ΧΕΙΜΩΝΑΣ
2024
Juliet Jacques

Αναμνησεις απο τη δεκαετια του ’80: Η δαιμονοποιηση των τρανς ατομων και η πανδημια του HIV/AIDS στη Βρετανια

You Will be Free, 2017 (στιγμιότυπο). Μονοκάναλο βίντεο, έγχρωμο, με ήχο, 10′ 13”. Ευγενική παραχώρηση της καλλιτέχνιδας και του Studio Voltaire, Λονδίνο.

Το 2017, γύρισα μια ταινία μικρού μήκους με τον τίτλο You Will Be Free (Θα είσαι ελεύθερος). Η ταινία άρχιζε με τα θλιμμένα και τρυφερά λόγια που έγραψε η συγγραφέας και ηθοποιός Cookie Mueller στον σύζυγό της, τον γελοιογράφο Vito Scarpati, ενώ και οι δύο βρίσκονταν στα τελικά στάδια επιπλοκών του AIDS. Αυτά τα λόγια, με τη φωνή της Anna-Louise Plowman πάνω σε μια κενή οθόνη (αναφορά στο Blue του Derek Jarman του 1993), επέμεναν: «δεν θα πεθάνεις ποτέ, απλώς θα χάσεις το σώμα σου», κι έτσι θα απελευθερωθείς από τις ανησυχίες για νοίκια, στεγαστικά, καινούργια ρούχα, κυτταρίτιδα, καρκίνο, εθισμό στο σεξ, τα ναρκωτικά ή το αλκοόλ, από την ανησυχία για το AIDS. Η Mueller εστίαζε αποκλειστικά στη σωματική διάσταση. Εγώ, από την άλλη, συνδύασα έναν στοχαστικό μονόλογο πάνω στα λόγια της με εικόνες αρχείου από δύο περιόδους ηθικού πανικού, αμφότερες ενορχηστρωμένες από τα μέσα ενημέρωσης σε έντυπα, ραδιόφωνο και τηλεόραση, που άνοιξαν τον δρόμο για νομοθετικές επιθέσεις εναντίον της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, κάνοντας τις ζωές ανθρώπων, όπως εκείνη και εγώ, πολύ λιγότερο ευχάριστες από όσο θα μπορούσαν να είναι. Η πρώτη τέτοια περίοδος ήταν η εκστρατεία κατά των γκέι ατόμων κατά τη διάρκεια της πανδημίας HIV/AIDS τη δεκαετία του 1980, που έχει κεντρικό ρόλο στην ταινία μου. Η δεύτερη ήταν η εκστρατεία εναντίον των τρανς ατόμων τη δεκαετία του 2010, που την ανέδειξα λιγότερο, ώστε το κοινό να διακρίνει μόνο του τους παραλληλισμούς.

Τα πλάνα αρχείου, οι φωτογραφίες και οι τίτλοι των εφημερίδων προέρχονταν κυρίως από τη Βρετανία, γιατί ήθελα να υπενθυμίσω στον θεατή ότι το φαινόμενο του ηθικού πανικού δεν αφορούσε αποκλειστικά τις ΗΠΑ, καθώς και ότι η βρετανική μητρόπολη εισάγει συχνά πολιτικές πολιτισμικού πολέμου από την πάλαι ποτέ αποικία της. Η Αφηγήτρια απορρίπτει συμβατικές θεωρήσεις για τη μετά θάνατον ζωή: «αν πρέπει να τη μοιραστώ με τους αρχηγούς της αστυνομίας και τους ιεροκήρυκες που αποκαλούσαν το AIDS δώρο Θεού, καλύτερα να μείνω εκτός». Όσο λέγονται αυτά, βλέπουμε εικόνες του Ronald Reagan και του εκπροσώπου της χριστιανικής δεξιάς Pat Buchanan, κι απέναντί τους μια διαδήλωση με τη μορφή νεκρικής πομπής της ακτιβιστικής οργάνωσης για το AIDS ACT UP. Βλέπουμε επίσης τον δημοτικό σύμβουλο των Συντηρητικών Bob Meacham, για τον οποίο το AIDS ήταν «τεκμήριο θεϊκής παρέμβασης όμοιας με την πυρκαγιά που έπληξε τον Καθεδρικό του Γιορκ» το 1984 (λίγες μέρες μετά τη χειροτονία του αντισυμβατικού Επισκόπου της πόλης Ντάραμ David Jenkins, επικριτή της Θάτσερ, ο οποίος ευλόγησε δημόσια το σύμφωνο συμβίωσης μεταξύ ομοφύλων). Ακόμα, τον περιβόητο αστυνομικό διευθυντή της ευρύτερης περιοχής του Μάντσεστερ James Anderton που, τον Δεκέμβριο του 1986, δήλωσε ότι τα γκέι και τοξικοεξαρτημένα άτομα και οι εργάτες/τριες του σεξ «κολυμπούν σε έναν ανθρώπινο βούρκο που έφτιαξαν μόνοι τους». Η σεκάνς τελειώνει με το πασίγνωστο στη Βρετανία τηλεοπτικό κοινωνικό μήνυμα «Don’t Die of Ignorance» (Μην πεθάνετε από άγνοια), σε σκηνοθεσία Nicolas Roeg, με κύρια εικόνα μια ταφόπλακα με την επιγραφή «AIDS» να πέφτει στο έδαφος, στοιχειώνοντας μια ολόκληρη γενιά θεατών.

Αργότερα, βλέπουμε τη σκανδαλοθηρική φυλλάδα The Sun (πρόκειται για την πρώην Daily Herald, αριστερή εφημερίδα που ο Rupert Murdoch μετέτρεψε σε ξέφρενο υποστηρικτή της θατσερικής κυβέρνησης και πρωταγωνιστή της υστερίας κατά των γκέι ατόμων) με τον τίτλο «Νεαρός ζιγκολό ο υπεύθυνος σχολείων των Εργατικών» και με την πλαϊνή στήλη να ανακοινώνει ότι «Ακόμα και οι Archers1 μπορούν να πάθουν AIDS». Εν μέσω ενός ορυμαγδού τίτλων για νεαρά αγόρια που δήθεν έπεφταν στα νύχια ομοφυλόφιλων ανδρών, η Θάτσερ δήλωνε ενοχλημένη που «αντί να διδάσκονται τον σεβασμό στις παραδοσιακές ηθικές αξίες, τα παιδιά μαθαίνουν ότι έχουν το απαράγραπτο δικαίωμα να είναι γκέι», προαναγγέλλοντας ουσιαστικά το άρθρο 28 του βρετανικού Νόμου περί αυτοδιοίκησης του 1988, που απαγόρευε την «προώθηση της ομοφυλοφιλίας» στα σχολεία, στις βιβλιοθήκες και άλλους δημόσιους φορείς. Όλα αυτά πήγαζαν από μια γενικότερη απροθυμία να συζητηθεί ο αντίκτυπος που είχε ο ιός, την οποία με τη σειρά τους τροφοδοτούσαν. Η απροθυμία κράτησε για αρκετά χρόνια μετά την εμφάνιση των πρώτων περιστατικών στη Βρετανία τον Δεκέμβριο του 1981, κοστίζοντας πιθανότατα χιλιάδες ζωές.

Vittorio Scarpati, Χωρίς τίτλο, 1989, 21 x 13 εκ. Ευγενική παραχώρηση Bill Stelling. Φωτογραφία: Andy Keate.

  

Είναι δύσκολο να πούμε πότε, ή ακόμη και αν, τελικά έληξε ποτέ αυτός ο ηθικός πανικός. Οι Εργατικοί συμπεριέλαβαν την ανάκληση του άρθρου 28 στις θεμελιώδεις προγραμματικές τους δηλώσεις για τις κοινοβουλευτικές εκλογές του 1997, τις οποίες κέρδισαν πανηγυρικά. Ακόμη κι έτσι όμως, χρειάστηκαν έξι χρόνια για να ξεμπερδέψουν με δεδομένες την κοινοβουλευτική κριτική, τις σφοδρές αντιδράσεις των μέσων ενημέρωσης και τις καλοπληρωμένες εκστρατείες για τη διατήρηση του άρθρου. Οι Εργατικοί επέβαλαν επίσης την ίδια ηλικία συναίνεσης για ομοφυλόφιλα και ετεροφυλόφιλα άτομα, κατάφεραν το 2004 να ψηφιστεί ο Νόμος περί αναγνώρισης φύλου –που πρόσφερε στα τρανς άτομα νομική αναγνώριση του επίκτητου φύλου τους –και το 2010 κατέθεσαν το Νομοσχέδιο περί ισότητας, σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπονται οι διακρίσεις για άτομα που έχουν προχωρήσει σε επαναπροσδιορισμό φύλου. Η επόμενη κυβέρνηση συνασπισμού, υπό την ηγεσία των Συντηρητικών με τον David Cameron, ψήφισε τον Νόμο περί ισότητας, καθώς και τον Νόμο περί γάμου (για τα ομόφυλα ζευγάρια). Με την κατακόρυφη αύξηση των ανοιχτά ομοφυλόφιλων ανδρών και γυναικών –μεταξύ τους και βουλευτές του Συντηρητικού κόμματος– στη δημόσια ζωή της Βρετανίας, η απροκάλυπτη ομοφοβία των μέσων ενημέρωσης, που κυριαρχούσε τη δεκαετία του 1980, έγινε πλέον σπανιότερο φαινόμενο, αν και δεν εξαλείφθηκε εντελώς.

Ωστόσο, η απροκάλυπτη τρανσφοβία στη βρετανική πολιτική και στον βρετανικό Τύπο οργιάζει εξαπολύοντας τριπλή επίθεση. Χυδαίοι τίτλοι σκανδαλοθηρικών εφημερίδων εκθέτουν και δαιμονοποιούν τρανς άτομα, περιγράφοντάς τα συχνά ως εγκληματίες και κακοποιητές παιδιών. Άρθρα σε φυλλάδες επιχειρηματολογούν, με ήπια βέβαια γλώσσα, υπέρ του περιορισμού των δικαιωμάτων μας και του γενικού υποβιβασμού της ύπαρξής μας. Τέλος, βρισκόμαστε συνεχώς υπό την απειλή νομοθετικών αλλαγών που αποσκοπούν στον αποκλεισμό των τρανς ατόμων από τις εγκαταστάσεις όπου εφαρμόζεται διαχωρισμός ανδρών-γυναικών, ώστε να γίνει δυσκολότερη η συμμετοχή τους στη δημόσια ζωή και η πρόσβασή τους στην ειδική περίθαλψη. Εκεί υπάρχουν ήδη μακρές λίστες αναμονής λόγω των σκληρών περικοπών στο εθνικό σύστημα υγείας της Βρετανίας, ειδικά για άτομα κάτω των 18. Η μεθοδολογία ακολουθεί πιστά εκείνη της δεκαετίας του 1980: τα μέσα ενημέρωσης χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν έξαρση της τρανσφοβίας (η οποία συχνά «σφυγμομετρείται» από εταιρείες δημοσκοπήσεων με κατευθυνόμενες ερωτήσεις, που καθιστούν την πραγματική γνώμη του κοινού άσχετη με το αποτέλεσμα) και να εκφοβίσουν οποιοδήποτε άτομο εναντιώνεται σε αυτήν την κατάσταση φιμώνοντάς το. Ίδια παραμένει και η επιθυμητή έκβαση: να ανακοπεί το ρεύμα των τρανς ατόμων που αποκαλύπτουν δημόσια την ταυτότητά τους, αλλά και να γίνει όσο το δυνατόν δυσκολότερη η ζωή όσων τρανς ατόμων έχουν ήδη αποκαλύψει την ταυτότητά τους στο παρελθόν.

Δεν βλέπουμε τίποτα το καινούργιο εδώ: η τρανσφοβία στα μέσα ενημέρωσης είναι τόσο παλιά όσο και η εμφάνιση στη δημόσια ζωή ατόμων που δεν συμμορφώνονταν με τη δυαδικότητα του φύλου. Οι «μιμητές γυναικών» Boulton και Park συνελήφθησαν στο Λονδίνο τον Μάιο του 1870, με πληθώρα αρνητικών τίτλων στις εφημερίδες.2 Στο τέλος του μυθιστορήματος με τίτλο A Crooked Sixpence (1960), που έγραψε ο Murray Sayle για την εμπειρία του ως εργαζόμενος στα βρετανικά μέσα ενημέρωσης, ο πρωταγωνιστής εγκαταλείπει τη δημοσιογραφία όταν του ζητούν να πάρει συνέντευξη από μια τρανς γυναίκα, όπου θα την παρουσίαζε ως τέρας. Ο Guardian, που θεωρείται η κύρια εφημερίδα φιλελεύθερης αριστερής ιδεολογίας στο Ηνωμένο Βασίλειο, φιλοξενούσε συχνά δήθεν φεμινιστικά άρθρα γνώμης εναντίον των τρανς ατόμων τη δεκαετία του 2000. Ιδιαίτερα γνωστό είναι αυτό της Julie Bindel, με τίτλο «Τρέμετε, αρνητές φύλου» (2004), που έκλεινε ως εξής: «Δεν έχω πρόβλημα οι άντρες να αφαιρούν τα γεννητικά τους όργανα, αλλά αυτό δεν τους κάνει γυναίκες. Όπως δεν γίνεσαι άντρας αν χώσεις ένα κομμάτι σωλήνα στο παντελόνι σου».3 Η οργάνωση Trans Media Watch, που ιδρύθηκε το 2009, υπέβαλε στην εξεταστική επιτροπή υπό τον δικαστή Leveson, η οποία συστάθηκε το 2011 για τη διερεύνηση της κουλτούρας, της δεοντολογίας και των πρακτικών του βρετανικού Τύπου (Leveson Inquiry), στοιχεία για την «απαίσια και εξευτελιστική μεταχείριση των διεμφυλικών και διαφυλικών ατόμων» μέσω συνεχών δημοσιευμάτων σχετικά με το κόστος που είχαν οι φυλομεταβάσεις για το εθνικό σύστημα υγείας της Βρετανίας (συχνά με σκανδαλωδώς ανακριβή ποσά) και για άλλες δημόσιες υπηρεσίες.4

You Will be Free, 2017 (στιγμιότυπο). Μονοκάναλο βίντεο, έγχρωμο, με ήχο, 10΄ 13”. Ευγενική παραχώρηση της καλλιτέχνιδας και του Studio Voltaire, Λονδίνο.

  

Ασκώντας εξωτερικές πιέσεις στο σύστημα, η οργάνωση Trans Media Watch προσπαθούσε να κάνει αυτό που εγώ και λίγοι ακόμα ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι επιχειρούσαμε από το εσωτερικό του συστήματος στις αρχές της δεκαετίας του 2010: να αλλάξουμε την κουλτούρα των βρετανικών μέσων ενημέρωσης. Για λίγο, φάνηκε να λειτουργεί. Εγώ είχα ένα τακτικό blog στον Guardian όπου έγραφα για τη φυλομετάβασή μου. Άλλα τρανς και μη δυαδικά άτομα έγραφαν στο πλαίσιο ενός ολοένα διευρυνόμενου και όχι πλέον περιθωριακού διαλόγου για τα δικαιώματα, την αντιπροσώπευση, την πολιτική και την κουλτούρα της τρανς κοινότητας. Τέλος, αναδείχθηκε ένας αριθμός τρανς ατόμων που δραστηριοποιούνταν στους χώρους της συγγραφής, της υποκριτικής, της μουσικής και σε άλλα πεδία. Τον Μάιο του 2014, το περιοδικό Time προέβη στη γνωστή ανακοίνωση ότι τα δικαιώματα και η αντιπροσώπευσή μας είχαν διέλθει από ένα κρίσιμο σημείο (το λεγόμενο Transgender Tipping Point), μετά το οποίο δεν θα ήταν πλέον δυνατό να μας τα πάρουν πίσω. Οι εχθροί μας είδαν εκεί μια πρόκληση, κι έτσι η τρανσφοβία έγινε αναπόσπαστη συνθήκη των ακροδεξιών συνασπισμών που αναδύθηκαν ως απάντηση στην παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 και τη συχνά επακόλουθη λιτότητα. Η πολωνική κυβέρνηση άσκησε πιέσεις για την αφαίρεση του όρου φύλο (gender) από τα κείμενα δημόσιας πολιτικής, τόσο σε εθνικό όσο και σε ενωσιακό επίπεδο. Οι οπαδοί του Jair Bolsonaro άρχισαν να επιτίθενται στα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, με τη Judith Butler, συγγραφέα του βιβλίου Gender Trouble, να γίνεται κατεξοχήν αποδέκτης δημόσιου μίσους. Η κυβέρνηση του Donald Trump εξέτασε το ενδεχόμενο να καθιερωθεί ως νομικός προσδιορισμός του φύλου εκείνο που αποδίδεται κατά τη γέννηση και επέτρεψε στους ασφαλιστικούς φορείς να αρνούνται την κάλυψη της θεραπείας επιβεβαίωσης φύλου σε τρανς άτομα. Πρόσφατα, κάποιες πολιτείες των ΗΠΑ απαγόρευσαν τις drag εκδηλώσεις σε δημόσιους χώρους. Η όλο και πιο αυταρχική κυβέρνηση του Viktor Orbán στην Ουγγαρία κατάργησε πρώτα τις Σπουδές Φύλου στα πανεπιστήμια της χώρας, πριν προχωρήσει στην αφαίρεση του δικαιώματος αναγνώρισης φύλου από τα τρανς άτομα το 2020, ενδεχόμενο που συζητείται αυτήν τη στιγμή και στη γειτονική Σλοβακία.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, πάλι, εκδηλώθηκε μια παράξενη ένταση. Σχεδόν όλες οι εφημερίδες, από τη Sun και την Daily Mail έως τον Guardian και τους Times (ιδιοκτησίας Murdoch και «εφημερίδα αναφοράς» στη Βρετανία), καθώς και εβδομαδιαία περιοδικά πολιτικού περιεχομένου, από το κεντρώο New Statesman έως το ακραία δεξιό Spectator, άρχισαν να δημοσιεύουν ακατάπαυστα άρθρα γραμμένα από γυναίκες «με επικριτική στάση απέναντι στην ταυτότητα φύλου» και από συντηρητικούς άντρες. Αυτά τα άρθρα φίμωσαν τον διάλογο σχετικά με την πραγματικότητα που βιώνουν τα τρανς άτομα και ενίσχυσαν τις επιθέσεις κατά της εγκυρότητας της ταυτότητάς μας, αφήνοντας χώρο αποκλειστικά και μόνο για τη συζήτηση αν η ύπαρξή μας συνιστά απειλή για τις γυναίκες και τα παιδιά. Ιδρύθηκαν ομάδες πίεσης κατά των τρανς ατόμων, ως αντίδραση στην αλλαγή πολιτικής στην οποία προχώρησε το 2015 το Stonewall, η σημαντικότερη οργάνωση ομοφυλόφιλων και αμφιφυλόφιλων ανδρών και γυναικών στο Ηνωμένο Βασίλειο, όταν συμπεριέλαβε στην ατζέντα της τα τρανς άτομα. Οι ομάδες αυτές λάμβαναν χρηματοδότηση από αδιαφανείς πηγές. Παράδειγμα η οργάνωση LGB Alliance, που απέκλειε τα τρανς άτομα και ιδρύθηκε το 2019 με σκοπό να προωθήσει τα δικαιώματα των «ομοφυλόφιλων και αμφιφυλόφιλων ανδρών και γυναικών» – παραδέχθηκε, ωστόσο, ενώπιον δικαστηρίου ότι λίγα είχαν καταφέρει σε αυτόν τον τομέα, αλλά σκόπευαν να «αφιερώσουν χρόνο σχετικά». Το 2022, έγινε γνωστό ότι η έδρα που μίσθωνε η οργάνωση βρισκόταν στην οδό Tufton, όπου φιλοξενούνται αρκετές «ομάδες προβληματισμού» του λεγόμενου φιλελεύθερου δεξιού χώρου.5

Ταυτόχρονα, η Theresa May –πρωθυπουργός στη θέση του Cameron μετά το 2016 και με ιστορικό καταψήφισης της νομοθεσίας για τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, συμπεριλαμβανομένης και της ανάκλησης του άρθρου 28 το 2000– ανακοίνωσε ότι θα διεξαγόταν διαβούλευση επί των προτεινόμενων μεταρρυθμίσεων για τον Νόμο περί αναγνώρισης φύλου, οι οποίες θα επέτρεπαν τον αυτοπροσδιορισμό βάσει του επιλεγμένου φύλου χωρίς να απαιτείται ιατρική διάγνωση δυσφορίας φύλου. Η ανακοίνωση εξερέθισε πολιτικούς, σχολιαστές και ομάδες που τάσσονταν κατά των τρανς ατόμων και άρχισαν σφοδρές εκστρατείες ενάντια στις μεταρρυθμίσεις, στο πλευρό της χριστιανικής δεξιάς.6 Οι μεταρρυθμίσεις μπήκαν τελικά στο συρτάρι το 2020 από τη Liz Truss, υπουργό για τις Γυναίκες και την Ισότητα στην κυβέρνηση του Boris Johnson, όταν ο τελευταίος έγινε πρωθυπουργός στη θέση της May. Η Truss, με ισχυρή στήριξη από το Ινστιτούτο Adam Smith και άλλες ομάδες προβληματισμού της οδού Tufton, ανέλαβε για σύντομο διάστημα την πρωθυπουργία μετά τον Johnson, το 2022. Η συζήτηση για τα «ζητήματα των τρανς ατόμων» έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εκστρατεία της για την ηγεσία, ενώ τόσο η Truss όσο και ο αντίπαλός της Rishi Sunak κατηγορούσαν τα τρανς άτομα ότι «διαγράφουν τις γυναίκες», ισχυριζόμενοι ότι αναγνωρίζουν εγγενείς συγκρούσεις μεταξύ των δικαιωμάτων των γυναικών και των δικαιωμάτων των τρανς ατόμων, και υποσχόμενοι νομοθετικές αλλαγές που θα περιόριζαν τις ελευθερίες των τελευταίων.

Η πρωθυπουργική θητεία της Truss διήρκεσε μόλις έξι εβδομάδες μετά την οικονομική κρίση που προκάλεσε ο καταστροφικός «μίνι προϋπολογισμός» της. Την αντικατέστησε ο φαινομενικά πιο μετριοπαθής Rishi Sunak, που διόρισε τη μη λευκή Kemi Badenoch Υπουργό για τις Γυναίκες και την Ισότητα, θέση την οποία κατείχε στο παρελθόν και η Truss. Η Badenoch πρότεινε την επανεξέταση του Νόμου περί ισότητας προκειμένου να αρθούν οι προστατευτικές διατάξεις για τα τρανς άτομα, τον καθολικό αποκλεισμό των τρανς ατόμων από τις εγκαταστάσεις όπου εφαρμόζεται διαχωρισμός ανδρών-γυναικών, καθώς και τη θέσπιση διατάξεων που θα εξαναγκάζουν τα σχολεία να αποκαλύπτουν στους γονείς ότι τα παιδιά τους είναι διεμφυλικά. Υπό την ηγεσία του κεντροδεξιού (στην καλύτερη περίπτωση) Keir Starmer, το Εργατικό Κόμμα δεν κατάφερε να κάνει ουσιαστική αντιπολίτευση σε καμία από αυτές τις προτάσεις, υποστηρίζοντας αντίθετα πιθανές μεταρρυθμίσεις στον δικό του Νόμο περί ισότητας. Το ίδιο είχε συμβεί και με το άρθρο 28 τη δεκαετία του 1980, όταν η αντιπολίτευση, με αρχηγό τον Neil Kinnock, αρνήθηκε να προσβάλει τον νόμο μήπως και δυσαρεστήσει τους ψηφοφόρους, παρότι ο συγκεκριμένος νόμος συνεπαγόταν και την περικοπή κονδυλίων από την αυτοδιοίκηση. Εν μέσω λιτότητας, αύξησης ενοικίων και ανεξέλεγκτου πληθωρισμού, είναι ανέφικτο για τους Συντηρητικούς να στηρίξουν τις επόμενες εκλογές στα οικονομικά τους επιτεύγματα. Επομένως, είναι βέβαιο ότι η διεκδίκηση θα γίνει επί εδάφους πολιτισμικού πολέμου – με άλλα λόγια, βάσει του ποιος μπορεί να δεσμευτεί ότι θα φερθεί σκληρότερα σε μειονότητες (ειδικά σε Ρομά και νομαδικούς πληθυσμούς), μετανάστες και τρανς άτομα.

Vittorio Scarpati, Χωρίς τίτλο, 1989, 21 x 16 εκ. Ευγενική παραχώρηση Bill Stelling. Φωτογραφία: Andy Keate.

  

Αξίζει εδώ να σημειώσουμε, εν συντομία, έναν παραλληλισμό μεταξύ των δύο πανικών: αφενός του πανικού απέναντι στη μετανάστευση, που ώθησε τη Βρετανία στο Brexit και στην υιοθέτηση ορισμένων από τις πλέον περιοριστικές και τιμωρητικές πολιτικές στην Ευρώπη όσον αφορά τη μετανάστευση και την αναζήτηση ασύλου, αφετέρου του πανικού απέναντι στα τρανς άτομα. Και στις δύο περιπτώσεις υπήρχε μια αντίπαλη ομάδα η οποία είχε πολλά να κερδίσει και ισχυριζόταν ότι οι δικές της προκαταλήψεις αντανακλούσαν εκείνες της «κοινωνίας». Αυτή η ομάδα εξέφραζε αδιάκοπα τη δυσαρέσκειά της για μια «φιλελεύθερη ελίτ» που δεν άφηνε τη φωνή της να ακουστεί (παρότι οι εφημερίδες ήταν γεμάτες με άρθρα εναντίον των μεταναστών και των τρανς ατόμων), προσηλυτίζοντας και στρατολογώντας συνεχώς κόσμο και αυξάνοντας τις πιέσεις μέχρι οι πολιτικοί του μη ακραίου χώρου (και των δύο κύριων κομμάτων) να υποκύψουν στις απαιτήσεις της – χωρίς, φυσικά, να μπορούν ποτέ να τις ικανοποιήσουν. Η εγκαθίδρυση αυτού του «εχθρικού περιβάλλοντος» (όπως το έθεσε, ως υπουργός Εσωτερικών τότε, η Theresa May, περιγράφοντας πώς οραματιζόταν το Ηνωμένο Βασίλειο για τους μετανάστες) είχε ως αποτέλεσμα τα τρανς άτομα να εκδιωχθούν, σε μεγάλο βαθμό, από τα συστημικά μέσα ενημέρωσης και την πολιτική. Μαζί με την εξαφάνιση από τις βρετανικές εφημερίδες του κύματος τρανς και μη δυαδικών συντακτών που αναδύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2010, αξίζει ειδική μνεία στον όγκο των άρθρων κατά των τρανς ατόμων που δημοσιεύτηκαν εντός των τελευταίων ετών. Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες, κάθε βρετανικό μέσο ενημέρωσης έχει δημοσιεύσει από το 2016 κατά μέσο όρο 154 άρθρα σχετικά με τα τρανς άτομα (που αποτελούν το 0,1% του πληθυσμού), με την Daily Mail να έχει δημοσιεύσει τον απίστευτο αριθμό των 115 πολεμικών άρθρων μόνο τον Ιανουάριο του 2023. Το 2022, αναφέρθηκαν 4.300 εγκλήματα μίσους κατά τρανς ατόμων έναντι 1.700 το 2018, σημειώνοντας αύξηση κατά 156%.7

Είχε δοθεί η εντύπωση πως, μέσα στη γενικευμένη κρίση του κόστους διαβίωσης και με τα ενοίκια, τα στεγαστικά, τους λογαριασμούς ρεύματος και τις τιμές των τροφίμων να αυξάνονται κατακόρυφα, η τακτική πολιτισμικού πολέμου που εφάρμοζε ο δεξιός χώρος και στις δύο όχθες του Ατλαντικού έφτανε επιτέλους στα όριά της: αυτή η προσέγγιση δεν αποδείχθηκε ωφέλιμη ούτε για τους Ρεπουμπλικανούς των ΗΠΑ στις μεσοπρόθεσμες εκλογές του 2022, ούτε για τους Συντηρητικούς στις βρετανικές αυτοδιοικητικές εκλογές του 2023. Το 2024, ωστόσο, η κατάσταση άλλαξε και πάλι. Στη Μεγάλη Βρετανία, το Εργατικό Κόμμα, υπό την ηγεσία της δεξιάς του πτέρυγας, υποσχέθηκε να «τελειώσει» τους «πολιτισμικούς πολέμους» – συνθηκολογώντας∙ υποσχόμενο πως όταν ανέβει στην εξουσία θα διατηρήσει την απαγόρευση πρόσβασης των νέων στους αναστολείς εφηβείας την οποία είχαν εισαγάγει οι Συντηρητικοί. Στις ΗΠΑ, οι Δημοκρατικοί έχασαν οκτώ εκατομμύρια ψήφους και τις εκλογές από τους Ρεπουμπλικανούς του Donald Trump. Ο πληθωρισμός που ακολούθησε την κρίση του Covid-19, η σθεναρή υποστήριξη του Ισραήλ και η επίμονη στήριξη ενός status quo που είχε καταρρεύσει το 2008 στοίχισε πολύ στους Δημοκρατικούς, κι όμως πολλοί βαρόνοι του κόμματος και σχολιαστές έσπευσαν να κατηγορήσουν την κουλτούρα του «woke» για την ήττα και φαίνεται πως η δεύτερη ορκωμοσία του Trump τον Ιανουάριο του 2025 θα συνοδευτεί από σαρωτικές επιθέσεις στα τρανς άτομα, στο δικαίωμα στην άμβλωση και στους μετανάστες.

Ως έναν βαθμό, η τρανσφοβία στη Βρετανία εμφανίζεται σε όλο το ιδεολογικό φάσμα: απαντάται και στον αριστερό χώρο, παρότι περιθωριοποιείται όλο και περισσότερο εκεί, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στον κεντρώο, τον συντηρητικό και τον ακροδεξιό χώρο. Η αντίδραση των μέσων ενημέρωσης απέναντι στα δικαιώματα και την ορατότητα των τρανς ατόμων την τελευταία δεκαετία εξηγείται καλύτερα από το γεγονός ότι η τρανσφοβία δεν αφορά το ίδιο όλες τις γενιές – εξ ου και η σφοδρότητα με την οποία οι τρανσφοβικοί μεσήλικες επιχειρούν να πάρουν με το μέρος τους τις νεαρότερες ηλικίες. Επαναλαμβάνω ότι δεν πρέπει να εφησυχάζουμε, κι ωστόσο, σε αντιστάθμισμα αυτής της επίθεσης από τα πατροπαράδοτα μέσα ενημέρωσης σε έντυπα, ραδιόφωνο και τηλεόραση, η ορατότητα των τρανς ατόμων αυξάνεται όχι μόνο στα κοινωνικά δίκτυα, αλλά και σε δημοφιλή τηλεοπτικά προγράμματα, όπως το Pose, το Euphoria και το Ru Paul’s Drag Race. Με αυτόν τον τρόπο, αφενός βελτιώνεται η κατανόηση και η ενσυναίσθηση για την πραγματικότητα που βιώνουν τα τρανς άτομα, αφετέρου αναδύονται περισσότερα τρανς πρόσωπα στη δημόσια σφαίρα, τα οποία μπορούν να συμμετέχουν σε συζητήσεις για τα ζητήματα της τρανς κοινότητας στα μέσα ενημέρωσης ή απλώς αποδεικνύουν ότι, ναι, είναι εφικτό να πετύχει κανείς αγνοώντας ακριβώς αυτά τα μέσα – αποδυναμώνοντας, έτσι, τον τρανσφοβικό διάλογο.

Vittorio Scarpati, Χωρίς τίτλο, 1989, 20.3 x 12.8 εκ. Ευγενική παραχώρηση Bill Stelling. Φωτογραφία: Andy Keate.

  

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι τρανσφοβικοί αρχισυντάκτες θα θελήσουν να διασφαλίσουν τη διαδοχή τους από ομοϊδεάτες τους. Όμως νομίζω πως, εν καιρώ, τουλάχιστον στα έντυπα του αριστερού και του φιλελεύθερου χώρου, θα αντικατασταθούν από μια νεότερη γενιά που θα ντρέπεται για τις θέσεις τις οποίες απηχούσαν στο παρελθόν τα μέσα τους ως προς τα τρανς άτομα. Το ενδεχόμενο μιας συγγνώμης ή κάποιας ουσιαστικής συμφιλίωσης των δύο πλευρών μοιάζει σχεδόν απίθανο. Θεωρώ πιθανότερο οι καινούργιοι να αρχίσουν να αλλάζουν σιωπηρά τα μέσα που υπηρετούν, ώστε να μας κάνουν τουλάχιστον μικρότερη ζημιά. (Ίσως κάποιοι μεγαλύτεροι σε ηλικία και μάλλον φιλελεύθεροι δημοσιογράφοι να συνειδητοποιήσουν, έστω κι αργά, σε πόσο μεγάλη έκταση χρησιμοποιήθηκε η τρανσφοβία ως μέσο στρατολόγησης και συνεκτικός παράγοντας της ακροδεξιάς. Κι ίσως αντιληφθούν ότι η αντίσταση σε αυτήν την προκατάληψη θα αποτελέσει τελικά βασικό άξονα στον αγώνα κατά της όλο και πιο επικίνδυνης διολίσθησης προς τον φασισμό. Ίσως, πάλι, όχι.)

Η βελτίωση της εκπροσώπησής μας στα μέσα ενημέρωσης μπορεί, τελικά, να πείσει και τους Εργατικούς να υπερασπιστούν τα δικαιώματα των τρανς ατόμων. Αυτό συνέβη λίγο πολύ και όταν η ανάδειξη περισσότερων ομοφυλόφιλων ανδρών και γυναικών στα μέσα ενημέρωσης και την πολιτική τη δεκαετία του 1990 ώθησε το ίδιο κόμμα να θέσει την κατάργηση του άρθρου 28 ως προτεραιότητα στην ατζέντα του κατά τη δεκαετία του 2000. Θα μπορούσε λοιπόν να δημιουργηθεί ένα ευνοϊκό κλίμα, όπου όλο και περισσότερα άτομα θα θέλουν να σταθούν στο πλευρό μας, όλο και περισσότερα άτομα από την κοινότητά μας θα αισθάνονται ότι μπορούν να ανακοινώσουν δημόσια την ταυτότητά τους, βελτιώνοντας ακόμα πιο πολύ την κατανόηση του κοινού και ενδυναμώνοντας τον αγώνα για τη χειραφέτησή μας. Με δυο λόγια, θα απελευθερωθούμε.

Archers είναι μια γλυκανάλατη ραδιοφωνική σαπουνόπερα του BBC, που μεταδίδεται από το 1951 και απευθύνεται κατά κύριο λόγο σε πρεσβύτερα ακροατήρια.

Julie Bindel, “Gender benders, beware”, The Guardian, 31 Ιανουαρίου 2004, https://www.theguardian.com/world/2004/jan/31/gender.weekend7, τελευταία επίσκεψη Νοέμβριος 2024.

Trans Media Watch, “The British Press and the Transgender Community”, Δεκέμβριος 2011, https://transmediawatch.org/wp-content/uploads/2020/09/Publishable-Trans-Media-Watch-Submission.pdf, τελευταία επίσκεψη Νοέμβριος 2024.

Lee Hurley & Gemma Stone, “Revealed: LGB Alliance has secret office as UK’s libertarian think tank hub”, openDemocracy, 19 Δεκεμβρίου 2022, https://www.opendemocracy.net/en/5050/lgb-alliance-55-tufton-street-think-tanks/, τελευταία επίσκεψη Νοέμβριος 2024.

Nandini Naira Archer & Claire Provost, “Christian Right and some UK feminists ‘unlikely allies’ against trans rights”, openDemocracy, 18 Οκτωβρίου 2018, https://www.opendemocracy.net/en/5050/christian-right-feminists-uk-trans-rights/, τελευταία επίσκεψη Νοέμβριος 2024.

Ell Folan, “Welcome to Terf Island: How Anti-Trans Hate Skyrocketed 156% in Four Years”, Novara Media, 20 Φεβρουαρίου 2023, https://novaramedia.com/2023/02/20/welcome-to-terf-island-how-anti-trans-hate-skyrocketed-156-in-four-years/, τελευταία επίσκεψη Νοέμβριος 2024.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ Τ@ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

H Juliet Jacques είναι συγγραφέας και κινηματογραφίστρια με έδρα το Λονδίνο. Έχει δημοσιεύσει έξι βιβλία, με πιο πρόσφατα τη συλλογή δοκιμίων Front Lines: Trans Journalism 2007-2021 (Cipher Press, 2022), τη νουβέλα Monaco (Toothgrinder Press, 2023) και τη συλλογή διηγημάτων The Woman in the Portrait (Cipher Press, 2024). Έχει συμμετάσχει σε συλλογικούς τόμους των εκδόσεων Penguin Random House, HarperCollins, Other Stories κ.ά. Μεταξύ άλλων έχει σκηνοθετήσει τις ταινίες Approach/Withdraw (2016), με τον καλλιτέχνη Ker Wallwork, You Will Be Free (2017) και Revivification: Art, Activism and Politics in Ukraine (2018). Διδάσκει στο τμήμα Σύγχρονων Καλλιτεχνικών Πρακτικών του Royal College of Art. Έχει συμπεριληφθεί στη The Independent on Sunday Pink List των πιο επιδραστικών ΛΟΑΤΚΙ ατόμων το 2012, 2013, 2014 και 2015, και στη λίστα των «ΛΟΑΤΚΙ πρωτοπόρων» του Attitude 101 το 2024.