Καυσιμα ταχειας καυσης:
Σημειωσεις πεδιου για την πολιτιστικη παραγωγη στην Αθηνα
Local Folk, τεύχος 1, Οκτώβριος 2004
«Αν δεν μπορούμε να διαμορφώσουμε την ιστορία μας όπως μας αρέσει, αγνοώντας τους περιορισμούς που έχουμε κληρονομήσει, μπορούμε πάντα να μεταμορφώσουμε την απαισιοδοξία μας οργανώνοντας και στοχεύοντάς την […]»1
«Δεν είμαστε κι εκείνες που με τα σώματά τους εγκαλούν τους θεσμούς για τις καταστατικές παραλείψεις τους;»2
Τι να περιμενω!
Στις φωτογραφίες του Σπύρου Στάβερη στο περιοδικό 013 το καλοκαίρι του ’95 οι καλλιτέχνες της ομάδας «Σώμα Πολιτικό» εμφανίζονται σαν ένα σώμα με έξι κεφάλια, όπως γράφει η δημοσιογράφος Σελάνα Βροντή. Ξεπροβάλλουν από τα παράθυρα και την πόρτα του τελεφερίκ, έτοιμοι να αναχωρήσουν, γεμάτοι δυνατότητες, «βγάζοντας γλώσσα» στο κατεστημένο της τότε ελληνικής τέχνης, ένα αυτοαναφορικό σύστημα με το οποίο «δεν μιλούν την ίδια γλώσσα».4 Λίγο πολύ έκτοτε τους έχω γνωρίσει προσωπικά, αν και τότε διάβαζα το εμβληματικό εναλλακτικό lifestyle περιοδικό απλώς επειδή έμοιαζε να μιλάει τη γλώσσα που ήθελα να μιλάω· με τη σύγχρονη τέχνη έμελλε να διασταυρωθώ ένα χρόνο αργότερα, όταν η καθηγήτριά μας στη σχολή Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του ΕΚΠΑ Πέπη Ρηγοπούλου μάς πήγε να επισκεφθούμε την έκθεση Everything That’s Interesting is New της συλλογής Δάκη Ιωάννου στο Εργοστάσιο, τον εκθεσιακό χώρο της ΑΣΚΤ.
Αναζητώ τους καλλιτέχνες της ομάδας «Σώμα Πολιτικό» στο διαδίκτυο.
O Βαγγέλης Βλάχος έχει παρουσιάσει το έργο του σε μερικές από τις σημαντικότερες μπιενάλε (Βερολίνου, Κωνσταντινούπολης, Σάο Πάολο, Manifesta) και σε θεσμικούς και μη χώρους στην Ελλάδα με πρόσφατη αναδρομική έκθεση την I Wake from History, Alive (2024-5) στον ανεξάρτητο χώρο τέχνης tavros, ενώ έργα του υπάρχουν σε μουσειακές συλλογές όπως του ΕΜΣΤ και της Tate Modern.
Η τελευταία ατομική έκθεση της Εύας Βρετζάκη που βρίσκω και θυμάμαι είναι η Fool Moon στην γκαλερί Gazonrouge το 2006. Έργα της εποχής εκείνης που εστιάζουν στη λυκανθρωπία με αναφορά στη γυναικεία σεξουαλικότητα παρουσιάστηκαν στην έκθεση Συλλογικό Γουργουρητό στο Κτήριο Νόμπελ στο Χαλάνδρι (2024), σε επιμέλεια της Νάντιας Αργυροπούλου η οποία επιμένει να φωτίζει ξεχασμένες περιπτώσεις σε διάλογο με νέες δουλειές.
«Σώμα Πολιτικό», περιοδικό 01, τεύχος 19, Ιούλιος 1995, Φωτογραφία: Σπύρος Στάβερης
Ο Γιάννης Γρηγοριάδης είναι καθηγητής στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο και την τελευταία δεκαπενταετία παρουσιάζει συνήθως έργα σε συνεργασία με τον Γιάννη Ισιδώρου, σε χώρους μη εμπορικούς. Η τελευταία πειραματική μουσική performance τους ως Butoh Armé (μαζί με τον Simon Barker) με τίτλο «Τι να περιμένω!»5 εστιάζει στην αναμονή ως χώρο δυνατοτήτων, ενώ έργο του είδαμε πρόσφατα στην έκθεση Το Όνειρο του Τάτλιν. Ουτοπίες, η Αιώνια Επιστροφή στο Ωδείο Αθηνών σε επιμέλεια του Δημήτρη Τρίκα.
Ο Πολύδωρος Καρυοφύλλης (Poka-Yio), εικαστικός, επιμελητής εκθέσεων, σύμβουλος στρατηγικής και coach προσωπικής ανάπτυξης, είναι αναπληρωτής καθηγητής στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών και ιδρυτικός διευθυντής της Μπιενάλε της Αθήνας από το 2005 μέχρι σήμερα, ενός επιδραστικού πλην όμως επισφαλή θεσμού χωρίς μόνιμη κρατική υποστήριξη.
Η μόνη φορά που έχω δει έργο της Σοφίας Κοσμάογλου από κοντά ήταν στην έκθεση Σύνοψις 1: Επικοινωνίες (2000-2001, επιμέλεια: Άννα Καφέτση),6 με την οποία εγκαινιάστηκε η λειτουργία του ΕΜΣΤ. Πέντε έργα της από το 1996 ως το 2002 περιλαμβάνονται στη συλλογή του ΕΜΣΤ ως μέρος της δωρεάς Λεωνίδα Ιωάννου και της δωρεάς της Συλλογής Δ. Δασκαλόπουλου. Βλέποντάς τα στις φωτογραφίες ενσαρκώνουν εύγλωττα τη δεκαετία του ’90 περιμένοντας ίσως κάποια να τις επανεπισκεφτεί.
Δεν καταφέρνω να βρω διαδικτυακή αναφορά στο έργο του Πάνου Λιβέρη, ούτε θυμάμαι να έχω δει έργο του.
Η συγκεκριμένη άσκηση δεν έχει, φυσικά, να κάνει με την αποτίμηση της εικαστικής πορείας του καθενός και της καθεμίας. Τα στοιχεία παρατίθενται ως τεκμήρια μιας ελάσσονας ιστορίας προσδοκιών, συμμαχιών, επιλογών, που περιλαμβάνει αφηγήσεις προσωπικές αλλά και με φύλο, τάξη, ηλικία. Ιστορίες που αναδύθηκαν μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες του τόπου, της πολιτιστικής παραγωγής και της κοινότητας, ιστορίες που κάνουν τον κύκλο τους, αφήνουν ή όχι αποτύπωμα, μιλούν για την ευαλωτότητα, την αντοχή, τους συμβιβασμούς, το τίμημα που είναι διατεθειμένη να καταβάλει η καθεμία μας για να κάνει τέχνη στην Ελλάδα.
Ποσο και ποσες θα αντεξουμε;
Αντίστοιχες ασκήσεις κάνω ολοένα και συχνότερα, έχοντας πλέον κλείσει 25 χρόνια ως επαγγελματίας χαρτογράφος της αθηναϊκής εικαστικής σκηνής, με διάφορες αφορμές: όταν ετοιμάζουμε αναδρομικά αφιερώματα στο Αθηνόραμα,7 όταν ερευνούμε όψεις διαμόρφωσης του πεδίου με την Προσωρινή Ακαδημία Τεχνών (ΠΑΤ),8 όταν θέλω να αδειάσω ράφια της βιβλιοθήκης από παλιούς καταλόγους και να αποφασίσω τι να κρατήσω, ή όταν ψάχνω τεκμήρια της άγραφης ιστορίας της πρόσφατης ελληνικής τέχνης για να «διαφωτίσω» νέους επιμελητές και νέες επιμελήτριες που κάνουν πράγματα που κάτι μου θυμίζουν, που ενδιαφέρονται να ψάξουν ιστορίες της εικαστικής Αθήνας του πρόσφατου παρελθόντος που δεν έχει μπει στα μουσεία, που αναζητούν, ίσως, το νήμα μιας γενεαλογίας.
Συζητώντας με τον Θεόφιλο Τραμπούλη,9 κατόπιν της πρόσκλησης να συμμετάσχω στο παρόν τεύχος, μοιραστήκαμε κάποιες διαπιστώσεις που έχουν να κάνουν με τη φύση της καλλιτεχνικής και επιμελητικής εργασίας σήμερα και με τον τρόπο που έχει αλλάξει το τοπικό οικοσύστημα της τέχνης. Με παρέπεμψε στα πρώτα τεύχη του φανζίν Local Folk που εκδίδαμε μαζί με τον Βαγγέλη Βλάχο από το 2004 ως το 2008, όπου είχαν τεθεί κάποια από τα ζητήματα που εξακολουθούν να μας απασχολούν.
«Business should not go on as usual», διαβάζεις στην τελευταία σελίδα του πρώτου τεύχους του Local Folk. Το φανζίν διανεμόταν μέσω της αλληλογραφίας των γκαλερί The Apartment, The Breeder, Els Hanappe Underground και Unlimited, οι οποίες χρηματοδοτούσαν και τη φθηνή έκδοση στα αγγλικά (οι συγγραφείς δεν πληρώνονταν). Στο εξώφυλλο, οι καλλιτέχνες Διονύσης Καβαλλιεράτος και Σήφης Λυκάκης σε στάση μονομαχίας ετοιμάζονται να βγάλουν μαχαίρια και πιστόλια.10
Jeremiah Day, The Occupation of New Dance Legacies (In Two Parts), 2022. Περφόρμανς,
«Waste/d Pavilion», episode 3, State of Concept Athens, επιμέλεια ΠΑΤ, 2022
Φωτoγραφία Στάθης Μαμαλάκης
Τι έχει αλλάξει από εκείνη την εποχή πριν από είκοσι ένα χρόνια που, όπως έγραφα, η Αθήνα είχε ένα hype και δυναμικές γκαλερί και συλλέκτες; Που η δημόσια χρηματοδότηση απουσίαζε παντελώς; Που το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης μόλις είχε ανοίξει και μας μυούσε στο τι συνέβαινε στο εξωτερικό,11 αλλά σε πολλούς τομείς λειτουργούσε ως το one woman show της διευθύντριάς του Άννας Καφέτση; Που η ΑΣΚΤ παρέμενε απομονωμένη και υπό την επήρεια προσωπικών προτιμήσεων και συμφερόντων; Που οι επιμελητές ακολουθούσαν μια διαχειριστική λογική προσεκτικά σχεδιασμένη για να οδηγήσει στο επόμενο βήμα, δηλαδή μια έκθεση σε έναν ιδρυματικό φορέα ή το εθνικό περίπτερο της Μπιενάλε της Βενετίας και οι καλλιτέχνες κινδύνευαν να πέσουν στην παγίδα του «οικονομισμού», δραστηριοποιούμενοι σε ένα πεδίο όπου τα αξιολογικά κριτήρια ετίθεντο αποκλειστικά και μόνο από τις γκαλερί και τα ιδρύματα συλλεκτών με συγκεκριμένη ατζέντα όπως το ΔΕΣΤΕ; Πώς μπορεί να διατυπωθεί σήμερα το προ εικοσαετίας αίτημά μας για ένα δίκτυο αλληλοϋποστήριξης της δουλειάς των εικαστικών και των επιμελητών και μια πρακτική εντοπισμένη στις συνθήκες παραγωγής της τέχνης στην Ελλάδα και πιο συνειδητοποιημένη ως προς αυτές;
Σίγουρα, πολλά, αλλά και λίγα, έχουν αλλάξει σε αυτή την εικοσαετία. Που ξεκινούσε με την ευφορία (ή δυσφορία, ανάλογα με την οπτική) της Αθήνας των Ολυμπιακών Αγώνων, αλλά και του Σπιρτόκουτου του Γιάννη Οικονομίδη· με μια νέα γενιά καλλιτεχνών, επιμελητών, γκαλερί και πρωτοβουλιών με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Μπιενάλε της Αθήνας, το πιο φιλόδοξο εγχείρημα εξωστρέφειας ως σήμερα· που αναζητούσε «να βάλει την Αθήνα στον χάρτη» χωρίς θεσμική υποστήριξη και άνωθεν στρατηγική· αλλά και με επιτελεστικά περιπατητικά εγχειρήματα που διεκδικούσαν τον δημόσιο χώρο σε μια πόλη σε μετάβαση. Και φτάνει στη σημερινή κρυπτοαποικία της Αθήνας του τουρισμού και του real estate, όπου οι καλλιτέχνιδες καλούνται να εφεύρουν κάθε φορά την εαυτή τους για να προσαρμοστούν στην αίτηση χρηματοδότησης του εκάστοτε φορέα ή να κάνουν τέχνη μόνο για ξενοδοχεία, αρχαιολογικούς χώρους και εκδηλώσεις στα νησιά.
Μιλώντας μαζί μου μια γνωστή καλλιτέχνιδα της γενιάς μου, μοιράστηκε την αξία που είχε γι’ αυτήν το χειροποίητο πορτφόλιό της όταν ξεκινούσε, καθότι δεν είχε πολλά αντίτυπα και κόστιζαν ακριβά: «Τηλεφώνησα σε μια γκαλερί μετά από κάποιους μήνες μην έχοντας απάντησή τους, αν μπορώ να το πάρω πίσω!» Την εποχή εκείνη οι εικαστικοί συνήθως πρώτα δημιουργούσαν το έργο, μετά το φωτογράφιζαν και στη συνέχεια αναζητούσαν χώρο για να το παρουσιάσουν. Σήμερα, καλούνται να οραματιστούν ένα έργο επί χάρτου και να το περιγράψουν αναλυτικά για τον σκοπό μιας ανοιχτής πρόσκλησης φτάνοντας συχνά στο σημείο η δημιουργία του έργου, εφόσον τελικά εγκριθεί η χρηματοδότηση, να αποκτά σχεδόν διεκπεραιωτικό, ή όχι τόσο επείγοντα όσο τη στιγμή της σύλληψής του, χαρακτήρα.
Αυτή την αλλαγή στη σύλληψη, τους όρους παραγωγής και τη χρονικότητα που συνεπάγεται η δημιουργία ενός έργου και η νέου τύπου πίεση που ασκείται από τις αιτήσεις χρηματοδότησης των ιδιωτικών ιδρυμάτων στους/τις καλλιτέχνες/-ιδες είναι ορατή στις απαντήσεις όσων συμμετείχαν στην έρευνα της εικαστικού Χαράς Στεργίου που αποτέλεσε την πρώτη ύλη για την performance Apply!.12 «Ποια ταυτότητα να εφεύρω τώρα;» διερωτάται κάποιο από τα συμμετέχοντα παρουσιάζοντας τη διαδικασία στην οποία μπαίνει όποιο κάνει μια τέτοια αίτηση, όπου η συμμόρφωση με την ατζέντα του εκάστοτε ιδρύματος και των θεματικών που καθορίζονται συχνά σε ευρωπαϊκό ή διεθνές επίπεδο αναδεικνύεται σε βασική δεξιότητα του καλλιτεχνικού υποκειμένου.
A Cyber-eco-feminist Goat Path: Towards West Attica my Hometown, Πέγκυ Ζάλη και Ξένια Καλπακτσόγλου (μαζί με τους/ις Δανάη Αναγνώστου, Ofrah Fergal Kasei, Λυσίμαχο, Ιωάννα Μίτζα)
«Waste/d Pavilion», episode 1, State of Concept Athens, επιμέλεια ΠΑΤ, 2022
Φωτογραφία: Στάθης Μαμαλάκης
Πόσες δεν έχουμε την εμπειρία να συμμετέχουμε σε προγράμματα μεγάλων ιδρυμάτων που προάγουν τη συμπερίληψη και οι διεκδικήσεις μας να λειαίνονται, να νοηματοδοτούνται με όρους μαζικής ψυχαγωγίας και να ουδετεροποιούνται (με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τελευταία τη «φροντίδα» [care], υπό την ομπρέλα της οποίας εντάχθηκαν εκατοντάδες διαφορετικά εγχειρήματα διεθνώς), ενώ ταυτόχρονα αποφέρουν πολιτιστικό κεφάλαιο στους διαχειριστές τους;13 Ή, πόσες μάχες πρέπει να δώσουμε με ένα ίδρυμα για να καταλήξουμε σε μια πιο δίκαιη αναφορά του ρόλου της καθεμιάς μας σε ένα πρότζεκτ όταν έρχεται η ώρα των δελτίων τύπου και των λογοτύπων (ακόμη κι όταν η πενιχρή χρηματοδότηση δεν επιτρέπει καν τη δίκαιη αμοιβή όσων συμμετέχουν).
Πόσες δεν έχουμε προσπαθήσει να αναπνεύσουμε στα μαύρα αβαθή ύδατα, όπου τέχνη και χρηματοοικονομικά γίνονται ένα, «είτε αποτελούμε μια νέα κατηγορία περιουσιακών στοιχείων τέχνης υψηλότερου ή χαμηλότερου ρίσκου (μαύρη, queer, γυναίκα/φεμινίστρια, μετανάστρια, καλλιτέχνις κ.ά.), είτε είμαστε διαχειρίστριες/ επενδύτριες (επιμελήτρια, σύμβουλος μουσείου) είτε οίκοι αξιολόγησης χρηματοοικονομικής αξίας και ρίσκου (κριτικός, θεωρητικός, πανεπιστημιακός)»;14 Ενώ αντιλαμβανόμαστε ότι είναι κρίσιμο να διεκδικήσουμε ορατότητα και χρηματοδότηση για ριζοσπαστικές και κριτικές καλλιτεχνικές πρακτικές σε μια εποχή που ο ακροδεξιός λόγος μοιάζει να κανονικοποιείται και οι πάσης φύσεως αποκλεισμοί και απώλειες δημοκρατικών κεκτημένων να πυκνώνουν, δεν μπορούμε παρά να αναζητούμε τρόπους να σπάσουμε αυτό το οικονομικό συμβόλαιο ξεκινώντας από την προσοχή στο πώς και μαζί με ποιες πορευόμαστε.
Πόσες δεν έχουμε βρεθεί «παγιδευμένες» σε ένα διαρκώς εξελισσόμενο project, το οποίο, ακόμη περισσότερο όταν πραγματοποιείται από ομάδες και συλλογικότητες, περιλαμβάνει πολύ περισσότερες απλήρωτες ώρες εργασίας απ’ όσες αντιστοιχούν στις συμβολικές αμοιβές των αιτήσεων χρηματοδότησης που παρέχονται αυτή την εποχή από τους δημόσιους και τους ιδιωτικούς φορείς στην Ελλάδα; Με τους/τις καλλιτέχνες/-ιδες να έχουν αναδειχθεί σε πρότυπο των σύγχρονων ευέλικτων και επισφαλών εργαζομένων,15 η νέα χρονικότητα των projects κάνει την καλλιτεχνική δημιουργία να είναι πάντα προσανατολισμένη στο μέλλον, προκαλώντας επιτάχυνση και εξάντληση, ενώ περιορίζει την εστίαση στο παρόν, δεν αφήνει χώρο για δημιουργική «αδράνεια» και καλλιεργεί την ενοχή του χρέους.16
Που πανε οι αιτησεις μας;
Πέρα από το «ναρκισιστικό ντελίριο» και το ανταγωνιστικό mood στο οποίο σε βάζει ήδη από τα πρώτα σου καλλιτεχνικά βήματα το κυνήγι των open calls, δεν είναι αμελητέες οι εργατοώρες που καλούνται να αφιερώσουν οι καλλιτέχνες για τη διαμόρφωση των αιτήσεων ανάλογα με το φορμά που απαιτεί κάθε ίδρυμα (πριν καν αυτό αρχίσει να παίρνει «υλική» μορφή). Παράλληλα, σε βραβεία όπως του αναγνωρισμένου κύρους και σημασίας για το εγχώριο οικοσύστημα Ιδρύματος Γ. & Α. Μαμιδάκη, το χρηματικό έπαθλο του νικητή/της νικήτριας συμπεριλαμβάνει και την παραχώρηση του έργου προς μόνιμη έκθεση στη συλλογή του Ιδρύματος,17 συγχέοντας τη διάκριση με την αγορά.
Ας φανταστούμε τη δωρεάν γνώση που αντλεί κάθε φορέας που λαμβάνει κάθε φορά εκατοντάδες αιτήσεις με αναλυτικές περιγραφές καλλιτεχνικών πρότζεκτ, μια ιδιότυπη εξόρυξη του πεδίου, την οποία θα μπορούσε δυνητικά να χρησιμοποιήσει για ερευνητικούς ή άλλους σκοπούς. Ανεξαρτήτως αν πλέον πολλές από τις αιτήσεις γράφονται από την AI, η οποία έχει άλλωστε παρατηρηθεί ότι τα καταφέρνει πολύ καλά στη γλώσσα τους, η δημιουργική εργασία και η συστηματική χαρτογράφηση της καλλιτεχνικής σκηνής που εμπεριέχεται σε αυτές δεν είναι αμελητέα. Ερευνώντας τους/τις ανερχόμενους/-ες εικαστικούς και επιμελητές/επιμελήτριες στην Ελλάδα, τα πληρέστερα αρχεία που φέρνει ψηλά ο αλγόριθμος προέρχονται από τα fellowships των βασικών ιδιωτικών ιδρυμάτων.18
Αναστασία Διαβαστή, Σωματικότητες και Άλλες Τριχωτές Νεράιδες, 2022. Μονοκάναλο βίντεο, 46΄
«Waste/d Pavilion», episode 3, State of Concept Athens, επιμέλεια ΠΑΤ, 2022, Φωτογραφία: Στάθης Μαμαλάκης
Οι δικοι μας θεσμοι
Καθώς η τέχνη εταιρικοποιείται και η πόλη εξευγενίζεται και αστυνομεύεται βίαια, με τους κινηματικούς χώρους ελεύθερης έκφρασης να εκλείπουν, μια αίσθηση δυσφορίας πλανάται πάνω από την επισφαλή καλλιτεχνική κοινότητα. Την ίδια στιγμή, ανθούν επιμελητικές πρακτικές που επενδύουν στο μέγεθος, τον οπτικό εντυπωσιασμό, την αισθητική των ερειπίων και των κτηρίων και γειτονιών που ετοιμάζονται να αλλάξουν, σε στενό εναγκαλισμό με το real estate, όπως άλλωστε συμβαίνει και με την ατζέντα συγκεκριμένων ιδιωτικών ιδρυμάτων αλλά και δημόσιων φορέων. Στο φεστιβάλ «H(E)AVENS» υπήρξαν θραύσματα παρουσιάσεων που αναφέρθηκαν σε ορισμένες αντίστοιχες περιπτώσεις, θα είχε πολύ ενδιαφέρον όμως να δούμε σήμερα έναν/μία καλλιτέχνη/-ιδα ή ομάδα που να ερευνήσει σε βάθος το φαινόμενο, όπως έκανε, τηρουμένων των αναλογιών, ο Hans Haacke ανατέμνοντας τις δομές εξουσίας των αμερικανικών μουσείων της δεκαετίας του ’70. Φυσικά, αυτό γίνεται ακόμη πιο δύσκολο όσο οι πηγές χρηματοδότησης προέρχονται από μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού ιδιωτικές, κυρίως, πηγές, στις οποίες οι προσωπικές σχέσεις κυριαρχούν, αλλά και από ελάχιστους κραταιούς χορηγούς που γιγαντώνονται και ελέγχουν παράλληλα τον Τύπο, προχωρώντας σε κυνήγι μαγισσών σε περίπτωση που κάποιες κριτικές φωνές τολμήσουν να εκφέρουν διαφορετική άποψη για τον τρόπο λειτουργίας τους.
Ομαδικές εκθέσεις μεγάλης κλίμακας, όπως αυτές που επιμελούνται με σταθερή συχνότητα ο Κώστας Πράπογλου και ο Δημήτρης Τρίκας σε δημόσια ιδρύματα ή ιδιωτικούς, μη εκθεσιακούς, χώρους, με δωρεάν είσοδο και δημόσιο πρόγραμμα, και χρηματοδοτούνται από το Υπουργείο Πολιτισμού, δεν εξασφαλίζουν, απ’ όσο γνωρίζουμε, αμοιβή για τους καλλιτέχνες. Έτσι, μπορεί να επιτελούν ενίοτε μια όχι αμελητέα παιδαγωγική λειτουργία για ένα ευρύ κοινό, καλύπτοντας ένα κενό «μεγάλων εκθέσεων», και να δίνουν βήμα σε καλλιτέχνες που δεν έχουν πολλές ευκαιρίες να δείξουν τη δουλειά τους σε ένα πλαίσιο μαζικής απεύθυνσης, την ίδια στιγμή, όμως, συντηρούν την κανονικοποίηση της απλήρωτης καλλιτεχνικής εργασίας που μεγάλο μέρος της νεότερης δημιουργικής κοινότητας προσπαθεί συστηματικά τα τελευταία χρόνια ευτυχώς να εξαλείψει.19 Παράλληλα, δημιουργούν συμβολικό κεφάλαιο για τον επιμελητή και ενθαρρύνουν μια αντίληψη επιμέλειας που «συμπεριλαμβάνει» έργα κυρίως με τη λογική εικονογράφησης μιας γενικής ιδέας-θέματος.
Ποια ευθύνη έχουν όσοι και όσες συμμετέχουν σε αντίστοιχα εγχειρήματα και τι κόστος συνεπάγεται το να επιλέξουν να απέχουν; Τι συμβαίνει με τις καλλιτέχνιδες που τα έργα τους είναι ερευνητικά, αδικούνται στο ίνσταγκραμ και δεν συγκεντρώνουν το αγοραστικό ενδιαφέρον συλλεκτών-ξενοδόχων;
Υπάρχει δυνατότητα για μια ηθική καλλιτεχνική πρακτική για όσα δεν χωρούν στο πρόγραμμα του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, που, από την πρώτη στιγμή της διεύθυνσης της Κατερίνας Γρέγου, έδωσε το παράδειγμα της καθιέρωσης δίκαιων αμοιβών που δύσκολα βρίσκονται αλλού στην Ελλάδα,20 και ορισμένων ιδιωτικών ιδρυμάτων και πρωτοβουλιών όπως η Artworks; Η υιοθέτηση μικρότερων καλλιτεχνικών σχημάτων έτσι ώστε τα όντως ελάχιστα χρήματα που εξασφαλίζουν οι αιτήσεις να μπορούν να μοιραστούν πιο δημοκρατικά είναι μονόδρομος για όσες πιστεύουν ότι η τέχνη είναι εργασία και πρέπει να αμείβεται. Δεν είναι τυχαίο ότι τελευταία ανθούν οι μικρής κλίμακας συζητήσεις, συλλογικές αναγνώσεις, ποιητικές βραδιές και προβολές σε διαμερίσματα και αυλές, όπου έχουμε βιώσει μερικές από τις πιο καίριες και επείγουσες καλλιτεχνικές εμπειρίες.
Τέτοιες πρακτικές, βέβαια, συνεπάγονται περιορισμένη ορατότητα και εγείρουν ερωτήματα, όπως κατά πόσο συρρικνώνονται ορισμένες φορές σε αυτο-ικανοποιητικές πρακτικές ή μπορούν, παρόλα αυτά, να παράγουν γνώση και να προκαλέσουν μετατοπίσεις στον τρόπο που βλέπουμε και σκεφτόμαστε. Δεν είναι αμελητέα τα παραδείγματα επιμελητριών που, ενώ έχουν πίσω τους σοβαρό έργο, η φωνή τους αποσιωπάται σε αφιερώματα και ενέργειες μεγάλων θεσμών που άπτονται των περιοχών στις οποίες αυτές έχουν εξειδικευτεί,21 την ίδια στιγμή που καλούνται να συνεχίσουν να «φαίνονται» («πού χάθηκες εσύ;») και το έργο τους να μένει έξω από τον ούτως ή άλλως θραυσματικό και προβληματικό τρόπο με τον οποίο γράφεται η ιστορία στην Ελλάδα. Όσες έχουμε συμμετάσχει, άλλωστε, σε σχήματα που επί σειρά χρόνων δουλεύουν συστηματικά στην κατεύθυνση μιας κριτικής και ριζοσπαστικής καλλιτεχνικής πρακτικής και παιδαγωγικής βασισμένης σε μια διευρυμένη αντίληψη επιμέλειας (ερευνητική, οριζόντια) που χτίζει ριζωματικές κοινότητες22 και «σόγια»,23 γνωρίζουμε πόσο δύσκολο είναι αντίστοιχες πρωτοβουλίες να παρεισφρήσουν στον «Κανόνα». Φυσικά, οι ιστορίες αντοχής που περιγράφονται σε αυτό το κείμενο έχουν συνήθως έντονο ταξικό πρόσημο, αρκεί να δούμε σε ποια σχολεία ή πανεπιστήμια έχουν φοιτήσει όσες έχουν θεσμικές θέσεις σε διαφορετικού τύπου μουσεία και ιδρύματα/φορείς.
Έρικα Σκούρτη, Αναγνωστικοί Φεμινισμοί, 2023
Mε τις Δήμητρα Ιωάννου και Εύη Νάκου, στο πλαίσιο του «revolution is not a one time event». Επιμέλεια: Μαρία-Θάλεια Καρρά & Φωτεινή Σαλβαρίδη, Φωτογραφία: Δημήτρης Παρθύμος, TAVROS
Την ίδια στιγμή, οι ανταγωνισμοί και ο προσωποκεντρικός χαρακτήρας βασικών ιδιωτικών αλλά και δημόσιων θεσμών, σε μια μικρή εικαστική σκηνή όπως η δική μας, πλήττει συχνά τη διαφάνεια και την αξιοπιστία συγκεκριμένων επιλογών ή βρίσκει καλλιτέχνες/-ιδες που έχουν πριμοδοτηθεί από ένα ίδρυμα με συχνές συμμετοχές σε εκθέσεις να τους κλείνονται οι πόρτες σε ένα άλλο ίδρυμα ή μουσείο. Έχουμε υπάρξει μάρτυρες του τρόπου με τον οποίο επικεφαλής ιδιωτικών ιδρυμάτων δηλώνουν δημόσια ότι συνεργάζονται με εκείνους με τους οποίους ταιριάζουν, ή που πολυδιαφημισμένες συνεργασίες μεταξύ ιδρυμάτων και επισφαλών αλλά επιδραστικών θεσμών καταρρέουν εν μια νυκτί. Δεν είναι τυχαίο ότι τα περισσότερα ισχυρά ιδρύματα δεν διαθέτουν θέσεις επιμελητών αλλά διευκολυντών (facilitators), που σπάνια έχουν εκπαιδευτεί στις ολοένα και πιο σύνθετες και πολυεπίπεδες παραμέτρους της επιμέλειας, της θεωρίας της τέχνης, της πολιτιστικής διαχείρισης, που γίνονται όλο και πιο κρίσιμες, δεδομένων των διαστάσεων που παίρνει η πολιτιστική βιομηχανία στην παγκόσμια οικονομία. Συχνά, μάλιστα, πρωτοβουλίες που χρηματοδοτούνται από ιδρύματα απέχουν από μια δίκαιη λογική κατανομής των πόρων, με εκθέσεις που περιλαμβάνουν δεκάδες καλλιτέχνες οι οποίοι δεν πληρώνονται, ενώ π.χ. ο προϋπολογισμός πηγαίνει στην έκδοση καταλόγου ή στο τραπέζι των εγκαινίων. Τίθενται ερωτήματα για το με ποιον τρόπο τελικά αντίστοιχες χρηματοδοτήσεις επιδρούν στη σκηνή: αρκεί ένα καύσιμο ταχείας καύσης για να συνεχίζει η παραγωγή με μικροεκθέσεις που μας δίνουν ενέργεια, η οποία εξαντλείται γρήγορα, και παράγουν συμβολικό κεφάλαιο και διάχυση για το ίδρυμα και την αναγνωρισιμότητά του ή μήπως είναι ώρα να διεκδικήσουμε μια πιο ουσιαστική και σε βάθος χρόνου υποστήριξη «νεαρών» επαγγελματιών και δομών μικρής και μεσαίας κλίμακας που είναι απαραίτητα για την οικονομία και το οικοσύστημα της τέχνης;24
Η όποια υποστήριξη της τοπικής αυτοδιοίκησης αλλά και μικρών δημόσιων μουσείων προς τη σύγχρονη τέχνη και τους επαγγελματίες της είναι ισχνή και θραυσματική. Υπάρχουν δεκάδες περιφερειακές αρχαιολογικές, λαογραφικές, νεότερες συλλογές και δημοτικοί και δημόσιοι χώροι πολιτισμού απ’ όπου θα μπορούσαν να επωφεληθούν συνεργαζόμενοι με επιμελητές και καλλιτέχνες. Αντίθετα, βλέπουμε ακόμη και τους μεγαλύτερους δήμους της χώρας να μην μπορούν να διεκδικήσουν σοβαρή χρηματοδότηση για να αμείβονται οι καλλιτέχνες που πραγματοποιούν εκθέσεις στους χώρους τους, καταφεύγοντας συχνά στα ίδια ιδρύματα που χρηματοδοτούν και τα μικροεπιμελητικά και καλλιτεχνικά εγχειρήματα, λειτουργώντας, ταυτόχρονα, ανταγωνιστικά προς αυτά. Ενώ ενθαρρύνονται καλοδεχούμενα προγράμματα που φέρνουν σε διάλογο την τέχνη και την αρχαιολογία παράγοντας καλοκαιρινές δράσεις στην περιφέρεια, δεν υπάρχει καμιά ανάλογη υποστήριξη στο να δημιουργηθούν πιο σταθερές βάσεις που να μην εξαντλούνται σε μια τουριστική εμπειρία. Νεαρές επιμελήτριες που κατάφεραν να κάνουν εκθέσεις σε δημόσια αρχαιολογικά μουσεία διεκδικούν τα αυτονόητα χαράζοντας δρόμους και παράγοντας τεχνογνωσία με προσωπικό κόστος που δεν είναι σίγουρο ότι θα βρει συνέχεια (ή μάλλον είναι σχεδόν σίγουρο ότι δεν θα βρει). Την ίδια στιγμή, παραγγέλνονται μνημεία βιτρίνας με εθνικό πρόσημο σε υπουργεία και δημόσιους χώρους, χωρίς στρατηγική, διαφάνεια ως προς τις διαδικασίες ανάθεσης και συμμετοχή ειδικών της καλλιτεχνικής και επιστημονικής κοινότητας στις αποφάσεις του τι, πού και πώς θα παρουσιαστεί στον δημόσιο χώρο.
Άλλωστε, ακόμη και επιμελητές/επιμελήτριες που επιλέγονται για να αναλάβουν τα ελάχιστα φαινομενικά ζηλευτά πόστα σχετικά με δημόσιες εκπροσωπήσεις και μπιενάλε αναγκάζονται να επικοινωνούν με τους θεσμούς δια του δικηγόρου τους, με τα σχετικά παραδείγματα να πληθαίνουν ανησυχητικά, και τις συμπεριφορές των φορέων (ή την έλλειψη δομών) να δείχνουν ότι θεωρείται πλέον προαπαιτούμενο να διαθέτεις νομική υποστήριξη για να παράγεις επιμελητικό και καλλιτεχνικό έργο για δημόσιες διοργανώσεις μεγαλύτερης κλίμακας. Είναι αυτονόητο ότι, κατ’ αυτόν τον τρόπο, είναι σχεδόν αδύνατο για τους/τις επιμελητές/επιμελήτριες που επιλέγουν να ζουν στην Ελλάδα να εξασφαλίσουν βιώσιμη εργασία, πόσο μάλλον να χτίσουν προϋπηρεσία για να διεκδικήσουν μελλοντικές θέσεις.25 Μοναδική, ίσως, εξαίρεση, και εδώ, η ανοιχτή πρόσκληση του ΕΜΣΤ σε νέους επιμελητές αλλά και το δραστήριο δημόσιο πρόγραμμα του μουσείου και το περιοδικό Χταπόδι που εμπλέκει με επαγγελματικούς όρους δρώντες στο πεδίο.
Την ίδια στιγμή, η ανάγκη για ισχυρές χορηγίες σε εθνικές εκπροσωπήσεις σε Μπιενάλε συσκοτίζει περαιτέρω τις διαδικασίες επιλογών, δεδομένου ότι ιδιωτικά ιδρύματα εμπλέκονται στην παραγωγή έργων που τείνουν να έχουν περισσότερες πιθανότητες να προτιμηθούν. Έτσι, ακόμη κι όταν μία πρόταση επιλέγεται με αξιολογικά κριτήρια από μια επιτροπή ειδικών, δεν μπορεί να αποφευχθεί η παραφιλολογία για τον/την εικαστικό ή επιμελητή/επιμελήτρια που κυκλοφορεί αγκαζέ με το τάδε δημόσιο πρόσωπο που έχει πρόσβαση σε κυβερνητικές δομές προς εξεύρεση χρημάτων.
Συζήτηση στην κατάληψη του Green Park με θέμα «Where are we now: Struggling autonomies in closing times», με τον Jacques Rancière. Συμμετείχαν οι: Θάνος Ανδρίτσος, Κωστής Βελώνης, Άκης Γαβριηλίδης, Δέσποινα Ζευκιλή, Ευαγγελία Λεδάκη, Εύη Προύσαλη, Σταύρος Σταυρίδης, 2017. Στο πλαίσιο της DIY Performance Biennial, επιμέλεια: Γκίγκη Αργυροπούλου, Βασίλης Νούλας, Κώστα Τζημούλης.
Ο Βασίλης Νούλας, εικαστικός και σκηνοθέτης, έχει συνοψίσει καίρια και συν-αισθηματικά τους παράλληλους και συνήθως σύντομα διασταυρούμενους κόσμους των δρώντων στο πεδίο της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα και της επίσημης εξουσίας, διηγούμενος τρεις συναντήσεις καλλιτεχνών και ανθρώπων του πολιτισμού, με κεντρικό πυρήνα την Κίνηση Μαβίλη και μετέπειτα το «EIGHT / ΤΟ ΟΧΤΩ – χώρος για την έρευνα και την καλλιτεχνική πρακτική», με ισάριθμους υπουργούς πολιτισμού, διαφορετικών παρατάξεων.26 Πρώτη συνάντηση το 2011 με τον Παύλο Γερουλάνο (ΠΑΣΟΚ), όταν συνέτασσε τη «Λευκή βίβλο» για θέματα αναμόρφωσης της Πολιτιστικής Διαχείρισης. Δεύτερη κι επεισοδιακή με τον Πάνο Παναγιωτόπουλο το 2014 (Νέα Δημοκρατία), όταν καλλιτέχνες ξέσπασαν σε γέλια στο συνέδριο «Χρηματοδοτώντας τη δημιουργικότητα» στο Μέγαρο Μουσικής όπου δεν είχε προσκληθεί ούτε ένας καλλιτέχνης ως ομιλητής.27 Τρίτη με τη Μυρσίνη Ζορμπά στο «ΟΧΤΩ» το 2019 (ΣΥΡΙΖΑ), μετά τον άγονο διαγωνισμό για την καλλιτεχνική διεύθυνση του ΕΜΣΤ, και λίγο πριν η υπουργός ανοίξει —επιτέλους— τις επιχορηγήσεις και σε άλλα καλλιτεχνικά πεδία πέραν του θεάτρου (λογική που, δοθείσης και της συγκυρίας του covid 19, θα διευρυνθεί από την επόμενη κυβέρνηση, απαντώντας σε ένα μακροχρόνιο αίτημα του πεδίου). Εδώ αξίζει να επισημανθεί ότι η χρηματοδότηση για έρευνα που δόθηκε από το ΥΠΠΟ επί υφυπουργίας Νικόλα Γιατρομανωλάκη δεν επαναλήφθηκε, παρόλη τη μεγάλη συμμετοχή, ή ίσως εξαιτίας αυτής, όπως έχει υποστηριχθεί, καθότι είναι δύσκολο να υποστηριχθεί μηχανισμός αξιολόγησης και ελέγχου, όπως επίσης προβληματικό είναι το ότι τα αιτούμενα υποκείμενα καλούνται συχνά να συστήσουν ΑΜΚΕ ενώ δεν έχει βρεθεί ακόμη τρόπος να αιτηθεί καλλιτέχνης που έχει προσκληθεί σε διεθνή μπιενάλε να χρηματοδοτηθούν τα εισιτήριά του!28
Είναι σαφές ότι πίσω από πολλές από τις παθογένειες του να κάνεις τέχνη στην Ελλάδα βρίσκεται η έλλειψη πολιτικής για τον σύγχρονο πολιτισμό, με το micromanagement να αντικαθιστά τη χάραξη στρατηγικής. Ο πολιτισμός, ήδη από τη δεκαετία του ’90, όπως έχει αναλύσει η Μυρσίνη Ζορμπά, έγινε αντιληπτός υπό τη σκέπη του τουρισμού εμποδίζοντας τον αυτόνομο πολιτιστικό σχεδιασμό, ενώ την ίδια στιγμή δεν επιλέχθηκε «μια πολιτιστική πολιτική με ιδιαίτερους στόχους που να επεκτείνονται στην οικονομία και να συναντούν τις ανάγκες του τουρισμού. Επιλέχθηκε ακριβώς το αντίθετο, η προσαρμογή πολιτιστικών στοιχείων στην προώθηση του τουρισμού».29 Καθώς εισήλθαμε σε μια περίοδο συνεχιζόμενης κρίσης και αδυναμίας του κράτους, οι πρακτικές που παρήγαγε η «αναδυόμενη λαϊκή κουλτούρα (…) ως βιοπολιτική και διακυβέρνηση της καθημερινής ζωής», συμπεριλαμβανομένων των αυτοδιαχειριζόμενων καλλιτεχνικών εγχειρημάτων, συγκέντρωσε, κατά τη Ζορμπά, το ενδιαφέρον ορισμένων ιδιωτικών ιδρυμάτων ως «πρότζεκτ» εκπολιτιστικής αποστολής. Τους δόθηκε, έτσι, η δυνατότητα να επηρεάσουν συνολικά το πολιτιστικό πεδίο και να παρέμβουν ως παραγωγοί νέων υποκειμενικοτήτων. Με το χρίσμα ποιότητας και δημιουργικότητας που επεφύλαξαν σε δεκάδες καλλιτεχνικές ομάδες, τα ιδρύματα έγιναν κρίσιμοι κόμβοι-ρυθμιστές του πολιτισμικού πεδίου. Το ερώτημα του πώς μπορούμε να διεκδικήσουμε ένα «κράτος πολιτισμικής ανασυγκρότησης»30 είναι, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, επείγον.
Έτσι όπως διαμορφώνεται το τοπίο, είναι κρίσιμη η διεκδίκηση ισχυρών και καλά χρηματοδοτούμενων δημόσιων φορέων που να αφουγκράζονται τις ανάγκες του πεδίου,31 αλλά και η ενίσχυση της κριτικής και της ιστορίας της τέχνης ως χώρου που «δύναται να προσφέρει το πλαίσιο εκείνο που θα επιτρέψει στους επιμελητές, κριτικούς και μελετητές της σύγχρονης τέχνης να εργαστούν, ανεξάρτητα από το σύστημα που ευνοεί και προάγει την εικόνα, τη φόρμα και το θέαμα έναντι πολιτικά και κριτικά προσανατολισμένων τοποθετήσεων, ώστε να επηρεάσουν μια τέτοια παροντική και μελλοντική αλλαγή».32
Χαρά Στεργίου, Apply!, 2023
Επιτελεστική διάλεξη, φεστιβάλ «H(E)AVENS»
«Είμαστε σαν ένα μέγα-ίδρυμα όλοι εμείς μαζί» είχε πει χαρακτηριστικά η συνιδρύτρια του κέντρου τέχνης Tavros Μαρία Θάλεια Καρρά,33 συνοψίζοντας, μαζί με άλλα μέλη σημαντικών ανεξάρτητων χώρων τέχνης και πρωτοβουλιών της πόλης, τον όγκο και την επιρροή της δουλειάς που έχει γίνει από αυτούς και το πόσο καθοριστική ήταν αυτή για τη διαμόρφωση της εικαστικής σκηνής αλλά και της πόλης, που συχνά πυκνά αναδεικνύεται ως hot καλλιτεχνικός προορισμός, προσελκύοντας ξένους επισκέπτες πολλοί από τους οποίους έχουν αγοράσει ιδιοκτησίες εδώ. Δυστυχώς, η επιβίωση ανεξάρτητων πρωτοβουλιών διαφορετικών στόχων και κλίμακας, όπως, π.χ. το State of Concept Athens, το tavros, το Neo Cosmos, ακόμη και η Μπιενάλε της Αθήνας, που έχουν υπάρξει, με διαφορετικούς τρόπους, επιδραστικές για μας, που μας έχουν φιλοξενήσει, μας έχουν φέρει σε επαφή με σημαντικά έργα και δημιουργούς από σκηνές του κόσμου με τις οποίες μοιραζόμαστε πράγματα, δεν είναι δεδομένη. Άλλες πατούν pause και οι ιδρύτριές τους αλλάζουν χώρα ή καριέρα. Άλλες αναζητούν κάθε φορά διαφορετικά χορηγικά σχήματα και συμμαχίες (αποτελώντας case studies εν εξελίξει θεσμών, για ορισμένους, ή προσωπικά καπρίτσια που βασίζονται στην εθελοντική εργασία, κατ’ άλλους). Άλλες αναδιπλώνονται. Άλλες επιμένουν κυνηγώντας νέες κάθε φορά χρηματοδοτήσεις, συντηρώντας την οικονομία των projects, υποστηρίζοντας καλλιτέχνες και επιμελητές, προσελκύοντας τον θαυμασμό νέων ξένων κατοίκων της πόλης (τελευταία από τη Μέση Ανατολή) που δηλώνουν ενθουσιώδεις με την ενέργεια της καλλιτεχνικής σκηνής, αφήνοντάς μας αμήχανες ως προς το πώς να τους απαντήσουμε και παρέχοντάς μας πολλαπλά déjà vus.34 Προσθέτοντας κάθε φορά λίγο ακόμη καύσιμο στη μηχανή.
Χαζεύοντας σε μια φωτογραφία τα επαγγέλματα που αναγράφονται στο άγαλμα προς τιμήν του Έλληνα μικρομεσαίου επαγγελματία και επιχειρηματία που στήθηκε στο Πεδίον του Άρεως διακρίνω τον ζωγράφο και τον φωτογράφο. Δεν ξέρω αν κάπου πίσω από τον Προμηθέα κρύβεται και ο γλύπτης, η επιμελήτρια ή η γκαλερίστρια. «Ο σύγχρονος μικρομεσαίος κρατά ζωντανή τη δική του “φωτιά” μέσα στην κοινωνία»,35 ανέφερε στα αποκαλυπτήρια ο πρόεδρος του ΕΕΑ, Ιωάννης Χατζηθεοδοσίου, «Δεν εργάζεται μόνο για τον εαυτό του, αλλά για το κοινό καλό. Και γι’ αυτό αξίζει αναγνώριση, στήριξη και πολιτικές που θα του επιτρέψουν να προοδεύσει».
Σκέφτομαι την πρόταση της Εύας Γιαννακοπούλου για το αντιφατικό «Μνημείο της Γυναικείας Εργασίας (ένα διπολικό αφιέρωμα στο Αλβανικό Προλεταριάτο)»36 που αντλούσε από τις προσωπικές της εμπειρίες δουλεύοντας σεζόν μαζί με Αλβανίδες εργάτριες και τις αναπαραστάσεις των γυναικών από την ιστορία του εργατικού κινήματος.
Σκέφτομαι τα γλυπτά των Αναστασίας Δούκα, Χρυσάνθης Κουμιανάκη, Ντόρας Οικονόμου, Αλίκης Παναγιωτοπούλου, Ραλλούς Παναγιώτου, Κώστα Ρουσσάκη, Κώστα Τζημούλη, που, στο πλαίσιο της έκθεσης Αγαλματάκια, ακούνητα, αμίλητα κι αγέλαστα σε επιμέλεια της Γαλήνης Νόττη, επιχειρούσαν λιγότερο ή περισσότερο αποφασιστικές συναντήσεις με τους περαστικούς στα Κάτω Πατήσια.
Σκέφτομαι τον Βασίλη Νούλα να διαβάζει το ποίημα «Από τη μεριά του πάρκου (XIX-XXIV)» ανακαλώντας τα ψωνιστήρια στο Πεδίον του Άρεως σε έναν ποιητικό περίπατο στον Εθνικό Κήπο που μας καλούσε να ανοίξουμε τα μάτια ανάποδα.37 Τον Γιώργο Σαπουντζή να επεμβαίνει με εφήμερα υλικά στις προτομές έξω από τον Κήπο. Τις εκθέσεις που έχουν γίνει σε αυτά τα δύο πάρκα. Τα εφήμερα γλυπτά που άφηνε στο δημόσιο χώρο το καλλιτεχνικό project Para/site (επιμέλεια: Εm-Kei) στις αρχές των ’00s. Τα δημόσια γλυπτά του Θόδωρου και τις αλληλογραφίες του με δήμους τότε που γίνονταν διαγωνισμοί και αναθέσεις.38
Και αναρωτιέμαι ποια θα διεκδικήσει μια θέση για τα γλυπτά της γενιάς μου στον δημόσιο χώρο και στην ιστορία, ποια θα διεκδικήσει τις πολιτικές που θα επιτρέψουν στο σύγχρονο μικρομεσαίο καλλιτεχνικό υποκείμενο να προοδεύσει και να συνεχίζει να στηρίζει την τοπική οικονομία της τέχνης (και μαζί και μας);
Γιώργος Σαπουντζής, 3 TIMES TRAGIC, 2005. Περφόρμανς στην Οδό Αμαλίας, έξω από τον Εθνικό Κήπο, στο πλαίσιο της έκθεσης «7 Performances και μια συζήτηση», οργάνωση: Locus Athens.
Δουλεύοντας χρόνια πάνω στο ζήτημα της αυτοθέσμισης με την ΠΑΤ και μοιραζόμενη σκέψεις μαζί της ακόμη και ενόψει αυτού του κειμένου, καταλήγουμε στο ότι, αντί να αυτοθυματοποιούμε τις εαυτές μας απέναντι στους θεσμούς, είναι πιο παραγωγικό να αποκτήσουμε ταξική καλλιτεχνική συνείδηση, κοιτάζοντας πιο προσεκτικά το πώς συγκροτείται η επιθυμία μας να «ανήκουμε», πώς παράγεται το έργο μας, πού μπορεί να σταθεί και με ποιες να συνομιλήσει. Να σκεφτούμε κατά πόσο εσωτερικεύουμε τις θεσμικές λογικές της επιτυχίας και της «εξωστρέφειας» με όρους αγοράς, ακόμη κι όταν υιοθετούμε μοντέλα που προϋποθέτουν άλλες υλικές και κοινωνικές συνθήκες, και δουλεύουμε σε ένα πλαίσιο όπως το ελληνικό όπου ένα τέτοιο κυνήγι επιτυχίας αποδεικνύεται αυτοαναιρούμενο.
Συγκροτώντας μικρές, αυτοοργανωμένες μορφές θεσμικότητας που δεν λειτουργούν κανονιστικά, αλλά παράγουν πλαίσια αλληλεγγύης, ανταλλαγής και μακροπρόθεσμης φροντίδας, δεν δρούμε «απαντητικά» ως προς τους επίσημους θεσμούς. Αναζητάμε μορφές συλλογικής και προσωπικής ανθεκτικότητας που μπορούν να γεννήσουν νέες θεσμικότητες, πιο πορώδεις, πιο δίκαιες, πιο κοινές, οπότε και η όποια συμπερίληψη τυχόν επέλθει από την πλευρά των θεσμών να γίνει με άλλους όρους. Με αυτόν τον τρόπο, η παραδοχή ότι το μουσείο, οι ιδιωτικοί φορείς, η επίσημη ιστορία, ο «χάρτης» δεν τα χωράνε όλα, μπορεί να λειτουργήσει ως προτροπή για μια ενεργητική θέση μέσα στον δημόσιο διάλογο, όχι από θέση υποτέλειας, αλλά από θέση αυτοπροσδιορισμού και διαπραγμάτευσης, που παράγει υγιείς ανταγωνισμούς. Ξαναδιαβάζοντας αυτό το κείμενο, ακόμη και οι επαναλήψεις αναφορών σε άτομα και πρακτικές συνιστούν ίσως τα δικά μου δίκτυα «βιωσιμότητας» μέσα στα χρόνια. Αυτά τα δίκτυα, οι σχέσεις, οι κοινότητες, οι συμπράξεις, αποτελούν ίσως την πιο απτή μορφή αυτής της (αυτό)θέσμισης.
Ray, Gene, “Culture Industry and the Administration of Terror”, στο Raunig, Gerald, Ray, Gene and Wuggenig, Ulf, (eds.), Critique of Creativity: Precarity, Subjectivity and Resistance in the ‘Creative Industries’, MayFlyBooks, Λονδίνο 2011, σ. 179. Αντλώ το απόσπασμα από το Προσωρινή Ακαδημία Τεχνών, «Was that a pat or a slap? Η τέχνη ως οικονομία της εκπαίδευσης και της γνώσης.», στο Ζενάκος, Αυγουστίνος, Hessler, Stefanie, Poka-Yio, Σταφυλάκης Κωστής (επιμ.), Κατάλογος της 6ης Μπιενάλε της Αθήνας ΑΝΤΙ.
Αθανασίου, Αθηνά, Απόσπασμα συζήτησης, στο Προσωρινή Ακαδημία Τεχνών/ ΠΑΤ (Βαγγέλης Βλάχος, Δέσποινα Ζευκιλή, Γιώτα Ιωαννίδου, Ελπίδα Καραμπά) (επιμ.), «Πέθνος: ένα ερευνητικό καλλιτεχνικό πρόγραμμα της ΠΑΤ ή η τρίτη γενιά που πενθεί αυτοκτονεί», φαράσι.ζιν/farasi.zine, #3, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Χειμώνας 2025,
https://temporaryacademy.org/project/farasi-zin-3-pethnos-a-new-research-art-project-by-pat-or-the-third-generation-which-mourns-commits-suicide/ (Τελευταία πρόσβαση: 2 Δεκεμβρίου 2025).
Βροντή, Σελάνα, «More DNA stories», 01, τεύχος 19, Ιούλιος 1995.
Οι καλλιτέχνες της ομάδας «Σώμα Πολιτικό» πιστεύουν πως τα έργα των καταξιωμένων Ελλήνων δημιουργών μένουν αμετακίνητα, ή απλώς μεταφέρονται. « “Ο ελληνικός χώρος έχει να προτείνει παγιωμένες προτάσεις. Τα έργα τους απλώς μεταφέρονται. Δεν υπάρχει εξέλιξη”. Οι φιλοδοξίες τους γι’ αυτόν τον λόγο στρέφονται προς το εξωτερικό (ήδη από το 1994 έχουν συμμετάσχει σε πέντε ομαδικές διεθνείς εκθέσεις.)» γράφει η Βροντή, Ό.π.
Στο πλαίσιο του project «Μεταπολίτευση» στο Φεστιβάλ Αθηνών 2024, επιμέλεια: Ξένια Καλπακτσόγλου, Χριστόφορος Μαρίνος, Χρήστος Χρυσόπουλος.
Η έκθεση διερευνούσε, μέσα από το έργο 8 «σημαντικών Ελλήνων καλλιτεχνών της νεότερης γενιάς που ζουν και εργάζονται εντός και εκτός Ελλάδας, τη νέα επικοινωνιακή συνθήκη που διαμορφώνεται στο πλαίσιο της πληροφορικής παγκοσμιοποίησης».
Ζευκιλή, Δέσποινα, «2000-2020: 20 σταθμοί στην εικαστική Αθήνα και 20 αξέχαστες εκθέσεις», Aθηνόραμα, 9 Ιανουαρίου 2021, https://www.athinorama.gr/texnes/2546102/2000_2020_20_stathmoi_stin_eikastiki_athina_kai_20_aksexastes_ektheseis/ (Τελευταία πρόσβαση: 2 Δεκεμβρίου 2025).
«Προς μια ιστορία για τη σύγχρονη ελληνική τέχνη: Μια συμφωνία χωρίς αρχές», Προσωρινή Ακαδημία Τεχνών, Ινστιτούτο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης, Αθήνα 2017, https://temporaryacademy.org/project/agreement-without-principles/ (Τελευταία πρόσβαση: 2 Δεκεμβρίου 2025)
Είκοσι χρόνια μετά την πρώτη μας συζήτηση με αφορμή τη «συνάντησή» μας στις σελίδες του περιοδικού Gap, τεύχος 3, 2005, την τελευταία εποχή που υπήρξε τακτικός κριτικός διάλογος στις σελίδες του ελληνικού Τύπου.
Καβαλλιεράτος, Διονύσης (σε συνεργασία με τον Σήφη Λυκάκη), Tooveetheeoo Lai Lai, 2004, βίντεο, 6΄, https://vimeo.com/64627409. (Τελευταία πρόσβαση: 2 Δεκεμβρίου 2025).
Ακολουθώντας ένα παράδειγμα που δεν ταυτιζόταν εν πολλοίς με την εγχώρια σκηνή των γκαλερί και ιδρυμάτων.
Παρουσιάστηκε το 2023 στο πλαίσιο του φεστιβάλ «H(E)AVENS», το οποίο οργανώθηκε από μια σειρά ανεξάρτητων χώρων και εστίασε στην παρέμβαση των ιδιωτικών ιδρυμάτων στον πολιτισμό.
«Προς μια ιστορία για τη σύγχρονη ελληνική τέχνη: Μια συμφωνία χωρίς αρχές», ό.π., σσ. 32-33. Ζάλη, Πέγκυ, Ζευκιλή, Δέσποινα, Ιωαννίδου, Γιώτα, Καλπακτσόγλου, Ξένια, «Σημείωμα μεταφραστριών» στο Harney, Stefano και Moten, Fred, Black Shoals/Black-Scholes: Σε Μαύρα Αβαθή Ύδατα: Σχετικά με το Καθεστώς μιας Νέας Κατηγορίας Περιουσιακών Στοιχείων, σσ. 3-6, https://temporaryacademy.org/project/black-shoals-black-scholes-σε-μαύρα-αβαθή-ύδατα (Τελευταία πρόσβαση: 2 Δεκεμβρίου 2025).
Ό.π., σσ. 7-15.
McRobbie, Angela, «Δημιουργικότητα ως Εργατική Μεταρρύθμιση» (2016), και Ray, Gene, «Πολιτιστική Βιομηχανία και η Διοίκηση του Τρόμου» (2011), στο Καραμπά, Ελπίδα, Σταθοπούλου, Γλυκερία, Ζευκιλή, Δέσποινα, ΠΑΤ (επιμ.), Βαρουξάκης, Μιχάλης (μτφρ.), Η Δημιουργικότητα ως Εργασιακή Μεταρρύθμιση Ή Η Τέχνη θα Επιβιώσει, οι Καλλιτέχνες όχι, Ομπλός, Πάτρα 2018, με την υποστήριξη του Goethe-Institut Athen, https://temporaryacademy.org/project/creativity-as-a-labor-reform/, (Τελευταία πρόσβαση: 2 Δεκεμβρίου 2025).
Καλεσμένη στο συμπόσιο «coming times» που οργάνωσε η επιμελητική πλατφόρμα undercurrent, η Bojana Kunst (συγγραφέας του εμβριθούς Artist at Work, Proximity of Art and Capitalism) μάς ξαναθύμισε πόσο κρίσιμη για το μέλλον της καλλιτεχνικής πρακτικής και της επιβίωσης του καλλιτέχνη/της καλλιτέχνιδας είναι η προβληματικοποίηση των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών της καλλιτεχνικής εργασίας. Η Kunst υποστηρίζει πως, για να επιβιώσει ως εργασία, η τέχνη πρέπει να επαναστατήσει ενάντια στην ενοχή του χρέους που έχει δημιουργήσει ο νέος τρόπος παραγωγής στην εποχή των ερευνητικών καλλιτεχνικών projects διεκδικώντας την άναρχη δύναμη της σπατάλης, του ύπνου και της αδράνειας που ανοίγει ατμόσφαιρες και ρυθμούς ζωής που που είναι διαφορετικοί από οτιδήποτε είναι προσανατολισμένο στην παραγωγή.
Όπως αναφέρει η προκήρυξη, «ο θεσμός υποστηρίζει έμπρακτα σύγχρονους καλλιτέχνες προσφέροντάς τους την ευκαιρία να δημιουργήσουν ένα νέο έργο τέχνης το οποίο θα παραμείνει σε μόνιμη έκθεση στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης, θα αποτελέσει μέρος της συλλογής του Ιδρύματος και θα ενταχθεί σε μια σημαντική πολιτιστική κληρονομιά». «Βραβείο Τέχνης», G & A Mamidakis Foundation, https://gnamamidakisfoundation.org/en/vraveio-technis/ (Τελευταία πρόσβαση: 2 Δεκεμβρίου 2025).
Βλ. σχετικά και την έρευνα των Στεφανίτση Μαριάννας, Μιχαηλίδου Μάρθας, Σουλιώτη Νίκου, «Μη κερδοσκοπικά ιδρύματα στον πολιτισμό: στελέχωση και καλλιτεχνική παραγωγή», που διερευνά τη στρατηγική των ιδρυμάτων, και την εξέταση της επιρροής που έχουν στην ανθρωπογεωγραφία των δημιουργικών επαγγελματιών και τη διαμόρφωση των καλλιτεχνικών τάσεων.
Βλ. σχετικά Ζευκιλή, Δέσποινα, «Οι τεχνικοί και το συνεργείο καθαρισμού πληρώθηκαν, οι καλλιτέχνες/ιδες όχι», Συνέντευξη με το Σωματείο Εργαζομένων στη Σύγχρονη Τέχνη, Αθηνόραμα, 23 Ιουλίου 2025,
https://www.athinorama.gr/texnes/3059098/oi-texnikoi-kai-to-sunergeio-katharismou-plirothikan-oi-kallitexnesides-oxi/ (Τελευταία πρόσβαση: 2 Δεκεμβρίου 2025).
Ελπίζουμε η καθιέρωση δίκαιων αμοιβών στο ΕΜΣΤ, που αποτέλεσε τομή για τα εργασιακά της τέχνης στην Ελλάδα, να θωρακιστεί κατά το δυνατόν επισήμως έτσι ώστε να αποτελέσει μια θεσμική κληρονομιά για το μέλλον σε μια χώρα όπου, δυστυχώς, τουλάχιστον στα της τέχνης, συχνά οι δημόσιες πολιτικές εξαρτώνται άμεσα από τα επικεφαλής πρόσωπα και τις έκτακτες επιχορηγήσεις.
Όπως π.χ. η Ελπίδα Καραμπά σε ζητήματα τέχνης, έρευνας και διευρυμένης παιδαγωγικής, αρχείων, θεσμικής κριτικής και πολιτειότητας, η Ξένια Καλπακτσόγλου σε επιμελητικά και ερευνητικά projects και πολιτιστικές πολιτικές που διαμορφώνουν το τοπικό πεδίο, η Ελένη Τζιρτζιλάκη και η Χαρίκλεια Χάρη σε επιτελεστικές πρακτικές στον αστικό χώρο.
Αναφέρομαι στη συμμετοχή μου στην Προσωρινή Ακαδημία Τεχνών που ιδρύθηκε το 2014 από την Ελπίδα Καραμπά, ένα ερευνητικό επιμελητικό και καλλιτεχνικό εγχείρημα και αναλυτικό εργαλείο που επικεντρώνεται σε ζητήματα εργασίας, εκπαίδευσης και θεσμικής κριτικής με στόχο τη διερεύνηση των ορίων, των διαπερατοτήτων και των αντιφάσεων που υποκρύπτουν οι δημόσιοι λόγοι και χώροι σε σχέση με ζητήματα τέχνης, δημόσιων έργων, εκπαίδευσης.
«ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΑ (ΞΕ)ΜΑΘΗΜΑΤΑ, Τι (δε) μάθαμε από τους άλλους: Δημιουργώντας σόι* ως φεμινιστικό-αισθητικό εργαλείο», Δημόσια δράση του Κέντρου Νέων Μέσων και Φεμινιστικών Πρακτικών στον Δημόσιο Χώρο στο Tavros, σε διάλογο με την έκθεση Akin, 7 Δεκεμβρίου 2023.
Για μια άλλη παράμετρο, βλ. Τραμπούλης, Θεόφιλος, «Ιδιωτικοποιώντας το ιδιωτικό: Τα Ιδρύματα και η απεδαφικοποίηση του πολιτιστικού προϊόντος», marginalia, Τεύχος 11, Ιδρύματα Πολιτισμού: Μια εισαγωγή, 2020. Επισημαίνει ότι οι χρηματοδοτήσεις μέσω των ιδρυμάτων και η παράλληλη αύξηση των residencies συμβαίνουν σε συνθήκες απεδαφικοποίησης του πολιτιστικού προϊόντος, το οποίο παύει να συνδέεται οργανικά με συγκεκριμένους χώρους στην πόλη που παρουσιάζουν ένα έργο με διάρκεια, ομογενοποιείται και δημιουργούνται εφήμερες, αναλώσιμες πολιτιστικές ελίτ.
Κάτι που έχει γίνει σαφές και με τις περιπέτειες των διαγωνισμών για τη διεύθυνση του ΕΜΣΤ και του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης της Θεσσαλονίκης (MOMus), που, παρότι φαντάζουν η πλέον δημοκρατική και επιθυμητή οδός, μοιραία καταλήγουν σε φιάσκα.
Στο πάνελ με τίτλο «Ζητούνται “πολύ-εργαλεία”; Επιβιώνοντας ως επισφαλείς εργαζόμενες/οι στις πολιτιστικές βιομηχανίες» που είχα τη χαρά να συντονίσω στην καίρια διημερίδα του Τμήματος Πολιτισμού και Δημιουργικών Μέσων και Βιομηχανιών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας «Στα όρια των πολιτιστικών βιομηχανιών: μέθοδοι, κριτικές, αντιστάσεις», 23-24 Νοεμβρίου 2024.
Προκαλώντας την αντίδραση του υπουργού, σε μια δράση που έχει καταγραφεί σε βίντεο ως A Fiasco@Megaro.
Βλ. σχετικά Ζευκιλή, Δέσποινα, «Υπάρχουν τελικά “Επαγγελματικές Προοπτικές” στην τέχνη;», Αθηνόραμα, 24 Οκτωβρίου 2022, https://www.athinorama.gr/texnes/3009672/uparxoun-telika-epaggelmatikes-prooptikes-stin-texni/ (Τελευταία πρόσβαση: 2 Δεκεμβρίου 2025) και Ζευκιλή, Δέσποινα, «Αντιμετωπίζουμε τους εργαζόμενους στον πολιτισμό ως επαγγελματίες και όχι χομπίστες», Συνέντευξη με τον Νικόλα Γιατρομανωλάκη, Αθηνόραμα, 15 Απριλίου 2022, https://www.athinorama.gr/texnes/3003725/nikolas-giatromanolakis-antimetopizoume-tous-ergazomenous-ston-politismo-os-epaggelmaties-kai-oxi-xompistes/ (Τελευταία πρόσβαση: 2 Δεκεμβρίου 2025).
Ζορμπά, Μυρσίνη, Πολιτική του Πολιτισμού, Πόλις, Αθήνα 2025, σ. 393.
Ζορμπά, Μυρσίνη, Ό.π., σσ. 418-9, σ. 431 και σ. 486.
Ζευκιλή, Δέσποινα, «Αφού υπάρχει το ΕΜΣΤ, τι χρειάζεστε…», Αθηνόραμα, 18 Σεπτεμβρίου 2025, https://www.athinorama.gr/texnes/3060803/afou-uparxei-to-emst-eseis-ti-xreiazeste/ (Τελευταία πρόσβαση: 2 Δεκεμβρίου 2025).
Γερογιάννη, Ειρήνη, «Από τον Δεσμό στο ΔΕΣΤΕ: θεσμικές συμβολές στην κατασκευή του πεδίου της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα» στο Αδαμοπούλου, Αρετή (επιμ.), Η Τέχνη στην Ελλάδα. Το Θεσμικό Πλαίσιο μετά το 1945, University Studio Press, Αθήνα 2024, σσ. 287-312.
Σε ένα ακόμη πάνελ που είχα τη χαρά να συντονίσω (από κοινού με την Ξένια Καλπακτσόγλου) για τα εξωθεσμικά εγχειρήματα στη σύγχρονη τέχνη στο πλαίσιο της Εβδομάδας Επαγγελματικής Ανάπτυξης σε διοργάνωση της Artworks κατόπιν ανάθεσης του Γραφείου Διασύνδεσης της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών, στις 18 Οκτωβρίου 2022. Βλ. Ζευκιλή, Δέσποινα, «Υπάρχουν τελικά “Επαγγελματικές Προοπτικές” στην τέχνη;», Αθηνόραμα, 24 Οκτωβρίου 2022, https://www.athinorama.gr/texnes/3009672/uparxoun-telika-epaggelmatikes-prooptikes-stin-texni/ (Τελευταία πρόσβαση: 2 Δεκεμβρίου 2025).
Για την ενέργεια της καλλιτεχνικής σκηνής βλ. ενδεικτικά, Ζευκιλή Δέσποινα, «Energy and sustainability, “the southern perspective”», Ομιλία στο συνέδριο Humans of the Institution, Άμστερνταμ, 25 Νοεμβρίου 2017, https://temporaryacademy.org/project/energy-and-sustainability-the-southern-perspective/ (Τελευταία πρόσβαση: 2 Δεκεμβρίου 2025).
https://www.news247.gr/ellada/pedion-tou-areos-eginan-ta-apokaliptiria-tou-protou-agalmatos-afieromenou-stous-mikromesaious (Τελευταία πρόσβαση 26 Δεκεμβρίου 2025).
Παρουσιάστηκε το 2019 στο παράλληλο πρόγραμμα της Art Athina. Ζευκιλή Δέσποινα, «Γυναίκες* εικαστικοί: Πώς αντιμετωπίζουν τον σεξισμό μέσω της στάσης και της τέχνης τους;» Αθηνόραμα, 26 Μαρτίου 2021, https://www.athinorama.gr/texnes/2547746/gunaikes__eikastikoi_pos_antimetopizoun_ton_seksismo_meso_tis_stasis_kai_tis_texnis_tous/ (Τελευταία πρόσβαση 26 Δεκεμβρίου 2025).
Αυτοσχεδιαστική δράση ανάγνωσης Το Θρόισμα. Δενδροποιητική στον Εθνικό Κήπο (επιμέλεια: Φοίβη Γιαννίση, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Eleni Sikelianos), 12 Απριλίου 2025.
Περιλαμβάνονται στο αρχείο του Θόδωρου που άνοιξε στο κοινό το ΕΜΣΤ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε αυτό έχουν βέβαια και τα πρακτικά για τις πληρώσεις θέσεων στην ΑΣΚΤ τότε που ο Θόδωρος προσπαθούσε να διδάξει σε αυτή. Με τη σχολή να διάγει σήμερα, κατά γενική ομολογία, μια από τις πιο σκοτεινές της περιόδους, παγιδευμένη μεταξύ «χρόνιων παθογενειών», ατομικών συμπεριφορών και νέων πολιτικών που πλήττουν τη δημόσια εκπαίδευση, είναι απορίας άξιον τι εφόδια λαμβάνουν τα φοιτητά, στα οποία μάλιστα φαίνεται να κοινοποιούνται τοξικές επιστολές μεταξύ των καθηγητών.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ Τ@ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Η Δέσποινα Ζευκιλή είναι κριτικός τέχνης, διευθύντρια στο Αθηνόραμα και μέλος της Προσωρινής Ακαδημίας Τεχνών (ΠΑΤ). Ενδιαφέρεται για την κριτική προσέγγιση της τέχνης και των συστημάτων της μέσα σε ένα ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, χαρτογραφώντας συστηματικά την τοπική παραγωγή από το 2000. Κείμενά της έχουν συμπεριληφθεί σε εκδόσεις και περιοδικά όπως «On One Side of the Same Water» (Hatje Cantz), «The Way between Belgrade and Pristina» (Stacion Center), Art Papers, Third Text, Ocula, Field Journal, Art Review, Frieze, artnet, Flash Art, Art info, Camera Austria, South Magazine, [φρμκ]. Έχει συνεπιμεληθεί εκθέσεις, projects και εκδόσεις, όπως φαράσι.ζιν #3 «Πέθνος: ένα ερευνητικό καλλιτεχνικό πρόγραμμα της ΠΑΤ ή η τρίτη γενιά που πενθεί αυτοκτονεί»,«Απολαυστική μαχητικότητα Live», «Waste/d Pavilion», «Συμφωνία Χωρίς Αρχές – προς μια ιστορία για τη σύγχρονη Ελληνική τέχνη», 4η Μπιενάλε της Αθήνας AGORA (The Non-Serious Lectures), «Archaeology of Today?». Από το 2004 ως το 2008 εξέδιδε το φανζίν Local Folk μαζί με τον εικαστικό Βαγγέλη Βλάχο. Τα τελευταία 10 χρόνια επιμελείται την εικαστική έκθεση του φεστιβάλ «Διαδρομές στη Μάρπησσα» στην Πάρο.