόσο, στο πρωτότυπο κείμενο που παραπέμπει και η Καφέτση ο όρος είναι «εθνοκεντρικός» (βλ. Σπητέρης, Τρείς Αιώνες Νεοελληνικής Τέχνης, ό.π., τομ. 2, σελ. 170).

La peinture Hellénique…, ό.π., σελ. 170-175

Βλ. Νίκος Εγγονόπουλος (κατάλογος έκθεσης), ΕΠΜΑΣ, Αθήνα 1983, σελ. 29 και Adam Biro και René Passeron (επιμ.), Dictionnaire général du surréalisme et de ses environs, Editions Presses Universitaires de France, Παρίσι 1982, σελ. 145.

La peinture Hellénique…, ό.π., σελ. 264-268

Στο ίδιο, σελ. 269-270

Βλ. επίσης Καφέτση, «Το ζωγραφικό παράδειγμα της Ύδρας στο Ν. Χατζηκυριάκο-Γκίκα: Προς μια “Φαινομενολογία” του ελληνικού τοπίου;», Σπείρα, τχ. 4-5, Αθήνα 1985, σελ. 93-111.

Ανήκουν για την Καφέτση κυρίως στους Αλέξανδρο Ξύδη, Νίκο Πετσάλη-Διομήδη, Δημήτρη Καπετανάκη, Μυρτάλη Αχειμάστου-Ποταμιάνου, Stephen Spender, Παναγιώτη Μιχελή, Οδυσσέα Ελύτη και στον στενό φίλο του Γκίκα Patrick Leigh-Fermor.

Η διάκριση ανάμεσα στο «εφάμιλλο» και το «κατ’ αναλογία» ανήκει στον Γιάννη Τσαρούχη. Για μια εκτενέστερη ανάλυση του θέματος και γενικότερα βλ. Κώστας Χριστόπουλος, «Μια τρίτη “αρχή”: Ο “ελληνικός” μοντερνισμός», στο Ο εθνοκεντρικός λόγος στη νεοελληνική τέχνη, Ασίνη, Αθήνα 2022, σελ. 293-517.

La peinture Hellénique…, ό.π., σελ. 284-285

Στο ίδιο, σελ. 430

Στο ίδιο, σελ. 490-492. Εδώ η Καφέστη στρέφεται και στην αριστερή ή μαρξιστική κριτική, προσωποποιημένη στον Κωστή Μοσκώφ, ο οποίος φαίνεται να μην αντιλαμβάνεται αυτή τη διάσταση στην αναπαράσταση της λαϊκότητας στα έργα του ζωγράφου (σελ. 492).

Στο ίδιο, σελ. 495

Στο ίδιο, σελ. 566-569

Στο ίδιο, σελ. 575-583

Στο ίδιο, σελ. 587-594

Στο ίδιο, σελ. 623

Στο ίδιο, σελ. 602-608

Αναφερόμαστε ασφαλώς στον ορισμό του Νικηφόρου Διαμαντούρου (βλ. Πολιτισμικός δυισμός και πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης, μτφρ. Δημήτρης Σωτηρόπουλος,  Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2000).

Η Καφέτση παρέπεμπε στα βιβλία των Κώστα Βεργόπουλου, Εθνισμός και οικονομική ανάπτυξη: Η Ελλάδα στο μεσοπόλεμο, Εξάντας, Αθήνα 1978, Κωνσταντίνου Τσουκαλά, La Grèce, de l’ indépendance aux colonels, F. Maspero, Παρίσι 1970, Νίκου Μουζέλη, Νεοελληνική κοινωνία: Όψεις υπανάπτυξης, Εξάντας, Αθήνα 1978 και Άγγελου Ελεφάντη, Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης: Κ.Κ.Ε. και αστισμός στον μεσοπόλεμο, Θεμέλιο, Αθήνα 1979. Από τη βιβλιογραφική αυτή παραπομπή δεν πρέπει να εξαιρέσουμε το κείμενο του Νίκου Χατζηνικολάου «Εθνική τέχνη και πρωτοπορία» στο οποίο η Καφέτση ανέπεμπε τακτικά [βλ. «Τέσσερεις Έλληνες ζωγράφοι του 20ου αιώνα: Θεόφιλος, Κόντογλου, Γκίκας, Τσαρούχης», μτφρ. Σεραφείμ Βελέντζας, Ο Πολίτης, τχ. 2, Ιούνιος 1976 (αναδημ. στο Εθνική τέχνη και πρωτοπορία, Όχημα, Αθήνα 1982, σ.26- 80). Βλ. επίσης του ίδιου «Για το ζήτημα της “εθνικής τέχνης”», στο Εθνική τέχνη και πρωτοπορία, ό.π., σ.82- 101].

La peinture Hellénique…, ό.π., σελ. 624.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ Τ@ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Ο Κώστας Χριστόπουλος (Αθήνα, 1976) είναι ζωγράφος, Αναπληρωτής Καθηγητής της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών της Αθήνας και Διευθυντής του Α’ Εργαστηρίου Ζωγραφικής. Σπούδασε ζωγραφική και χαρακτική στην ΑΣΚΤ και ολοκλήρωσε το Μεταπτυχιακό Εικαστικών Τεχνών της ίδιας σχολής. Είναι διδάκτορας του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ). Πραγματοποίησε πέντε ατομικές και έχει συμμετάσχει σε αρκετές ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έχει εκδώσει το βιβλίο Ο εθνοκεντρικός λόγος στη
νεοελληνική τέχνη (εκδόσεις Ασίνη, 2022). Από το 2006 αρθρογραφεί στον ημερήσιο, περιοδικό και διαδικτυακό τύπο, έχοντας επίσης πλούσια κειμενογραφία σε συλλογικούς τόμους και καταλόγους εικαστικών εκθέσεων. Έχει επιμεληθεί και συνεπιμεληθεί ατομικές και ομαδικές εκθέσεις και από το 2016 είναι μέλος της AICA Hellas, του Ελληνικού Τμήματος της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Τέχνης, ενώ από το 2018 μέχρι το 2024 χρημάτιζε μέλος του διοικητικού της συμβουλίου. Από το 2025 είναι μέλος της εκδοτικής ομάδας, της συντακτικής επιτροπής και της γραμματείας σύνταξης της τριμηνιαίας επιθεώρησης Σύγχρονα Θέματα.