Πλαισιο, Αναστοχασμος και το Μεταβαλλομενο Πανοραμα των Πολιτιστικων Ανταλλαγων
RUSH(ES) της Alexandra Bachzetsis, πρώτη παρουσίαση στη ΜΒ στο Hellenic Centre, 2025
Φωτογραφία: Ασημίνα Γιαγκουδάκη
Αφορμή για το παρόν άρθρο στο Xταπόδι ήταν η έκθεση στο ΕΜΣΤ O Ελληνικός Μήνας στο Λονδίνο 1975, 50 χρόνια μετά. Η καλλιτεχνική πρωτοπορία εκτός συνόρων (επιμέλεια Πολύνα Κοσμαδάκη) η οποία επανεξετάζει τον Ελληνικό Μήνα στο Λονδίνο που διοργανώθηκε το 1975 και φιλοξενήθηκε σε επτά πολιτιστικούς φορείς του Ηνωμένου Βασιλείου. Ξεκίνησα την έρευνά μου συζητώντας αρχικά με έναν από τους δύο επιμελητές που είχαν οραματιστεί και υλοποιήσει τον Ελληνικό Μήνα: τον Sir Norman Rosenthal, που τότε κατείχε τη θέση του Επιμελητή και Υπεύθυνου Εκθέσεων στο Ινστιτούτο Σύγχρονων Τεχνών (ICA) και αργότερα διετέλεσε Γραμματέας Εκθέσεων (Exhibitions Secretary) στη Βασιλική Ακαδημία Τεχνών του Λονδίνου. Πρόθεσή τους, με τον συν-επιμελητή του, τον Έλληνα ιστορικό τέχνης και επιμελητή Χρήστο Μ. Ιωακειμίδη (1932–2017), ήταν να επανατοποθετήσουν την Ελλάδα στην πολιτιστική συνείδηση της Ευρώπης, όχι μέσω της νοσταλγίας αλλά μέσω της σύγχρονης καλλιτεχνικής πρακτικής και πολιτικής πρόθεσης.
Μοιράζομαι εδώ το τέλος της συζήτησής μας, καθώς είναι ιδιαιτέρως αποκαλυπτικό ως προς το τι σήμαινε για την Ελλάδα και το Ηνωμένο Βασίλειο ο Ελληνικός Μήνας και τι θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει ένα ανάλογο εγχείρημα σήμερα. Με τα λόγια του ίδιου του Rosenthal: «Στο Λονδίνο, οι εκθέσεις και οι άλλες εκδηλώσεις δεν είχαν ιδιαίτερο αντίκτυπο∙ στην Ελλάδα, αντίθετα, ο αντίκτυπος τους ήταν τεράστιος και εκείνη την εποχή στην Αθήνα υπήρξαν έντονες διαμάχες. Στο Λονδίνο όμως, κανείς δεν ενδιαφέρθηκε και κανείς δεν γνώριζε περί τίνος πρόκειται!» Τον ρώτησα κατά πόσον ένα παρόμοιο εγχείρημα θα γνώριζε απήχηση, αν σχεδιαζόταν σήμερα. Απάντησε δίχως περιστροφές: «Δεν έχω την παραμικρή ιδέα! Δεν μπορώ να σας πω. Τότε ήταν αλλιώς. Γιορτάζαμε την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών, για το τώρα δεν είμαι σίγουρος».
Οι ενδοιασμοί του Rosenthal ως προς τη σημασία ενός τέτοιου εγχειρήματος σήμερα αποτέλεσαν το εφαλτήριο για το κείμενο αυτό. Για να εξετάσουμε το «τώρα» στο οποίο αναφέρεται, είναι σημαντικό να δούμε το πολιτικό πλαίσιο του 1975 από ιστορική σκοπιά.
Όταν άνοιξε τις πύλες του o Ελληνικός Μήνας στο Λονδίνο το 1975, ήταν κάτι περισσότερο από ένα πολιτιστικό φεστιβάλ. Ήταν μια προσπάθεια να ξανασυστηθεί στο εξωτερικό η Ελλάδα, η οποία μόλις είχε βγει από επτά χρόνια δικτατορίας, και το Λονδίνο, μια πόλη με δίκτυα καλλιτεχνών, διανοουμένων και μεταναστών, αποτελούσε τη σκηνή πάνω στην οποία θα μπορούσαν να δοκιμαστούν τα νέα αφηγήματα. Υπό τη σκέπη του Ελληνικού Μήνα διοργανώθηκαν εκθέσεις, ταινίες, παραστάσεις και συζητήσεις σε ολόκληρο το Λονδίνο, με σημείο αναφοράς την έκθεση στο Ινστιτούτο Σύγχρονων Τεχνών Eight Artists, Eight Attitudes, Eight Greeks (Οκτώ Καλλιτέχνες, Οκτώ Αντιλήψεις, Οκτώ Έλληνες), όπου φιλοξενήθηκαν έργα των Στήβεν Αντωνάκου, Βλάση Κανιάρη, Χρύσας, Γιάννη Κουνέλλη, Παύλου, Λουκά Σαμαρά, Τάκη, και Κώστα Τσόκλη. Οι καλλιτεχνικές τους πρακτικές είχαν αντλήσει από την πρωτοπορία στη Ρώμη, το Παρίσι και τις Ηνωμένες Πολιτείες και το έργο τους εγγραφόταν στα κυρίαρχα διεθνή ρεύματα της εποχής, όπως την arte povera, τον μινιμαλισμό ή την ψευδαισθησιακή ζωγραφική. Ταυτόχρονα, η έκθεση Theophilos, Kontoglou, Ghika, Tsarouchis: Four Painters of 20th Century Greece (Θεόφιλος, Κόντογλου, Γκίκας, Τσαρούχης: Τέσσερις Ζωγράφοι της Ελλάδας του 20ού Αιώνα) πραγματοποιήθηκε στην γκαλερί Wildenstein, παράλληλα με περφόρμανς, αναγνώσεις και ομιλίες, Η δεύτερη αυτή έκθεση, περισσότερο ιστορικού περιεχομένου, παρουσίαζε ζωγραφικά έργα από καλλιτέχνες της λεγόμενης Γενιάς του ’30, η οποία είχε εισαγάγει τον μοντερνισμό στην ελληνική ζωγραφική και λογοτεχνία.
Για την Ευρώπη, η δεκαετία του 1970 ήταν μια περίοδος κόπωσης και αναπροσανατολισμού. Η Βρετανία βίωνε οικονομική κρίση, ενώ η Ελλάδα πάσχιζε να επαναπροσδιορίσει τη δημοκρατική και πολιτιστική της ταυτότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Ελληνικός Μήνας στο Λονδίνο ήρθε ως εορτασμός και διερεύνηση, ως μέσο για να αναρωτηθούμε τι σήμαινε να είσαι Έλληνας, Ευρωπαίος και σύγχρονος σε περιόδους μετάβασης. Κοιτάζοντας από απόσταση πια, θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε το εν λόγω εγχείρημα όχι τόσο ως πολιτιστική διπλωματία αλλά ως μια πρώιμη προσπάθεια να ενταχθεί η Ελλάδα στην παγκόσμια ροή ιδεών και καλλιτεχνικής παραγωγής.
Θανάσης Βαλτινός, Αλέξανδρος Σχινάς, Χρήστος Ιωακειμίδης, Καίη Τσιτσέλη και Κώστας Ταχτσής στη στρογγυλή τράπεζα των συγγραφέων.
Παραχώρηση φωτογραφίας του Χρήστου Ιωακειμίδη στην Πολύνα Κοσμαδάκη.
Η πτώση της χούντας τον Ιούλιο του 1974 προκάλεσε ανακούφιση και δημιούργησε προσδοκίες. Καλλιτέχνες και διανοούμενοι που είχαν φιμωθεί ή εξοριστεί επανεμφανίζονται στο πολιτιστικό πανόραμα της Ελλάδας. Αν και διέμεναν στο εξωτερικό, πολλοί αναζήτησαν τρόπους να επανασυνδεθούν με την Ελλάδα που είχε μόλις εκδημοκρατιστεί. Τα έργα που παρουσιάστηκαν στο Λονδίνο το 1975 δεν ήταν τεκμήρια εθνικής ταυτότητας, αντίθετα, καθιστούσαν πιο περίπλοκο το τι σημαίνει να είσαι Έλληνας σε μια τόσο μεταβατική εποχή. Αναμφισβήτητα υπήρχαν ίχνη της ελληνικής ταυτότητας, αλλά ήταν διαθλασμένα μέσα από το πρίσμα αφενός του εκτοπισμού και αφετέρου του πειραματισμού. Το σημείο αναφοράς τους δεν ήταν μια κοινή αισθητική αλλά μια κοινή συνθήκη: η διαπραγμάτευση της ορατότητας και του ανήκειν πέρα από σύνορα.
Κοιτώντας αναδρομικά τον Ελληνικό Μήνα στο Λονδίνο, αντιλαμβανόμαστε πως διοργανώθηκε σε μια κρίσιμη ιστορική καμπή και βοήθησε την Ελλάδα στην προσπάθειά της να επανασυνδεθεί με τον ευρύτερο διεθνή κόσμο της τέχνης έπειτα από κάποια χρόνια απομόνωσης. Ταυτόχρονα, ανέδειξε ένα βαθύτερο πρόβλημα το οποίο παραμένει επίκαιρο ακόμα και σήμερα: πόσο δύσκολο είναι να παρουσιαστεί η εθνική πολιτιστική παραγωγή χωρίς να οριστεί ή να περιοριστεί μονάχα από την εθνικότητα, με άλλα λόγια πώς να οριστεί ο ελληνικός πολιτισμός πέρα από τη συλλογή πολιτιστικών αντικειμένων από Έλληνες δημιουργούς.
Για τους συμμετέχοντες καλλιτέχνες, ο Ελληνικός Μήνας στο Λονδίνο αποτέλεσε ευκαιρία αλλά και ρίσκο. Παρουσιάστηκαν ως Έλληνες καλλιτέχνες, ωστόσο το έργο τους αντιστάθηκε στις κατηγοριοποιήσεις. Το διεθνιστικό πρόσημο του Ινστιτούτου Σύγχρονων Τεχνών (ICA) παρείχε το ιδανικό πλαίσιο γι’ αυτή την περιπλοκότητα. Υπό τις οδηγίες των Ιωακειμίδη και Rosenthal, το έργο δεν παρουσιάστηκε ως εθνικό αλλά ως μια αλληλεπίδραση με τη σύγχρονη καλλιτεχνική σκέψη, ευθυγραμμισμένο με την αποστολή του Ινστιτούτου Σύγχρονων Τεχνών. Βέβαια, ο εορτασμός του ελληνικού πολιτισμού στο Ηνωμένο Βασίλειο ευνόησε μια τέτοια διεθνιστική προοπτική. Το ίδιο φεστιβάλ, αν γινόταν στην Ελλάδα, θα το εκλαμβάναμε πολύ διαφορετικά. Η ειρωνεία είναι, όπως μας λέει ο Rosenthal, πως το εγχείρημά τους πέρασε σχετικά απαρατήρητο στο Ηνωμένο Βασίλειο ενώ γνώρισε μεγάλη προβολή στην Ελλάδα.
Ποια είναι η κατάσταση σήμερα; Εξακολουθούν να υφίστανται διαχωριστικές γραμμές μεταξύ Ελλήνων καλλιτεχνών που ζουν στο εξωτερικό και εκείνων που κάνουν καριέρα στην Ελλάδα; Αν και το πολιτιστικό τοπίο είναι πολύ διαφορετικό, με την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη αλλά και αρκετά νησιά πλέον να προσελκύουν διεθνείς καλλιτέχνες και επιμελητές, πολλοί εξακολουθούν να νοιώθουν την ανάγκη να μετοικήσουν σε «διεθνή πολιτιστικά κέντρα» όπως η Νέα Υόρκη, το Παρίσι ή το Λονδίνο. Συχνά, η αναγνώριση εντός Ελλάδας πραγματώνεται εκτός των ελληνικών συνόρων. Την τελευταία δεκαετία, οι θεσμοί στην Ελλάδα έχουν σημειώσει σημαντική ανάπτυξη, ωστόσο, στην προσπάθειά τους να στηρίξουν την τοπική καλλιτεχνική σκηνή, ενίοτε χαράσσουν πολιτικές που επιτείνουν, ακούσια, τον διαχωρισμό μεταξύ καλλιτεχνών που εδρεύουν στην Ελλάδα και εκείνων που εδρεύουν στο εξωτερικό, Ελλήνων ή μη, επιμένοντας στην ελληνική προέλευση με όρους ιθαγένειας. Ωστόσο, υπάρχουν παραδείγματα, όπως του οργανισμού ΝΕΟΝ ή των προγραμμάτων mentorship του ΕΜΣΤ, που διευρύνουν το κοινό στο οποίο απευθύνονται, θέτοντας ως προϋποθέσεις τη συμμετοχή Ελλήνων συντελεστών σε πολυεθνικές καλλιτεχνικές ομάδες ή την απλή διαμονή του καλλιτέχνη στην Ελλάδα.
Πενήντα χρόνια μετά, οι διαρκείς συνέπειες των οικονομικών κρίσεων και η έλξη που ασκεί η εκπαιδευτική κινητικότητα εξακολουθούν να στρέφουν πολλούς Έλληνες καλλιτέχνες προς μόνιμη εγκατάσταση σε χώρες του εξωτερικού, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο. Παρά το Brexit, η Βρετανία συνεχίζει να αποτελεί γόνιμο περιβάλλον για τους Έλληνες καλλιτέχνες. Η γενιά της έκθεσης Οκτώ Καλλιτέχνες, Οκτώ Αντιλήψεις, Οκτώ Έλληνες σημαδεύτηκε από τη μετανάστευση. Συχνά οι συγκυρίες ήταν αυτές που τους εξανάγκαζαν να μετεγκατασταθούν στη Ρώμη, το Παρίσι ή τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το έργο τους έφερε το βάρος της απουσίας, της πατρίδας, της γλώσσας και της ανάγκης για ανεξαρτησία. Χρησιμοποιούσε διαφορετικό λεξιλόγιο και υπαινισσόταν κάποια αντίσταση.
Οι σύγχρονοι Έλληνες καλλιτέχνες που ζουν και εργάζονται σήμερα στο εξωτερικό λειτουργούν υπό πολύ διαφορετικές συνθήκες. Δεν είναι εκτοπισμένοι, σε κάποιον βαθμό είναι οικονομικοί μετανάστες, συχνά αποδεσμευμένοι από εξαρτήσεις, και χαράσσουν την πορεία τους σε έναν κόσμο τέχνης που είναι παγκόσμιος, δικτυωμένος και επισφαλής. Πολλοί έφυγαν μετά την οικονομική κρίση του 2012, άλλοι μετακινήθηκαν για σπουδές ή residencies και παρέμειναν έξω. Το καθεστώς τους ως «μετανάστες» δεν σχετίζεται με την αποξένωση αλλά με την κυκλοφορία. Για αυτούς τους καλλιτέχνες, η ελληνική ταυτότητα δεν είναι παρά ένα επίπεδο μεταξύ πολλών άλλων. Το έργο τους θίγει ευρύτερα ζητήματα, όπως η οικολογία, η εργασία, η τεχνολογία, το φύλο και η μετανάστευση, και ξεπερνά τα εθνικά πλαίσια. Η ελληνικότητά τους δεν έχει χαθεί αλλά απορρέει από τις σχέσεις που έχουν διαμορφώσει στη ζωή τους και διαθέτει μεγαλύτερη αυτεπίγνωση. Οι καλλιτέχνες που εργάζονται σήμερα στο εξωτερικό διαμορφώνονται από την κινητικότητα και την παγκόσμια επισφάλεια. Η διαφορά με τις προηγούμενες γενιές καλλιτεχνών που έζησαν εκτός Ελλάδας δεν είναι μόνον ιστορική αλλά σχετίζεται και με την αλλαγή πλαισίου. Η μετατόπιση από την εξορία στην κινητικότητα αντικατοπτρίζει έναν ευρύτερο μετασχηματισμό στον τρόπο λειτουργίας του πολιτισμού. Η ιδέα ενός μοναδικού εθνικού αφηγήματος έχει δώσει τη θέση της σε αλληλεπικαλυπτόμενα δίκτυα και πολυφωνία. Αντί να επικεντρωθούμε στο πώς να αναπαραστήσουμε τον ελληνικό πολιτισμό, εξετάζουμε πώς οι Έλληνες καλλιτέχνες συμμετέχουν σε παγκόσμιες συζητήσεις και ποιες πλατφόρμες, θεσμοί ή πόλεις τους ενθαρρύνουν ώστε να δημιουργήσουν.
Οι επιμελητές της έκθεσης μπροστά στο Mirrored Room του Λουκά Σαμαρά.
Παραχώρηση φωτογραφίας του Χρήστου Ιωακειμίδη στην Πολύνα Κοσμαδάκη.
Από την άποψη αυτή, τα ποικίλα ιδρύματα της Διασποράς δεν θα πρέπει να απορρίπτουν το εθνικό πλαίσιο, αλλά να αναγνωρίζουν τα όριά του. Η εθνική ταυτότητα εξακολουθεί να διαμορφώνει την πολιτιστική πολιτική, τη χρηματοδότηση και την πρόσβαση σε θεσμούς. Ωστόσο, μέσα σε αυτές τις δομές, υπάρχει χώρος για κριτική και δημιουργική δράση και έτσι ανοίγεται ο δρόμος σε καλλιτέχνες των οποίων το έργο αντιστέκεται σε κατηγοριοποιήσεις. Τα ιδρύματα μπορούν να συμβάλλουν διοργανώνοντας συναντήσεις που στρέφονται γύρω από ζητήματα καταγωγής αλλά δεν περιορίζονται σε αυτά. Αυτό το εξελισσόμενο πεδίο θέτει πιεστικά ερωτήματα σε όλους τους πολιτιστικούς φορείς της Διασποράς, οι οποίοι πρέπει να διαχειριστούν την πολυπλοκότητα δημιουργώντας τις κατάλληλες συνθήκες για διάλογο και έρευνα και όχι δίνοντας οριστικές απαντήσεις.
Πράγματι, οι Έλληνες καλλιτέχνες αναζητούν χώρους πολιτιστικής έκφρασης που αμφισβητούν ή ξεπερνούν νοσταλγικά πλαίσια όπως η πατρίδα και το αίσθημα του ανήκειν. Τα ιδρύματα της Διασποράς οφείλουν να ισορροπήσουν τις προσδοκίες του ολοένα και πιο ποικιλόμορφου, πολύγλωσσου και διεθνικού κοινού τους με τις προσδοκίες ενός παραδοσιακού ακροατηρίου το οποίο έχει ενδεχομένως εξιδανικευμένες αντιλήψεις για τον πολιτισμό. Από την άποψη αυτή, η αποστολή τους οφείλει να επικεντρώνεται στον διάλογο και όχι σε εμμονές περί ταυτότητας. Αυτή η εστίαση δεν ακυρώνει ιστορικά γεγονότα ούτε διαγράφει το αίσθημα του ανήκειν σε έναν τόπο, ένα έθνος ή μια γλώσσα. Αναγνωρίζει ότι η ταυτότητα σφυρηλατείται μέσω της συσχέτισης και όχι μέσω στερεοτυπικών πεποιθήσεων, οι οποίες συχνά εκδηλώνονται ως εξωραϊσμένες, συντηρητικές ή ακόμη και αντιδραστικές αντιλήψεις περί ακραιφνούς ελληνικότητας. Τέτοια ιδρύματα θα μπορούσαν ενδεχομένως να μετεξελιχθούν από εκθεσιακοί χώροι σε εργαστήρια και να επανασχεδιάζουν διαρκώς τους πολιτιστικούς χάρτες εντός των οποίων δρουν, βοηθώντας καλλιτέχνες με ελληνική υπηκοότητα, καλλιτέχνες που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα ή απλώς καλλιτέχνες που ενδιαφέρονται για την Ελλάδα και την περιοχή, να μοιραστούν το έργο τους με νέο κοινό. Για παράδειγμα, τον Φεβρουάριο του 2024 το Hellenic Centre, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο του Westminster, φιλοξένησε την πρώτη εκδήλωσή του με αλβανική θεματική. Υπό τον ευρύτερο τίτλο «Αλβανοί στην Ελλάδα: μετανάστευση, μνήμη και τέχνη», η τετράωρη εκδήλωση διερεύνησε την αλβανική μετανάστευση στην Ελλάδα μέσα από ακαδημαϊκή έρευνα, αρχεία, τέχνη και φιλμ. Οι παρουσιάσεις κυμάνθηκαν από τη μελέτη της Rexhina Ndoci για τη συνεχιζόμενη μετανάστευση έως το εν εξελίξει αρχείο της Ilirida Musaraj για την αλβανική μετανάστευση, το οποίο ρίχνει το βάρος του στις προφορικές ιστορίες και τα καθημερινά αντικείμενα. Η ταινία Pendulus του Δημήτρη Γκότση και η περφόρμανς Arra της Fjorida Cenaj εστίαζαν στην ταυτότητα, το αίσθημα του ανήκειν και τις διαγενεακές εμπειρίες, ενθαρρύνοντας τον διάλογο μεταξύ των ομιλητών και ενός κοινού περίπου 100 ατόμων που συμμετείχε θερμά σε όλη τη διαδικασία.
Η πρόσοψη του Hellenic Centre, Λονδίνο
Φωτογραφία: Darren Salanson
Το Hellenic Centre, που ιδρύθηκε το 1994, προωθεί τον ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική κληρονομιά στο Ηνωμένο Βασίλειο. Έχει λειτουργήσει ως κόμβος πολιτισμού για το ελληνικό, το κυπριακό και το φιλελληνικό κοινό, φιλοξενώντας εκθέσεις, διαλέξεις, συναυλίες, προβολές ταινιών, θεατρικές παραστάσεις και μαθήματα γλώσσας. Λειτουργεί ως ανεξάρτητος φορέας και η χρηματοδότησή του προέρχεται από τις συνδρομές των μελών του, δωρεές και έσοδα από εκδηλώσεις. Διοικείται από Διοικητικό Συμβούλιο το οποίο απαρτίζεται από μέλη του ελληνικού και βρετανικού πολιτιστικού και επιχειρηματικού κλάδου, μαζί με τη γράφουσα ως Διευθύντρια από τον Σεπτέμβριο του 2022. Η ίδρυση του Hellenic Centre ήταν απότοκο μιας συλλογικής προσπάθειας επιφανών μελών της ελληνικής και της ελληνοκυπριακής κοινότητας που αναζητούσαν μια μόνιμη στέγη πολιτισμού για τον Ελληνισμό στη Βρετανία. Με την πάροδο του χρόνου, το Hellenic Centre κατάφερε να εδραιωθεί έχοντας συνάψει σταθερές συνεργασίες με πολιτιστικά ιδρύματα, πρεσβείες, πανεπιστήμια και καλλιτεχνικούς οργανισμούς στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρώπη. Σήμερα, βρίσκεται σε μια χρονική συγκυρία καίριας σημασίας, ακριβώς επειδή οι κοινότητες που υπηρέτησε για τρεις δεκαετίες υφίστανται βαθιές αλλαγές. Οι παλαιοί πληθυσμοί της Διασποράς βιώνουν διαγενεακές αλλαγές στη γλώσσα και τον προσανατολισμό, και εντός τους αναδύονται υβριδικές ταυτότητες που συνδυάζουν πολλαπλές κληρονομιές. Ταυτόχρονα, οι νέες μορφές κινητικότητας που διαμορφώθηκαν από την οικονομική κρίση, τα προσφυγικά κινήματα, το Brexit, το Black Lives Matter και την πανδημία, έχουν οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερη διαφοροποίηση εντός των κοινοτήτων, αναδιαμορφώνοντας την αποστολή και τις δυνατότητες του Hellenic Centre. Ενώ στο παρελθόν εξυπηρετούσε τις εγκατεστημένες ελληνικές κοινότητες, μετατρέπεται σταδιακά σε κόμβο για ανερχόμενους καλλιτέχνες, νεοφερμένους και ευρύτερα ακροατήρια εντός του Λονδίνου και, από μνημείο του εθνικού πολιτισμού, σήμερα είναι ένας χώρος όπου η ίδια η έννοια της εθνικής ταυτότητας κατά καιρούς αμφισβητείται. Σκοπός του δεν είναι να εδραιώσει μια εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό, αλλά να λειτουργήσει ως πλατφόρμα εντός της οποίας το κοινό, οι ακαδημαϊκοί, οι καλλιτέχνες και οι στοχαστές θα μπορούν να αλληλεπιδράσουν τόσο μεταξύ τους όσο και με το ευρύτερο πολιτιστικό οικοσύστημα του Λονδίνου. Ευθυγραμμισμένο εν πολλοίς με το πνεύμα της έκθεσης Οκτώ Καλλιτέχνες, Οκτώ Αντιλήψεις, Οκτώ Έλληνες, το Hellenic Centre στοχεύει να ανοίξει τον διάλογο για τις εθνικές ταυτότητες μέσα σε ένα μεταβαλλόμενο διεθνιστικό πλαίσιο.
Ως Διευθύντρια του Hellenic Centre, βλέπω τον ρόλο του όχι ως θεματοφύλακα της ταυτότητας αλλά ως καταλύτη της μετάβασης. Το Hellenic Centre αποτελεί μέρος ενός εξελισσόμενου σύμπαντος θεσμών, καλλιτεχνών και κοινού, εντός του οποίου επανεξετάζεται η σημασία του ανήκειν, της σύνδεσης και της δημιουργίας σε έναν διασυνδεδεμένο κόσμο. Υπό αυτό το πρίσμα, η κληρονομιά του θα μπορούσε να λάβει τα χαρακτηριστικά ενός οργανισμού εθνικής εκπροσώπησης, ενός οργανισμού που δείχνει και μοιράζεται με το κοινό του το πώς οι θεσμοί της Διασποράς μπορούν να παραμείνουν χώροι δεκτικότητας και ανταλλαγής. Κατά κάποιο τρόπο, ο ρόλος των πολιτιστικών ιδρυμάτων που λειτουργούν εντός ενός εθνικού πλαισίου δεν είναι τόσο να ορίσουν ή να ενισχύσουν θεωρήσεις περί εθνικής ταυτότητας ή να ορίσουν τι σημαίνει ελληνικότητα, αλλά να περιγράψουν τι δεν θα έπρεπε να σημαίνει ελληνικότητα: η συντηρητική και αντιδραστική υπερεθνικιστική μυθοποίηση της Ελλάδας και του ελληνικού πολιτισμού.
Γενικότερα, τα διασπορικά ιδρύματα βρίσκονται στο σημείο τομής της πολιτιστικής διπλωματίας, της καλλιτεχνικής πρακτικής και της ζωής στην κοινότητα, και, ως εκ τούτου οφείλουν να μετατοπιστούν από την προβολή μιας παγιωμένης εικόνας της Ελλάδας στην ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ καλλιτεχνών και κοινού, ελληνικών και βρετανικών ιδρυμάτων και μεταξύ παρελθόντος και παρόντος. Εντός του Hellenic Centre, οι εκθέσεις και οι περφόρμανς, οι συζητήσεις και οι συνεργασίες επιτρέπουν τη συνάντηση διαφορετικών μορφών γνώσης. Οι πρόσφατες επιμελητικές κατευθύνσεις συγκλίνουν στο ότι το πρόγραμμα πρέπει να φιλοξενεί όχι μόνο σημαντικούς Έλληνες καλλιτέχνες που εντούτοις παραμένουν άγνωστοι στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά και ανερχόμενους καλλιτέχνες που ακολουθούν καριέρα στη Βρετανία και έχουν ήδη βρει τη θέση τους μεταξύ των συναδέλφων τους. Το γεγονός αυτό είναι σημαντικό, καθώς έτσι ενισχύεται η προώθηση καλλιτεχνών που δεν έχουν τύχει της αναγνώρισης που τους αξίζει από το βρετανικό κοινό και, ταυτόχρονα, παρέχεται στήριξη σε όσους είναι ήδη εγκατεστημένοι στο Ηνωμένο Βασίλειο και γαλουχούνται από τους καθηγητές ή τους συγχρόνους τους. Η έκθεση του 2023 Vlassis Caniaris: 1970s to Today ξανασύστησε τον Κανιάρη στο βρετανικό κοινό. Η απήχηση της έκθεσης ευνοήθηκε από τη χρονική συγκυρία, καθώς συνέπεσε για άλλη μια φορά με την προσφυγική κρίση, τη μετακίνηση ανθρώπων από και προς το Ηνωμένο Βασίλειο και τις πιο πρόσφατες αντιλήψεις για τα σύνορα και τις ελευθερίες. Εκτός από τον Rosenthal, λίγοι ήταν οι μη Έλληνες επισκέπτες οι οποίοι γνώριζαν ή αναγνώρισαν το έργο του Κανιάρη, παρά την παρουσίασή του στο Ινστιτούτο Σύγχρονων Τεχνών (ICA) το 1975 και τις πολυάριθμες εκθέσεις του στην Ελλάδα, τη Γερμανία, την Ελβετία και τη Γαλλία. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η επαναξιολόγηση του Κανιάρη στη Βρετανία συντελέστηκε ουσιαστικά στο Hellenic Centre.
Εγκαίνια της έκθεσης Βλάσης Κανιάρης: Έργα 1960-1980, 2023, Hellenic Centre
Φωτογραφία: Κατερίνα Καλογεράκη
Ανάμεσα σε μπιενάλε, περίπτερα και εθνικά φεστιβάλ, ποια είναι η σημασία των εθνικών πολιτιστικών εκδηλώσεων στο εξωτερικό; Το 1975, O Ελληνικός Μήνας στο Λονδίνο είχε νόημα ως δήλωση παρουσίας. Η άρτι απελευθερωμένη Ελλάδα αποζητούσε να ξανασυστηθεί στη διεθνή κοινότητα. Σήμερα, ωστόσο, πίσω από παρόμοια επιμελητικά εγχειρήματα —αφιερωμένα αποκλειστικά σε μία χώρα— ελλοχεύει ο κίνδυνος να αναπαραχθούν διαχωρισμοί κέντρου/περιφέρειας ή να μονοπωληθεί η καλλιτεχνική παραγωγή από ζητήματα καταγωγής.
Η κινητήριος δύναμη πίσω από τον Ελληνικό Μήνα στο Λονδίνο, δηλαδή η δημιουργία ορατότητας και η προώθηση του διαλόγου, παραμένει επίκαιρη. Ωστόσο, καθώς ο κόσμος έχει αλλάξει, το ίδιο πρέπει να συμβεί και στο πλαίσιο της συζήτησης. Να φανταστούμε μια σύγχρονη επανάληψη; Θα έπρεπε άραγε να είναι συνεργατική και όχι αντιπροσωπευτική, διεθνής και όχι εθνική, οριζόντια και όχι ιεραρχική; Θα προέκυπτε μάλλον από δίκτυα καλλιτεχνών, επιμελητών και κοινοτήτων που εργάζονται σε διάφορες χώρες παρά από έναν ή δύο μεμονωμένους επιμελητές με πρόσβαση σε θεσμούς υψηλού κύρους;
Κατά την προετοιμασία αυτού του κειμένου, επισκέφθηκα το κτίριο των Tate Archives, όπου φυλάσσονται τα αρχεία του Ινστιτούτου Σύγχρονων Τεχνών (ICA). Επενεξετάζοντας τον Ελληνικό Μήνα στο Λονδίνο, προκαλεί εντύπωση πόσο πολύ το όλο εγχείρημα βασίστηκε στην ατομική πρωτοβουλία. Οι διοργανωτές εργάστηκαν δίχως ήδη δοκιμασμένες λύσεις, οι διασυνδέσεις που δημιούργησαν προέκυψαν στη βάση συσχετισμών, εμπιστοσύνης, απόρριψης, οικονομικών δυσκολιών και επιμονής. Η ανεπισημότητα έχει αξία, καθώς μας υπενθυμίζει ότι η πολιτιστική ανταλλαγή γεννιέται μέσα από τις σχέσεις και όχι από τα σχέδια. Ωστόσο, η οικοδόμηση θεσμικής ανθεκτικότητας απαιτεί στρατηγική, καθώς προφυλάσσει από τον συναισθηματισμό, τον νεποτισμό και τον συμβιβασμό, διασφαλίζοντας ότι αυτές οι σχέσεις μπορούν να ενεργοποιηθούν εντός ενός βιώσιμου πλαισίου.
Η τεκμηρίωση του Ελληνικού Μήνα στο Λονδίνο, συμπεριλαμβανομένων των καταλόγων, των αποκομμάτων του τύπου και των φωτογραφιών, αποκαλύπτει μια εδραιωμένη παραδοχή ότι ο πολιτισμός λειτουργεί ως γέφυρα σε περιόδους μετάβασης. Για εμάς που εργαζόμαστε σε πολιτιστικά ιδρύματα σήμερα, αυτό μόνο καθησυχαστικό δεν είναι και μάλλον δημιουργεί περισσότερες απαιτήσεις. Το παρελθόν δεν χρειάζεται αγιοποιήσεις ή στείρες αναπαραγωγές, αλλά αμφισβήτηση.
Σε έναν κόσμο όπου οι καλλιτέχνες κινούνται ανεμπόδιστα μεταξύ πόλεων, τα residencies καταργούν τα σύνορα και οι ψηφιακές πλατφόρμες εκμηδενίζουν την απόσταση, η έννοια μιας παγιωμένης εθνικής ταυτότητας καθίσταται προβληματική. Ωστόσο, αυτό καθιστά τη λειτουργία ιδρυμάτων όπως το Hellenic Centre πιο αναγκαία από ποτέ. Καθώς οι περικοπές στη χρηματοδότηση των τεχνών στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν αυξηθεί μετά το Brexit, οι ανταλλαγές γίνονται ολοένα και πιο εύθραυστες. Μέσα σε αυτό το κατακερματισμένο τοπίο, ιδρύματα σαν το Hellenic Centre μπορούν να προσφέρουν σιγουριά, συνδεσιμότητα και συνέχεια.
Η επανεξέταση του Ελληνικού Μήνα στο Λονδίνο σήμερα δεν έχει να κάνει τόσο με τη νοσταλγία όσο με την εξέταση του τρόπου με τον οποίο οι θεσμοί μεσολαβούν μεταξύ γεγονότων του παρελθόντος και πραγματικοτήτων του παρόντος. Το δίδαγμα από το 1975 δεν είναι ο εθνικός εορτασμός, αλλά η θεσμική προσαρμοστικότητα και η ανάγκη να συνεχιστεί η δημιουργία των συνθηκών εκείνων που θα επιτρέπουν στους καλλιτέχνες να διατυπώνουν τους δικούς τους όρους και να διαφοροποιούνται ανταποκρινόμενοι στις μεταναστευτικές, κλιματικές και πολιτιστικές αλλαγές.
Ο Ελληνικός Μήνας στο Λονδίνο παραμένει μια συναρπαστική μελέτη περίπτωσης στην πολιτική της πολιτιστικής ανταλλαγής. Επέδειξε πνευματικό σφρίγος, έχοντας γεννηθεί από την ιστορική ανάγκη να ξανασυστηθεί στον κόσμο ένα έθνος που πάσχιζε να βρει τα πατήματά του έπειτα από μια δικτατορία. Πενήντα χρόνια αργότερα, η σημασία του έγκειται περισσότερο στο γεγονός πως έδειξε τι μπορεί να επιτύχει η πολιτιστική διπλωματία και λιγότερο στις φιλοδοξίες του με εθνικό πρόσημο.
Ο Στήβεν Αντωνάκος στήνει το έργο του στο ICA για την έκθεση Eight Artists, Eight Attitudes, Eight Greeks
Παραχώρηση φωτογραφίας του Χρήστου Ιωακειμίδη στην Πολύνα Κοσμαδάκη.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ Τ@ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
H Νάγια Γιακουμάκη είναι Διευθύντρια του Hellenic Centre του Λονδίνου από το 2022. Την περίοδο 2005-2022 ήταν επιμελήτρια στη Whitechapel Gallery και, από το 2016, επικεφαλής των Σπουδών Επιμέλειας και ιδρυτική διευθύντρια του ΜΑ Eπιμέλεια Τέχνης και Δημόσιων Προγραμμάτων σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο South Bank. Στη Whitechapel Gallery ανέπτυξε ένα καινοτόμο πρόγραμμα ερευνητικών εκθέσεων για την Archive Gallery, εργάστηκε σε αναθέσεις και από το 2011 έως το 2020 ήταν προϊσταμένη του Προγράμματος Ανταλλαγής Επιμελητών NEON, ενός ετήσιου διεθνούς προγράμματος ανταλλαγής επιμελητών, το οποίο είχε ιδρύσει και χρηματοδοτούσε ο Οργανισμός ΝΕΟΝ και υλοποιούσε η Whitechapel Gallery. Επιπλέον, τη διετία 2016-2017 ήταν συνδιευθύντρια του Οργανισμού Athens Biennale. Η Γιακουμάκη έχει εργαστεί στην καλλιτεχνική εκπαίδευση πάνω από τριάντα χρόνια. Έχει σχεδιάσει πάνω από σαράντα εκθέσεις και αναθέσεις.