Late Torments of Overtourism
Ο υπερ-τουρισμος στην εποχη του υπερ
Βασίλης Παπαγεωργίου, 18:00, 2025
Κεραμικό, ατσάλι
58 x 40 x 2 εκ.
Ευγενική παραχώρηση: Callirrhoë και ο καλλιτέχνης
Φωτογραφία: Στάθης Μαμαλάκης
Τουρισμος και τεχνη: μια παλια και συνθετη σχεση
Θεωρητικοί και καλλιτέχνες εξετάζουν πλέον συστηματικά τη νέα συνθήκη του υπερτουρισμού και πραγματεύονται θέματα και έννοιες που σχετίζονται με τον τουρισμό, όπως τον τόπο, το τοπίο, την περιπλάνηση, το ταξίδι, τη φιλοξενία, τη σχόλη, την επισφάλεια, το αναμνηστικό, την ταυτότητα, το εξωτικό, το Άλλο, τη σχέση Βορρά-Νότου, κ.ά. Τα ερωτήματα που τίθενται ως προς τη σχέση τουρισμού και τέχνης είναι πολλαπλά. Ποιος είναι ο ρόλος της τέχνης στον τουρισμό; Τι ρόλο μπορεί να διαδραματίσει η καλλιτεχνική δημιουργία και η επιμελητική έρευνα ως αντίσταση στον μη βιώσιμο τουρισμό της εποχής μας; Είναι η αμφισβήτηση μέσα από την τέχνη εφικτή τη στιγμή που η ίδια η τέχνη μετατρέπεται σε τουριστικό προϊόν; Ποιος ο ρόλος των μουσείων, των θεσμών και των εκθέσεων; Ποια θέματα πραγματεύονται οι καλλιτέχνες; Το κείμενο αυτό θέτει κάποια από τα ζητήματα αυτά και στοχεύει να σκιαγραφήσει την πρόσφατη πορεία του τουρισμού στην Ελλάδα από τα χρόνια της ελληνικής κρίσης μέχρι και σήμερα, αλλά και να αναστοχαστεί γύρω από προβλήματα, λανθασμένες πρακτικές και πιθανές λύσεις, λαμβάνοντας υπόψη την αδιάρρηκτα αλληλένδετη σχέση τουρισμού, κοινωνίας και οικονομίας.
Οι μεσογειακές χώρες και ιδιαίτερα η Ιταλία και η Ελλάδα είναι συνδεδεμένες στενά με τον τουρισμό, καθώς υπήρξαν παραδοσιακοί προορισμοί ταξιδιού ήδη από τον 17ο αιώνα με σκοπό την έκθεση του πολιτιστικού κληροδοτήματος και κυρίως της κλασικής αρχαιότητας και της Αναγέννησης. Το Grand Tour είχε βαθιά επίδραση στη βιομηχανία του τουρισμού, τα ταξιδιωτικά κείμενα και τη λογοτεχνία, τις εικαστικές τέχνες και την αρχιτεκτονική. Στον 20ό αιώνα, τα ταξίδια συνδέθηκαν με τον ήλιο και την θάλασσα, τη διασκέδαση και τις διακοπές της μικρομεσαίας τάξης, ενώ μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ο τουρισμός σχετίστηκε με την παγκοσμιοποιημένη οικονομία και αναπτύχθηκε ραγδαία και μαζικά. Σήμερα βιώνουμε το νέο φαινόμενο του υπερτουρισμού.
Τις τελευταίες δεκαετίες, επιμελητές, αρχιτέκτονες, μεγάλα μουσεία αλλά και ανεξάρτητοι φορείς έχουν μελετήσει τον τουρισμό στις διαφορετικές του εκφάνσεις, υπό το πρίσμα της σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας. Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι στον 21o αιώνα ο τουρισμός αναδύεται και ως αντικείμενο επιμελητικής έρευνας και πρακτικής. Θα αναφέρω εδώ δυο ενδεικτικά παραδείγματα. H blockbuster έκθεση με τίτλο Universal Experience: Art, Life, and the Tourist’s Eye στο Μουσείο Σύγχρονης τέχνης του Σικάγου, το 2005, σε επιμέλεια του Francesco Bonami, παρουσίαζε το έργο εβδομήντα εικαστικών από τριάντα περίπου χώρες. Η έκθεση αυτή, όπως διακήρυττε, «[εξέταζε] την τέχνη, την ιστορία και την κοινωνική κατασκευή τόπων, χώρων και ταυτοτήτων από την πλευρά της οξυμένης αντίληψης του τουρίστα».1 Ο τίτλος της υποδήλωνε την επιρροή του κλασικού πλέον βιβλίου The Tourist Gaze του John Urry το οποίο διερευνά την κεντρική θέση που κατέχουν η όραση και η οπτικότητα στον σύγχρονο πολιτισμό, τη θέση του βλέμματος στο τουριστικό φαινόμενο και, εν γένει, την οπτικοποίηση της τουριστικής εμπειρίας.2
Στη χώρα μας, ενδιαφέρον είχε η έκθεση Τουρισμός, που πραγματοποιήθηκε το 2017 στο πλαίσιο της διοργάνωσης «the symptom project» των Αποστόλη Αρτινού και Κώστα Χριστόπουλου, μιας πλατφόρμας που οργάνωνε ομαδικές εκθέσεις σύγχρονης τέχνης στο παλιό νοσοκομείο της Άμφισσας. Οι επιμελήτριες Ελπίδα Καραμπά και Γλυκερία Σταθοπούλου είχαν προσκαλέσει Έλληνες καλλιτέχνες και αρχιτέκτονες να δουλέψουν πάνω σε θέματα του τουρισμού σε μια στιγμή που η Ελλάδα —όπως θα αναλύσουμε παρακάτω— αποτελούσε έναν θελκτικό προορισμό μέσα από την εξωτική εικόνα της οικονομικής κρίσης. Οι επιμελήτριες έθεσαν «φανερά και λανθάνοντα ζητήματα που συνδέονται με την ιδέα και την ιστορία του τουρισμού ως μέρους μιας ευρύτερης βιομηχανίας, της πολιτικής και της οικονομίας, που εκτείνονται σε ζητήματα του τοπικού και του παγκόσμιου».3 Το 2017 υπήρξε μια χρονιά σταθμός όσον αφορά τη ραγδαία ανάπτυξη του τουρισμού στη χώρα μας.
Σημαντική επιμελητική δράση γύρω από το θέμα έχουν επίσης οι αρχιτέκτονες, αφού ο τουρισμός είναι άρρηκτα δεμένος με την αρχιτεκτονική. Θα αναφέρω χαρακτηριστικά το ελληνικό περίπτερο στη 14η Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής στη Βενετία με τίτλο Τοπία Τουρισμού: Ανακατασκευάζοντας την Ελλάδα, που διερευνούσε τον ρόλο του τουρισμού ως οχήματος διαρκούς εκμοντερνισμού της χώρας μέσω της κατασκευής δομημένων τοπίων τουρισμού, όπως αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία, ξενοδοχεία και θέρετρα, παραδοσιακούς οικισμούς, παραθαλάσσιες εγκαταστάσεις κ.ά.4
Καθώς το σημερινό φαινόμενο του υπερτουρισμού συνδέεται άμεσα με τα σύγχρονα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα, ενόψει της τρέχουσας πολυκρίσης, η ανάγκη μιας συζήτησης γύρω από τον υπερτουρισμό καθίσταται επείγουσα και αναγκαία.
Η αγωνια της υπερβολης και ο υπερτουρισμος
Ζούμε αναμφισβήτητα στην εποχή της υπερβολής όπου μοιάζει να τα κάνουμε όλα στο έπακρον. Μια εποχή η οποία χαρακτηρίζεται από επιτάχυνση και εξάντληση και διαβρώνει τους ψυχολογικούς και σωματικούς περιορισμούς μας. Στη σύγχρονη εποχή του υπέρ (over), καθοριστικό ρόλο παίζει η ψηφιακή τεχνολογία η οποία ωθεί τους ανθρώπους στην υπερ-χρήση και στην υπερ-ταχύτητα. Μπορούμε εύκολα να μιλήσουμε για over-scrolling, over-texting, over-screen time, over-sharing, over-communication, over-information, με αποτέλεσμα να έχουμε να αντιμετωπίσουμε το over-activity, over-anxiety, over-consuming κ.ο.κ. Ως εκ τούτου, βιώνουμε όλο και περισσότερο την κοινωνική επιτάχυνση, το burnout και την τυραννία της ταχύτητας, προσπαθώντας κάπου εκεί να χωρέσουμε και τη νέα επείγουσα συνειδητοποίηση του self-care. Ο χρόνος μας μοιάζει με μια σπάνια πολυτέλεια που καταναλώνεται από την επείγουσα εργασία, την επείγουσα ειδοποίηση, τον αμείλικτο ρυθμό του περισσότερα και γρηγορότερα. Το ανεξέλεγκτο καπιταλιστικό μας μοντέλο έχει καταφέρει να σπρώχνει κάθε μας συμπεριφορά στο όριο. Όπως έχει υποστηρίξει ο Γερμανός κοινωνιολόγος Hartmut Rosa, η αδιάκοπη πίεση για ταχύτητα είναι ένα δομικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης κοινωνίας, που καθοδηγείται από οικονομικές επιταγές: την ανάγκη για συνεχή ανάπτυξη, για μεγαλύτερη παραγωγικότητα και για την κατάκτηση ενός εμμονικού ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος.5
Δήμητρα Κονδυλάτου, Στη σκιά της σεζόν, 2012
Μονοκάναλο βίντεο, 22΄57΄΄
Ευγενική παραχώρηση της καλλιτέχνιδας
Η υπερδραστηριότητα της νεοφιλελεύθερης εποχής, έχει βέβαια αντίκτυπο και στη βιόσφαιρα: υπερ-ξηρασία, υπερ-πυρκαγιές, υπερ-πλημμύρες. Παρόλο που γνωρίζουμε τις καταστροφικές αυτές συνέπειες, έχουμε νομιμοποιήσει την κοινωνία της υπερ-εξάρτησης, της υπερ-ταχύτητας, της υπερ-κατανάλωσης και της υπερ-απόδοσης, δικαιολογώντας την υπερβολή και την υπέρβαση ως φυσικές και αναπόφευκτες. Έχουμε αναγάγει την πρόοδο και την ανάπτυξη σε αδιαπραγμάτευτες αρχές και υποτασσόμαστε στις προσδοκίες της απόδοσης, της επίδοσης, της ταχύτητας και του κέρδους. Κάτι λοιπόν κάνουμε λάθος.
Η παγκόσμια καλλιτεχνική κοινότητα ακολουθεί αυτήν την τάση σε μια μάχη αντοχής: over-biennials, over-festivals, over-residencies, over-travelling, over-production, κτλ. Ήδη το 2008 ο Boris Groys είχε επισημάνει ότι «πάνω απ’ όλα, είναι οι σημερινοί καλλιτέχνες και διανοούμενοι που περνούν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους σε μετακινήσεις – τρέχοντας από τη μία έκθεση στην άλλη, από το ένα πρότζεκτ στο άλλο, από τη μία διάλεξη στην άλλη. Όλοι οι ενεργοί συμμετέχοντες στον σημερινό πολιτιστικό κόσμο αναμένεται πλέον να προσφέρουν το παραγωγικό τους έργο σε ένα παγκόσμιο κοινό, να είναι προετοιμασμένοι να μετακινούνται συνεχώς από το ένα μέρος στο άλλο».6 Πλέον, οι μεγάλης κλίμακας εικαστικές διοργανώσεις υπόσχονται και εναλλακτικούς —συχνά εξωτικούς— ταξιδιωτικούς προορισμούς μετατρέποντας συχνά τους καλλιτέχνες και τους επιμελητές σε τουρίστες. Η γραμμή λοιπόν που χωρίζει τον τουρισμό από το ερευνητικό ταξίδι στην καλλιτεχνική και επιμελητική πρακτική, είναι μερικές φορές πολύ λεπτή.
Ο υπερτουρισμός αναπτύσσεται μέσα σε μια τέτοια κοινωνία της υπερβολής και της υπερκινητικότητας. Ως υπερτουρισμό εννοούμε τη συρροή πολλών επισκεπτών σε έναν προορισμό, οδηγώντας σε κορεσμό την ικανότητά του να τους διαχειριστεί με βιώσιμο τρόπο. Ο τουρισμός και η κοινωνική επιτάχυνση είναι και τα δύο εγγενή προϊόντα της νεωτερικότητας. Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η κοινωνική επιτάχυνση, στο ευρύτερο πλαίσιο της νεωτερικότητας, έχει παίξει ρόλο στην εμφάνιση και την ανάπτυξη του σύγχρονου τουρισμού, καθώς οι δυνάμεις της διεισδύουν και μετασχηματίζουν τις τουριστικές πρακτικές, οδηγώντας στην αποξένωση της τουριστικής εμπειρίας. Από το 2000 έως το 2019, ο υπερτουρισμός αναδεικνύεται ως διακριτή δυναμική τουριστικής ανάπτυξης.7
Με την υπόσχεση του κέρδους και της ευημερίας, κυρίως για τις φτωχότερες περιοχές του πλανήτη, ο τουρισμός έχει αναδειχθεί σε κυρίαρχη δύναμη που διαμορφώνει τα περίπλοκα τοπία του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Στις αρνητικές συνέπειες του υπερτουρισμού περιλαμβάνονται ο υπερπληθυσμός, η περιβαλλοντική υποβάθμιση και μόλυνση, η εξάντληση των πόρων λόγω υψηλής κατανάλωσης, η υπερφόρτωση των υποδομών, η απώλεια της βιοποικιλότητας και η εξαφάνιση σπάνιων ειδών, η μείωση της ποιότητας ζωής των κατοίκων, η αύξηση των ανισοτήτων και ο εκτοπισμός των ντόπιων, η απώλεια της παραδοσιακής γνώσης και των τοπικών τεχνικών, η πολιτισμική ισοπέδωση και η υποβάθμιση της εμπειρίας των επισκεπτών. Ο υπερτουρισμός αναγνωρίζεται πλέον και από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τουρισμού του ΟΗΕ και πλήττει πολλές χώρες του πλανήτη μεταξύ των οποίων και την Ελλάδα.
Τον Νοέμβριο του 2022 το ΕΜΣΤ διοργάνωσε μια συζήτηση για τον «Αποτουρισμό». Έχοντας μόλις βγει από ένα καλοκαίρι τουριστικού υπερπληθυσμού και αλόγιστης τουριστικής ανάπτυξης, το Μουσείο θεώρησε κρίσιμο να επικεντρωθεί στο πρόβλημα του Υπερτουρισμού, ένα από τα πλέον ζοφερά της εποχής μας που σχετίζεται οργανικά με την τέχνη, στις πιο απεδαφικοποιημένες τουλάχιστον όψεις της. Στη συζήτηση εκείνη είχαν συμμετάσχει η καλλιτέχνιδα Δήμητρα Κονδυλάτου, που έχει ασχοληθεί συστηματικά στα έργα της με το θέμα του τουρισμού και ο Άγγελος Βαρβαρούσης, ερευνητής και ακτιβιστής της πολιτικής οικολογίας, καθηγητής στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, ενώ από την πλευρά του ΕΜΣΤ συμμετείχαν η υπογράφουσα και ο Θεόφιλος Τραμπούλης. Στη συζήτηση, οι ομιλητές αναρωτήθηκαν αν θα μπορούσαμε να εφαρμόσουμε στην παραγωγική οικονομία του τουρισμού μεθόδους και μοντέλα των θεωριών αποανάπτυξης.
Η τουριστικοποιηση και ο εξευγενισμος της Αθηνας
Υπάρχει μια πρόσφατη μεγάλη βιβλιογραφία σχετικά με τον υπερτουρισμό, τα αίτια και τις συνέπειες του. Εδώ και δεκαετίες, μελετητές από όλο τον κόσμο μάς προειδοποιούν για τις επιζήμιες επιπτώσεις της ταξιδιωτικής βιομηχανίας στο περιβάλλον και τις τοπικές κοινότητες. Οι περισσότεροι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι ο υπερτουρισμός είναι αποτέλεσμα της ενθάρρυνσης πολλών κυβερνήσεων στην Ευρώπη και την Αμερική για στροφή προς την τουριστικοποίηση. Η στροφή αυτή είναι συνέπεια της παγκοσμιοποίησης η οποία ανέδειξε το ιδεώδες του νομαδισμού, την αδιάκοπη κινητικότητα και την επιθυμία πολυπολιτισμικών εμπειριών. Οι πτήσεις χαμηλού κόστους και η έλευση της ψηφιακής πλατφόρμας για βραχυχρόνιες μισθώσεις οδήγησαν στην εισροή του τουρισμού στην καθημερινότητα των κατοίκων του τόπου και στην κατάργηση του στεγαστικού αποθέματος για κατοικία.8 Το βασικό πρόβλημα της χώρας μας είναι πως το νέο οικονομικό μοντέλο της Ελλάδας είναι βασισμένο σχεδόν εξ ολοκλήρου στον τουρισμό και άρα έχουμε να κάνουμε με τουριστική μονοκαλλιέργεια. Ο υπερτουρισμός φαίνεται σήμερα μη αναστρέψιμος, καθιστώντας τις όποιες εναλλακτικές σχεδόν αδιανόητες. Ωστόσο, οι επιστήμονες τονίζουν την ανάγκη «να διαταράξουμε τις μονοπολιτισμικές φαντασιώσεις του τουρισμού».9
Είναι κοινώς αποδεκτό ότι η πανδημία του 2020 αποτελεί σημείο καμπής κατά το οποίο η τουριστικοποίηση στην Ελλάδα αρχίζει να αποκτά νέα δυναμική. Η άφιξη των ψηφιακών νομάδων κατά την περίοδο του lockdown ήταν η αρχή μιας νέας εποχής. Η ενοικίαση κατοικίας στη χώρα μας είχε αρχίσει να προσελκύει το ενδιαφέρον των εργαζόμενων εκείνων που μπορούσαν να δουλέψουν απομακρυσμένα με τη βοήθεια της τεχνολογίας. Οι ψηφιακοί νομάδες ήρθαν στην Αθήνα, αρχικά υπομισθώνοντας τις κατοικίες τους στις χώρες απ’ όπου προέρχονταν και νοικιάζοντας κατοικία στην Ελλάδα, έχοντας έτσι και ένα επιπρόσθετο οικονομικό όφελος. Η Ελλάδα προσέφερε φορολογικά κίνητρα και φοροαπαλλαγές προκειμένου να ενθαρρύνει τους ψηφιακούς νομάδες να έρθουν να ζήσουν στη χώρα μας.10
Πάνος Κοκκινιάς, Βάρδια, 2006
Ψηφιακή Αρχειακή Εκτύπωση Inkjet, 120 x 160 εκ.
Ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη
Παράλληλα με την εισροή των ψηφιακών νομάδων και την εγκατάστασή τους με την digital nomad visa, έχουμε και τα προγράμματα απόκτησης άδειας παραμονής από μη Ευρωπαίους πολίτες μέσω επένδυσης σε ακίνητα στην Ελλάδα – τη λεγόμενη golden visa. Το πρόγραμμα αποδείχθηκε ιδιαίτερα δημοφιλές και χορηγήθηκαν πολυάριθμες άδειες. Και τα δύο αυτά γεγονότα (η άφιξη των ψηφιακών νομάδων και η χορήγηση της golden visa) έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη στεγαστική κρίση που βιώνει η χώρα στους πιο τουριστικούς προορισμούς, καθώς ανέβασαν τις τιμές των ακινήτων και πίεσαν την αγορά ενοικίασης. Μεταξύ των ανθρώπων που ήρθαν στην χώρα μας υπάρχουν και αρκετοί επαγγελματίες του χώρου της τέχνης, είτε προσωρινά είτε σε μόνιμη βάση.
Έτσι, για πρώτη φορά, η Αθήνα διεθνοποιήθηκε ενώ η τουριστικοποίηση αλλά και ο εξευγενισμός πήραν τεράστια έκταση με αποτέλεσμα το τοπίο της χώρας να αλλάξει ριζικά. Η Αθήνα αλλοιώνεται, η τοπική κουλτούρα εξαφανίζεται, τα νησιά βουλιάζουν από κόσμο και αντιμετωπίζουν πολλά προβλήματα υποδομής και όλα αυτά έχουν αρνητικό αντίκτυπο στους ίδιους τους κατοίκους αλλά και στο τοπικό περιβάλλον.
Ωστόσο, όπως έχει υποστηριχθεί, μακροπρόθεσμα τα χρήματα από τις επενδύσεις δεν θα μείνουν στην Ελλάδα και όλη αυτή η τουριστικοποίηση θα έχει αρνητικές συνέπειες σε πολλά επίπεδα. Πρόκειται δηλαδή για μια αυτοκαταστροφική διαδικασία. Τα σημαντικά ερωτήματα που πρέπει να τεθούν είναι τα εξής: Ποιο είναι το κόστος που έχει η υπέρμετρη τουριστική δραστηριότητα στο οικοσύστημα αλλά και στους κάτοικους της χώρας; Είναι το ισοζύγιο θετικό; Μπορεί ο κόσμος να αντέξει το μοντέλο της παγκόσμιας υπερ-κινητικότητας την εποχή της πολυκρίσης; Πώς θα αλλάξει η μονοκαλλιέργεια του τουρισμού;
O τουρισμος της κρισης και η documenta 14
Ας θυμηθούμε ότι το πρόσφατο ενδιαφέρον για την χώρα μας ξεκίνησε μέσα στην κρίση, στη δεκαετία του 2010, και ονομάστηκε ο τουρισμός της κρίσης. Όπως αναφέρει ο Γιώργος Ράκκας, «η κοινωνική καταβύθιση σε συνδυασμό με την πολιτική ένταξη, τις διαδηλώσεις και τις συγκρούσεις με την αστυνομία, εκτός από εικόνα στην Αθήνα έγινε και τουριστικό αξιοθέατο».11 Έτσι λοιπόν, η Αθήνα της κρίσης και των μνημονίων και η δραματική κατάσταση της Ελλάδας που βρισκόταν συνεχώς στα πρωτοσέλιδα του διεθνή τύπου δημιούργησε ένα νέο ενδιαφέρον για τη χώρα μας. Το αφήγημα της κρίσης έγινε τελικά ελκυστικό. Κρίση και τουριστικοποίηση δεν αποτελούν ξεχωριστές διαδικασίες αστικής αναδιάρθρωσης που απλά συνέπεσαν χρονικά.
Δεν είναι τυχαίο ότι και ο κόσμος της τέχνης έστρεψε εκείνη την περίοδο το βλέμμα του στην Ελλάδα και ενδιαφέρθηκε να μάθει τι γινόταν στη χώρα της κρίσης ή, αλλιώς, «να μάθει από την Αθήνα». Άλλωστε, η documenta 14, μία από τις σημαντικότερες διεθνείς διοργανώσεις σύγχρονης τέχνης, έλαβε χώρα και στην Αθήνα ως σύμπτωμα αυτού του ενδιαφέροντος. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής της διοργάνωσης Adam Szymczyk επέλεξε την Αθήνα λόγω των οικονομικών, πολιτικών, κοινωνικών και πολιτιστικών διλημμάτων της, τα οποία αντικατοπτρίζουν τη σημερινή Ευρώπη. Η documenta 14 ανέλαβε την αποστολή της αποκέντρωσης και απο-αποικιοποίησης του βορειοδυτικού κανόνα, με το σύνθημα «Μαθαίνοντας από την Αθήνα». Η documenta 14 χρησιμοποίησε την κρίση τόσο ως θέμα όσο και ως ερμηνευτικό πλαίσιο των εικαστικών έργων που παρουσίασε.
Όπως υποδηλώνει και ο τίτλος του άρθρου «Όταν η κρίση γίνεται φόρμα. Η Αθήνα ως παράδειγμα» των Θεόφιλου Τραμπούλη και Γιώργου Τζιρτζιλάκη, η ελληνική κρίση αποτέλεσε αφορμή και έγινε αντικείμενο μελέτης της διεθνούς καλλιτεχνικής κοινότητας. Η κριτική υποδοχή της documenta 14 στην Ελλάδα υπήρξε μεγάλη και, όπως υπενθυμίζουν στο κείμενο τους οι συγγραφείς, «Ήδη από το 2015, ο Γιάνης Βαρουφάκης, πρώην Υπουργός Οικονομικών της Ελλάδας, εξέφρασε την αντίρρησή του να έρθει η d14 στην Αθήνα […], λέγοντας ότι ‘είναι σαν τους πλούσιους Αμερικανούς να κάνουν μια περιοδεία σε μια φτωχή αφρικανική χώρα’».12 Ανεξάρτητα από το αν συμφωνούμε ή όχι με τη δήλωση του Βαρουφάκη, το σίγουρο είναι πως η documenta 14 έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο στις ροές των επαγγελματιών της τέχνης που κατέφτασαν στην Αθήνα από τον παγκόσμιο Βορρά για πρώτη φορά. H εποχή μετά την documenta 14 γνώρισε μια πιο διεθνή Αθήνα και κυρίως στον κόσμο της τέχνης. Καλώς ή κακώς, ηθελημένα ή μη, σίγουρα συνέβαλε στην αλλαγή που επήλθε στην πρωτεύουσα, στον πρωτοφανή εξευγενισμό, δημιουργώντας τις μετέπειτα συνθήκες του νεο-αποικισμού που βιώνουμε μέχρι σήμερα.
Μετα τον Covid και ο ρολος της συγχρονης τεχνης
Από τον τουρισμό της κρίσης περάσαμε όμως στον τουρισμό της μετά Covid εποχής. Αμέσως μετά την πανδημία έμοιαζε σαν ο κόσμος να είχε ανάγκη να ταξιδέψει όπως ποτέ άλλοτε. Το 2022 η Ελλάδα είχε την πρωτιά στη διεθνή προσέλκυση τουριστών. Παράλληλα, είχε και την πρωτιά, επί του συνόλου του πληθυσμού, στο κόστος στέγασης. Επιπλέον, το 2022 πολλαπλασιάστηκε ο αριθμός των Ελλήνων που δεν μπορούσαν να πάνε διακοπές κυρίως λόγω ακρίβειας και πρωτάκουστης πολυκοσμίας. Όπως εξηγεί ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης Στάθης Καλύβας, στο πολυσυζητημένο του άρθρο «Μια Ελλάδα δίχως καλοκαίρι;»,13 ο μαζικός τουρισμός μετατράπηκε στη χώρα μας σε έναν VIP τουρισμό που αποκλείει τους Έλληνες από τις θερινές διακοπές στην ίδια τους τη χώρα. Οι διακοπές γίνονται προνόμιο παγκόσμιων και κυρίως αστικών ελίτ.
Ο τουρισμός αποτελεί ένα σύνθετο πεδίο πολιτικής που απαιτεί ριζικό στρατηγικό αναπροσανατολισμό. Θα πρέπει να υπάρξει ένα νέο τουριστικό μοντέλο που θα σέβεται το φυσικό και οικιστικό περιβάλλον και θα παράγει προστιθέμενη αξία τόσο για την οικονομία όσο και για την κοινωνία. Αν δεν γίνουν αλλαγές με πολιτική θέληση, το τουριστικό τοπίο δεν θα μπορέσει να αλλάξει.
Μπορεί άραγε η τέχνη να διαδραματίσει κάποιο ρόλο στην αναγκαία αντίσταση στον υπερτουρισμό; Ιστορικά, η παραγωγή της τέχνης απαντά συχνά σε συγκεκριμένα κοινωνικοπολιτικά ερεθίσματα, παίζει ρόλο αμφισβήτησης του κατεστημένου και αντίστασης απέναντι σε επίκαιρα ζητήματα που αφορούν την κοινωνία. Σε μια συζήτηση για τον τουρισμό όμως, κάτι τέτοιο μοιάζει αρκετά δύσκολο και οξύμωρο, καθώς η τέχνη και οι θεσμοί της είναι συχνά μέρος του προβλήματος με πολλαπλούς τρόπους. Όπως το θέτει η Ισπανίδα επιμελήτρια και ερευνήτρια Julia Morandeira Arrizabalaga, «Όπως και ο τουρισμός, η σύγχρονη τέχνη, όπως αναπτύχθηκε κατά το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, υποσχέθηκε εμπειρίες ανακάλυψης, συνάντησης και ανταλλαγής μεταξύ διαφορετικών πολιτισμών και πλαισίων. […] Η δημιουργία νοήματος είναι το επίκεντρο: αφηγήσεις για τον εαυτό και τον άλλον, αντιλήψεις για το παρελθόν και το μέλλον, όνειρα για φυσικές και πολιτισμικές συναντήσεις, όλα δημιουργημένα από την επιθυμία, την προσδοκία και τα ενθύμια».14 Πέρα από αυτά όμως που υπόσχεται να προσφέρει η σύγχρονη τέχνη, θα μπορούσε εύκολα να της καταλογίσει κανείς τη συνενοχή της στην ατέρμονη κινητικότητα (όπως έγραφε ο Boris Groys), σε θέματα εξευγενισμού και artwashing, στην άμεση σχέση της με τον πολιτιστικό τουρισμό (που αποτελεί σήμερα ένα μεγάλο ποσοστό του τουρισμού), δηλαδή ότι η ίδια η τέχνη αποτελεί τελικά και ένα τουριστικό προϊόν προς κατανάλωση.
Στη χώρα μας, η σύγχρονη τέχνη μοιάζει να έχει εισχωρήσει πλέον για τα καλά και στη νησιωτική Ελλάδα με πολλές πρωτοβουλίες εικαστικών δράσεων, εκθέσεων και προγράμματα φιλοξενίας καλλιτεχνών να γεννιούνται κάθε καλοκαίρι στα νησιά. Έτσι, η διεθνής καλλιτεχνική κοινότητα έχει και έναν επιπλέον λόγο να επισκέπτεται την Ελλάδα τους καλοκαιρινούς μήνες, συνδυάζοντας τις διακοπές και τον τουρισμό με την εργασία. Σκοπός μου δεν είναι να ασκήσω κριτική στις πρωτοβουλίες αυτές, που, αντιθέτως, πολλές από αυτές είναι σημαντικές και κατάφεραν επίσης να δημιουργήσουν θεσμούς για τη σύγχρονη τέχνη και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, ελλείψει περισσότερων κρατικών θεσμών, όπως και να προσφέρουν εργασία στο επισφαλές επάγγελμα του ανεξάρτητου επιμελητή, αλλά να τονίσω το γεγονός ότι η τέχνη, ειδικά όταν αυτή παρουσιάζεται σε έναν ελκυστικό προορισμό, γίνεται τουριστικό προϊόν και συχνά διαφημίζεται ως μια ξεχωριστή τουριστική εμπειρία.15
Ωστόσο, θα ήθελα να σημειώσω ότι είναι δυο διαφορετικά πράγματα το να γίνονται δράσεις στα νησιά που δίνουν τη δυνατότητα σε Έλληνες επιμελητές να αρθρώσουν έναν επιμελητικό λόγο και σε καλλιτέχνες να δημιουργήσουν νέα εικαστικά έργα και είναι άλλο ο στόχος του εγχειρήματος να είναι η προσέλευση ενός διεθνούς art crowd για μια ακόμη εμπειρία σαν κι αυτή που περιγράφει η Morandeira. Όπως όλα τα μουσεία που βρίσκονται σε τουριστικούς προορισμούς (μερικά από αυτά μάλιστα καταφέρνουν να γίνουν τα ίδια ο προορισμός, όπως η περίπτωση του Guggenheim Bilbao), έτσι και όλες οι μεγάλες διεθνείς διοργανώσεις, (όπως και η documenta 14), αλλά και το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Αθήνας —με την παρούσα επιθυμητή εξωστρέφεια— συμμετέχουν σε έναν βαθμό στην τουριστικοποίηση που συντελείται. Έχοντας αυτό στο μυαλό μας, ως αυτογνωσία, είναι φυσικά σημαντικό να τονιστεί ότι δεν μπορούν να συγκριθούν τα μεγέθη του τουρισμού που προκύπτουν από τη σύγχρονη τέχνη με αυτά της εκούσιας πολιτικής βούλησης: τις όλο και μεγαλύτερες ροές σε όλο και περισσότερες περιοχές της χώρας.
Εντούτοις, έχει ενδιαφέρον να επισημάνουμε ότι ολοένα και περισσότεροι σύγχρονοι Έλληνες καλλιτέχνες πραγματεύονται κριτικά στο έργο τους θέματα που άπτονται του σύγχρονου τουρισμού και προσεγγίζουν το ζήτημα μέσα από ποικίλα πρίσματα.
Ζητηματα τουρισμου μεσα απο το εργο συγχρονων καλλιτεχνων στην Ελλαδα
Παρόλο που το κείμενο αυτό δεν στοχεύει να εστιάσει στην καλλιτεχνική πρόθεση σε σχέση με ζητήματα του τουρισμού, θα αναφέρω ωστόσο ορισμένους Έλληνες καλλιτέχνες που ασχολούνται με το θέμα, με σκοπό να παρουσιάσω το εύρος των ζητημάτων με τα οποία καταπιάνονται· η έμφυλη ταυτότητα, η αθέατη όψη του τουρισμού, ο μετασχηματισμός του τοπίου, ο εξευγενισμός, η σχέση τοπίου και τουρισμού, μεταναστευτικών και τουριστικών ροών, τουρισμού και κλιματικής κρίσης, κ.ά.
Η Δήμητρα Κονδυλάτου ενδιαφέρεται για τη σχέση της τέχνης με τον τουρισμό, την οικονομία και την καθημερινή ζωή, αλλά και για πρακτικές καλλιτεχνικής φιλοξενίας και ανταλλαγής. Το βίντεο Στη σκιά της σεζόν πραγματεύεται τη γυναικεία εργασία στο εμπορευματοποιημένο περιβάλλον των τουριστικών καταλυμάτων. Ακόμη, εξετάζει τις άυλες ιδιότητες των εργατριών στον τουριστικό κλάδο όπως τη φιλοξενία, τη φροντίδα, την ενσυναίσθηση και τη γενναιοδωρία.
Doreida Xhogu, Mama Klorin, 2024
Μονοκάναλο βίντεο
Στιγμιότυπο
Ευγενική παραχώρηση της καλλιτέχνιδας
Το θέμα της οικιακής εργασίας και των γυναικών που εργάζονται στην τουριστική βιομηχανία το συναντάμε και στο έργο της καλλιτέχνιδας Doreida Xhogu με καταγωγή από την Αλβανία. Το έργο της Mama Klorin ξεκίνησε ως μια ανάγκη της καλλιτέχνιδας να επεξεργαστεί αναμνήσεις από τον εαυτό της και τη μητέρα της ως μετανάστριες καθαρίστριες. Στο πλαίσιο του έργου, η Xhogu προσκάλεσε γυναίκες καθαρίστριες σε ένα συλλογικό workshop στη Σκόπελο όπου δούλεψαν σεζόν και μοιράστηκαν τις ιστορίες τους. Η συντροφικότητα και η υποστήριξη που αναπτύχθηκε μεταξύ τους ενώ εργάζονταν στα δωμάτια του ξενοδοχείου μεταφέρθηκε στο εργαστήριο της καλλιτέχνιδας.
Φωτογράφοι όπως ο Πάνος Κοκκινιάς έχουν ασχοληθεί με το τουριστικό τοπίο και τον τουριστικό τόπο. Με ορισμένες φωτογραφίες από τη σειρά έργων Leave Your Myth in Greece και Τοπία, ο Κοκκινιάς πραγματεύεται θέματα όπως η κρίση, η καταστροφή του τοπίου, αλλά και οικείες εικόνες από αυτό που ονομάζουμε ελληνικό καλοκαίρι. Στο έργο Vardia, παρατηρούμε σε πρώτο πλάνο ένα βουνό από σκουπίδια, ενώ μια παρέα ανέμελων παραθεριστών μοιάζουν να ψάχνουν την πρόσβαση προς την παραλία ενός ξερού κυκλαδίτικου νησιού.
Μια καλλιτεχνική ομάδα φωτογράφων που έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με το δίπολο μετανάστευσης και τουρισμού είναι η ομάδα Depression Era. Το συλλογικό τους έργο The Tourists λειτουργεί ως ανατρεπτική τουριστική εκστρατεία και πραγματεύεται από τη μία το κύμα των προσφύγων και των μαζικών μεταναστών από την Ασία και την Αφρική προς την Ευρώπη, και, από την άλλη, την ταυτόχρονη αύξηση του παγκόσμιου τουρισμού στη Μεσόγειο. Όπως αναφέρουν, «πρόκειται για παράλληλα, συγκλίνοντα παγκόσμια γεγονότα που οδηγούν σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, επενδύσεις σε περιόδους δυσχέρειας, παράπλευρες συγκρούσεις και πολιτιστική προστασία, στον ίδιο τόπο, την ίδια στιγμή. Ο τουρίστας ζει σε μια διχασμένη, εξουθενωμένη, υπερ-διαμεσολαβημένη δημόσια σφαίρα».16
Η εικαστική πρακτική της ομάδας Sphinxes τροφοδοτείται κυρίως από τις κοινωνικές και οικονομικές μεταμορφώσεις που λαμβάνουν χώρα στην Ελλάδα σήμερα. Το έργο τους εστιάζει στις διαδικασίες μετασχηματισμού ενός τόπου στο πλαίσιο των παρεμβάσεων του ύστερου καπιταλισμού. Πρόσφατα έχουν ασχοληθεί σε έργα τους με τις συνέπειες της golden visa και τον εξευγενισμό. Αφετηρία του έργου τους Thin Red Line υπήρξε το γεγονός ότι το 2019 η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να κλείσει όλες τις καταλήψεις σφραγίζοντας τις εισόδους τους. Το έργο αποτελείται από εννέα γραμματοκιβώτια που τοποθέτησαν οι καλλιτέχνες πάνω στις τσιμεντένιες εισόδους των καταλήψεων. Οι τοποθεσίες αυτές μεταφέρονται σε έναν χάρτη της Αθήνας, δημιουργώντας έναν εναλλακτικό τουριστικό χάρτη που αποτυπώνει το κενό που αφήνουν οι σφραγισμένες καταλήψεις ως προς τις πολιτικές θέσεις, τις κοινωνικές δράσεις, τις συλλογικότητες κ.λπ.
Στην πρόσφατη ατομική του έκθεση με τίτλο Sunseekers or Dimming the Sun or που πραγματοποίησε ο Βασίλης Παπαγεωργίου στην Salzburger Kunstverein το 2024, ο καλλιτέχνης στοχάζεται τον φαύλο κύκλο μεταξύ εργασίας, αναψυχής και εξάντλησης συσχετίζοντας την εξάντληση των πλανητικών πόρων με την ανθρώπινη εξάντληση, το burnout. Η έκθεση κινείται μεταξύ δύο συζητήσεων: oι εμβληματικοί «sunseekers» της τουριστικής βιομηχανίας —αυτοί που αναζητούν τη ζεστασιά και ακολουθούν την υπόσχεση ατελείωτης απόλαυσης κάτω από τον ήλιο— αντιπαρατίθενται με την ιδέα του «dimming the sun», που προέρχεται από το λεξιλόγιο της κλιματικής κρίσης ως δραστικό μέτρο για την ψύξη της γης.17 Η έρευνα του Παπαγεωργίου, η οποία προτείνει μια στοχαστική προσέγγιση των καπιταλιστικών συστημάτων απόλαυσης, συνδιαλέγεται με αρκετά από τα θέματα που θίγω στο παρόν κείμενο.
Βασίλης Παπαγεωργίου, Sunbed V (double), 2024
Βαμμένο ατσάλι, βίντεο, οθόνη, επιχαλκωμένη πετσέτα θαλάσσης
178 x 120 x 85 εκ.
Άποψη εγκατάστασης Salzburger Kunstverein, Σάλτζμπουργκ, 2024
Eυγενική παραχώρηση: UNA galleria, Callirrhoë και ο καλλιτέχνης
Βιωσιμος τουρισμος, μη βιωσιμο οικονομικο συστημα και αποτουρισμος
Τα τελευταία χρόνια, στα πιο τουριστικά μέρη του κόσμου εμφανίζονται κινήματα αντίστασης που αντιμάχονται την τουριστικοποίηση ως διαδικασία εκτοπισμού και εκμετάλλευσης των τόπων. Όπως σημειώνει ο Βαρβαρούσης, οι μέθοδοί τους μοιάζουν με αυτές των κινημάτων ενάντια στις εξορύξεις ή στη βιομηχανική γεωργία μεγάλης κλίμακας, καθώς η τουριστικοποίηση είναι ιδιαίτερα επιβαρυντική για το περιβάλλον.18Η εξάντληση ανθρώπων και τόπων δημιούργησε την ανάγκη για εναλλακτικές προσεγγίσεις πέρα από την εκμεταλλευτική βιομηχανία.
Ολοένα και περισσότεροι μελετητές αναλύουν το σύμπλεγμα των προβλημάτων του ταξιδιωτικού κλάδου, από την περιβαλλοντική υποβάθμιση έως τον ανεξέλεγκτο εξευγενισμό και την επακόλουθη διαταραχή των τοπικών υποδομών, καθώς και μια σειρά άλλων κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων. Συζητούν για τους ψηφιακούς νομάδες, την golden visa, τον καπιταλισμό της πλατφόρμας, τη νοοτροπία της μονοκαλλιέργειας, τα φιλικά νησιά, την τραγωδία την κοινών, το περιβαλλοντικό αποτύπωμα, το artwashing, κ.ά. Ως εκ τούτου, έχει αναπτυχθεί ένα πλούσιο λεξιλόγιο γύρω από διαφορετικές μορφές εναλλακτικού τουρισμού όπως: οικοτουρισμός, υπεύθυνος τουρισμός, αργός τουρισμός, βιώσιμος τουρισμός.
Πόσο εφικτός όμως είναι ένας βιώσιμος τουρισμός ο οποίος θα εξακολουθεί να εντάσσεται σε ένα πλαίσιο μη βιώσιμου οικονομικού συστήματος με κύριο στόχο την απεριόριστη ανάπτυξη; Η επίκαιρη συζήτηση για την κατεύθυνση των τουριστικών ροών από το ένα μέρος στο άλλο, με σκοπό τη διαχείριση και αποσυμφόρηση ορισμένων περιοχών, δεν αποτελεί λύση, αλλά απλώς μετατοπίζει το πρόβλημα. Πρόσφατα, πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα το συνέδριο «Reimagine Tourism in Greece» της εφημερίδας Καθημερινή στο Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, όπου επαγγελματίες του χώρου και εκπρόσωποι θεσμών καταθέσαν τις προτάσεις τους για το μέλλον του τουρισμού. Όπως αναφέρει η Καθημερινή, «Βελτίωση υποδομών, διαχείριση των ροών των επισκεπτών και εκπαίδευση του προσωπικού είναι κάποιες από τις άμεσες προκλήσεις».19 Ένα σχέδιο κατεύθυνσης των τουριστικών ροών, όμως, οδηγεί μακροπρόθεσμα σε μια ακόμη μεγαλύτερη τουριστικοποίηση. Με τα λόγια του Καλύβα, «η κατασκευή π.χ. ενός σύγχρονου αεροδρομίου σε ένα νησί των Κυκλάδων μπορεί να διευκολύνει τη μετάβαση σ’ αυτό, αλλά πολλαπλασιάζει τους επισκέπτες, επιβαρύνοντας έτσι όλες τις υπόλοιπες υποδομές».20
Ακόμη, η επένδυση σε ποιότητα για την οποία γίνεται λόγος θέλει προσοχή.21 Υψηλή ποιότητα σημαίνει αποκλειστικός τουρισμός και, ως εκ τούτου, η προσέλκυση πιο εύπορων τουριστών εντείνει κάποια από τα προβλήματα και αποτυγχάνει να κατανοήσει τα δομικά προβλήματα που έχει η τουριστική ανάπτυξη. Πόσο δίκαιος και δημοκρατικός για την κοινωνία είναι ένας τουρισμός για τους λίγους; Σε μια εποχή που οι θερμοκρασίες αυξάνονται συνεχώς και η κλιματική αλλαγή έχει γίνει βίωμα, θα περίμενε κανείς ότι όλο και περισσότερος κόσμος που ζει σε μια μεσογειακή χώρα όπως η Ελλάδα θα είχε ανάγκη να βρίσκεται όλο και περισσότερο κοντά στη θάλασσα. Αντιθέτως, τα στοιχεία δείχνουν ότι όλο και περισσότεροι Έλληνες αποκλείονται από τις διακοπές στους παραθαλάσσιους προορισμούς.
Στο ερώτημα αν υπάρχει τελικά εναλλακτικός και βιώσιμος τουρισμός η δημοσιογράφος και δοκιμιογράφος Sarah Gainsforth απαντά ότι, σύμφωνα με τους μελετητές της επιστήμης του τουρισμού, υπάρχει, τουλάχιστον στη θεωρία, σύμφωνα όμως με μελετητές άλλων επιστημών, κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό χωρίς τη ριζική αλλαγή του οικονομικού πλαισίου, έκφραση του οποίου αποτελεί ο τουρισμός.
Ένας βιώσιμος τουρισμός μάλλον θα είχε την τύχη της βιώσιμης ανάπτυξης και αυτό γιατί η ανάπτυξη με τη σημερινή της μορφή δεν μπορεί να συμβαδίσει με τις ανάγκες της βιόσφαιρας. Είναι το ίδιο με το να λέμε ότι μπορούμε να επιλύσουμε την κλιματική κρίση με περισσότερη πράσινη ανάπτυξη. Όπως γράφει η Gainsforth, «η ιδέα μιας βιώσιμης ανάπτυξης, δηλαδή μιας οικονομικής ανάπτυξης συμβατής με τη φύση, ‘αποτελεί μια εγγενή αντίφαση’ μέσα σε ένα σύστημα που σκοτώνει τη φύση εν ονόματι του κέρδους».22
Sphinxes, Τhe Τhin Red Line, 2019
Χάρτης, όπου καταγράφονται τα σημεία τοποθέτησης γραμματοκιβωτίων σε μπαζωμένες εισόδους κτιρίων που βρίσκονταν υπό κατάληψη στο κέντρο της Αθήνας.
Οι πράσινες και οι βιώσιμες συμφωνίες, λοιπόν, δεν αντιμετωπίζουν το πρόβλημα καθώς δεν αναγνωρίζουν την αιτία της κλιματικής κρίσης, των κοινωνικών προβλημάτων και της εξαφάνισης της βιοποικιλότητας. Εντούτοις, το παρόν οικονομικό σύστημα τρέφεται από την εκμετάλλευση των πόρων και τη συνεχή εξόρυξη. Η βιομηχανία του τουρισμού αποτελεί ένα ακόμη εργαλείο για την υπέρμετρη καπιταλιστική ανάπτυξη. Αυτό το οποίο πρέπει πλέον να κάνουν οι μελετητές του τουριστικού κλάδου είναι να εγκαταλείψουν τον μύθο της ατέρμονης οικονομικής ανάπτυξης και να αγκαλιάσουν την μετα-αναπτυξιακή σκέψη για ένα δίκαιο μέλλον για όλους τους ανθρώπους και το περιβάλλον.
Ολοένα και περισσότεροι μελετητές, φιλόσοφοι, αλλά και οικονομολόγοι αμφισβητούν με χειροπιαστά επιχειρήματα τον μύθο της ανάπτυξης, αποδεικνύοντας ότι η αύξηση της παραγωγής δεν θα λύσει τα προβλήματα της κλιματικής αλλαγής, της φτώχειας ή της ανισότητας.23 Και αυτό γιατί η εμμονή της κοινωνίας με την ανάπτυξη επιταχύνει την κοινωνική και οικολογική κατάρρευση. Η, αλλιώς, όπως έχει διατυπώσει ο θεωρητικός και καθηγητής πολιτικής οικονομίας Massimo de Angelis, η ανάπτυξη και η καπιταλιστική επέκταση απειλούν την κοινωνική και περιβαλλοντική αναπαραγωγή. Αν δεν αλλάξει η νοοτροπία της αέναης ανάπτυξης, φαίνεται ότι είναι αδύνατον να επιστρέψουμε σε μια πιο βιώσιμη κοινωνία. Όπως υποστηρίζει και ο φιλόσοφος Kohei Saito, ο ανεξέλεγκτος καπιταλισμός συχνά κατηγορείται για την ανισότητα και την κλιματική αλλαγή, αλλά οι επακόλουθες εκκλήσεις για βιώσιμη ανάπτυξη και πράσινες συμφωνίες αποτελούν έναν επικίνδυνο συμβιβασμό. Ο Saito υποστηρίζει την αποανάπτυξη και την επιβράδυνση, τις οποίες αντιλαμβάνεται ως την επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας μέσω της δημοκρατικής μεταρρύθμισης της εργασίας και της παραγωγής. Σε πρακτικό επίπεδο, υποστηρίζει το τέλος της μαζικής παραγωγής και της μαζικής κατανάλωσης, και την προτεραιότητα της ουσιαστικής εργασίας έναντι των εταιρικών κερδών.
Ο Βαρβαρούσης, στη συζήτηση γύρω από το θέμα του «Απότουρισμού» που αναφέραμε στην αρχή του κειμένου, υποστήριξε ότι ο αποτουρισμός προτείνει μια έξοδο από την τουριστική μονοκαλλιέργεια, μέσω μιας πολυδιάστατης οικονομίας και μιας πολυεπίπεδης στρατηγικής σταδιακής αποσύζευξης του τουρισμού και της κινητικότητας από τον μοναχικό στόχο της οικονομικής μεγέθυνσης. Κατά αυτόν τον τρόπο, αποτελεί μια ιδιαίτερη αιχμή του συνολικότερου αιτήματος για βιώσιμη αποανάπτυξη.24 Η αποανάπτυξη έχει αναδυθεί στο πλαίσιο αυτής της παγκόσμιας κρίσης και συνδέεται με ιδέες και έννοιες όπως η απο-επιτάχυνση, η επιβράδυνση, περισσότερος ελεύθερος χρόνος για αναψυχή, λιγότερη παραγωγή και λιγότερη κατανάλωση, λιγότερες ώρες εργασίας, μείωση των επιβλαβών για το περιβάλλον δραστηριοτήτων και πολλά άλλα που δεν μπορούν να αναλυθούν στο παρόν κείμενο.25
Η λογική του υπέρ που αναφέραμε στην αρχή, πρέπει να αλλάξει όχι μόνο στον τουρισμό αλλά και στην κοινωνία εν γένει. Έχουμε ομαλοποιήσει μια κοινωνία που εξαντλεί τις ενέργειές μας, αλλά και τα αποθέματα του πλανήτη. Μπορούμε όμως να σκεφτούμε τον τουρισμό αλλιώς και την κοινωνία της υπερ-ανάπτυξης να επιβραδύνει; «Ναι, μπορούμε να ευημερήσουμε χωρίς ανάπτυξη» γράφει ο Γιώργος Καλλής, οικονομολόγος της οικολογίας και πολιτικός οικολόγος, στο ομότιτλο δοκίμιό του όπου εξηγεί τους λόγους για τους οποίους μια τέτοια δήλωση είναι δυνατή.26 Οι υποστηρικτές της αποανάπτυξης μας καλούν να αγκαλιάσουμε ένα μέλλον μετριοπάθειας και κοινής ευημερίας, αποδεικνύοντας ότι η επιβράδυνση είναι το κλειδί για την πραγματική πρόοδο και την κοινωνική ισότητα. Νομίζω πως όλοι γνωρίζουμε ότι πρέπει να επιβραδύνουμε και να μειώσουμε τον κοινωνικό μεταβολισμό, σε μια εποχή που όλες οι δραστηριότητες και οι κυρίαρχες τάσεις κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Είναι γεγονός όμως ότι οι συζητήσεις αυτές γίνονται από τους στοχαστές της εποχής μας και εξαιρούνται από την επίσημη δημόσια πολιτική συζήτηση. Μέχρι τότε θα συνεχίζουμε να ζούμε στη λογική του over μέχρι τελικής πτώσεως.
Αφίσες της ομάδας Depression Era για την καμπάνια Οι Τουρίστες, 2015-2019
Αριστερά βασισμένη σε φωτογραφία του Μαρίνου Τσαγκαράκη
Δεξιά βασισμένη σε φωτογραφία του Γιώργου Μουτάφη
Όσοι από εμάς εργαζόμαστε στον χώρο της τέχνης, οφείλουμε να αναλογιστούμε τον ρόλο που διαδραματίζει η τέχνη στον τουρισμό. Πέρα από το να υιοθετούμε πρακτικές πράσινης παραγωγής και να μετράμε το περιβαλλοντικό μας αποτύπωμα —χωρίς να αμφισβητώ ότι και αυτό έχει τη σημασία του—, θα πρέπει να συλλογιστούμε τη σχέση τέχνης και τουρισμού, τέχνης και σχόλης, αλλά και γύρω από τις ιδέες και έννοιες που προαναφέρθηκαν. Είναι, τελικά, και στη σύγχρονη καλλιτεχνική παραγωγή, το περισσότερα και γρηγορότερα καλύτερο από το λιγότερα και βραδύτερα; Μήπως το δεύτερο ισοδυναμεί με μια μεγαλύτερη συνειδητoποίηση, αφομοίωση και σύνδεση με το τι κάνουμε, με έναν χώρο για γνήσια αλληλεπίδραση, ενώ το πρώτο με ένα άγχος, μια διεκπεραίωση, μια απώλεια νοήματος, μια αποξένωση και μια σειρά πραγμάτων που πρέπει να καταναλωθούν; Με αυτό, δεν υποστηρίζω την επιστροφή σε ένα παρελθόν προ-νεωτερικότητας, αλλά μια διαφορετική και πιο ουσιαστική σχέση με τον κόσμο και τη ζωή.
Εδώ, πέρα από το να σκιαγραφήσω τα θέματα που έχουν συμβάλει στον υπερτουρισμό που βιώνουμε στην Ελλάδα, επεδίωξα να δημιουργήσω και ένα εννοιολογικό πλαίσιο για να σκεφτούμε τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ τουρισμού και επιτάχυνσης αλλά και μια συνειδητοποίηση της ανάγκης για απο-επιτάχυνση. Γνωρίζω καλά ότι δεν είναι καθόλου εύκολο ως κοινωνία να ξε-μάθουμε αυτά που θεωρούμε αδιαμφισβήτητα και να σκεφτούμε προς μια τέτοια κατεύθυνση, όμως τι άλλες επιλογές έχουμε; Όπως συχνά υποστηρίζω, η αλλαγή δεν θα έρθει από την τέχνη, όμως η σύγχρονη τέχνη μπορεί να προσφέρει έναν χώρο κριτικού αναστοχασμού γύρω από το πολυδιάστατο θέμα του υπερτουρισμού και της σύγχρονης κοινωνικής επιτάχυνσης, με σκοπό να εμπνεύσει και να κινητοποιήσει πιο post-growth και care-full πρακτικές και με απώτερο στόχο μια πιο αρμονική συνύπαρξη ανθρώπου, τόπου και φύσης.
Ας θυμηθούμε τις χαμένες αρετές που μας μετέφερε ο Χένρι Μίλερ όταν, το 1939, επισκέφτηκε την Ελλάδα για πρώτη φορά. Προερχόμενος από μια μηχανοποιημένη Δύση, ο συγγραφέας ένιωθε ότι η χώρα μας τότε αποτελούσε ένα καταφύγιο από την ταχύτητα, την παραγωγικότητα, το άγχος και την πνευματική εξάντληση. Η Ελλάδα δεν ήταν ένα σκηνικό, αλλά ένας χαρακτήρας.
«Και τι έχει η Ελλάδα που σας αρέσει τόσο πολύ;» ρώτησε κάποιος.
Χαμογέλασα.
«Το φως και τη φτώχεια» είπα.
«Είστε ρομαντικός» είπε ο άνθρωπος.
«Ναι» είπα. «Είμαι αρκετά τρελός ώστε να πιστεύω ότι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στη γη είναι εκείνος που έχει τις λιγότερες ανάγκες. Και πιστεύω επίσης ότι όταν έχεις φως, σαν αυτό που έχετε εδώ, όλη η ασχήμια χάνεται. Από τότε που ήρθα στη χώρα σας έμαθα ότι το φως είναι ιερό: η Ελλάδα για μένα είναι ιερή χώρα».
[…]
«Εσείς μπορείτε και τα λέτε αυτά γιατί έχετε αρκετά…»
«Εγώ μπορώ να τα λέω γιατί ήμουν φτωχός όλη μου τη ζωή» τον έκοψα. […] «Δεν είναι τα λεφτά που με κρατάνε στη ζωή — είναι η πίστη που έχω στον εαυτό μου, στις δικές μου δυνάμεις».27
Και ας αναλογιστούμε σε ποιες θάλασσες κολυμπάμε σήμερα διαβάζοντας ένα πρόσφατο ποίημα του συγγραφέα και φιλόσοφου Franco «Bifo» Berardi με τίτλο Nuotare [Κολυμπώντας]: 28
Κολυμπήστε, λουόμενοι της Ευρώπης,
Στα ήρεμα νερά της Αδριατικής θάλασσας.
Κολυμπήστε με τις φουσκωτές σας κουλούρες σε σχήμα χήνας
Και τα πολύχρωμα στρώματα,
Ανάμεσα στα κύματα που κινούνται στην επιφάνεια
Της δύσοσμης στοιχειωμένης θάλασσας,
Από εκατομμύρια νεκρά ψάρια
Και από εκατοντάδες χιλιάδες πτώματα
Ναυαγισμένων ψυχών.
Κολυμπήστε, λουόμενοι της Ευρώπης
Στα ταραγμένα νερά
Της ελληνικής θάλασσας από την οποία γεννήθηκε η παρθένα.Κολυμπήστε χωρίς σκέψεις, εσείς που αξίζετε διακοπές.
Εσείς, πτυχιούχοι υπάλληλοι με τατουάζ
Κολυμπήστε με αναπνευστήρα και βατραχοπέδιλα
Ενώ η παραλία σφύζει από μαυρισμένους
Εξουσιοδοτημένους και ασφαλισμένους
Ενάντια στην κλοπή και άλλα απροσδόκητα
Πτώματα προσφύγων.
(Μετάφραση από τα ιταλικά: Δάφνη Βιτάλη)
Dahlgren, Kari, Foreman, Kamilah, Van Eck, Tricia (eds.), Universal Experience. Art, Life and the Tourist’s Eye, Museum of Contemporary Art Chicago, Σικάγο 2005, οπισθόφυλλο.
Παπαδάκη, Ειρήνη, «Πρόλογος της επιστημονικής επιμελήτριας της ελληνικής έκδοσης», στο Urry, John and Larsen, Jonas, Η Τουριστική Ματιά, Εκδόσεις Πεδίο, Αθήνα 2024, σ. ix.
Καραμπά, Ελπίδα, Σταθοπούλου, Γλυκερία (επιμ.), Τουρισμός, The Symptom Projects, 2017, σ. 9.
Αίσωπος, Γιάννης (επιμ.), Τοπία Τουρισμού: Ανακατασκευάζοντας την Ελλάδα, Δομές, Αθήνα 2015.
O Rosa υποστηρίζει ότι ζούμε μέσα σε ένα σύστημα που είναι δομημένο από την κοινωνική επιτάχυνση και προσδιορίζει τρεις αλληλένδετες διαστάσεις αυτής της επιτάχυνσης: την τεχνολογική επιτάχυνση, την επιτάχυνση της κοινωνικής αλλαγής και την επιτάχυνση του ρυθμού της ζωής.
Groys, Boris, «The City in the Age of Touristic Reproduction» στο Universal Experience. Art, Life and the Tourist’s Eye, ό.π., σ. 32.
Μητροπούλου, Αγγελική, Ελευθερίου, Κώστας, «Υπερτουρισμός: εννοιολογικές προσεγγίσεις και δομικές διαστάσεις ενός σύγχρονου φαινομένου.», στο Μητροπούλου, Αγγελική (επιμ.), Ο τουρισμός στην Ελλάδα, Μετασχηματισμοί, Αντιστάσεις και Προοπτικές, Ινστιτούτο Εναλλακτικών Ιδεών και Πολιτικών Ένα, Αθήνα 2025, σ. 89.
Για μια εμπεριστατωμένη ανάλυση, βλ. Ρακκάς, Γιώργος, Υπερτουρισμός. Ανέμελος Καπιταλισμός και Κοινωνική Κρίση της Πόλης, Πατάκη, Αθήνα 2025.
Papam, George, Bergé, David (eds.), Islands After Tourism. Escaping the Monocultures of Leisure, kyklàda press, Αθήνα 2023.
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στους πιο αγαπημένους προορισμούς για τρεις βασικούς λόγους: το κλίμα, το κόστος ζωής και την ποιότητα της υγειονομικής περίθαλψης.
Ρακκάς, Γιώργος, Ό.π., σ. 12.
Tramboulis, Theophilos, Tzirtzilakis, Yorgos, «When crisis becomes form: Athens as a paradigm», Stedelijk Studies Journal 6, 2018, https://stedelijkstudies.com/journal/when-crisis-becomes-form-athens-as-a-paradigm/ (Τελευταία πρόσβαση: 10 Δεκεμβρίου 2025).
Καλύβας, Στάθης Ν., «Μια Ελλάδα δίχως καλοκαίρι;», Η Καθημερινή, 22 Αυγούστου 2022, https://www.kathimerini.gr/society/562005925/mia-ellada-dichos-kalokairi/ (Τελευταία πρόσβαση: 10 Δεκεμβρίου 2025).
Morandeira Arrizabalaga, Julia, «Tourism Apocalypse Now», στο Baciak, Mirela (ed.), Vasilis Papageorgiou Sunseekers or Dimming the Sun or, Mousse Publishing & Salzburger Kunstverein, 2024, σ. 37.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η ιστοσελίδα ενός κυκλαδίτικου νησιού, experience the island through an art project.
«The tourists: a campaign», Depression Era, https://depressionera.gr/tourists, (Τελευταία πρόσβαση: 10 Δεκεμβρίου 2025).
«Sunseekers or dimming the sun or», Salzburger Kunstverein, https://salzburger-kunstverein.at/vasilispapageorgiou_en, (Τελευταία πρόσβαση: 10 Δεκεμβρίου 2025).
Βαρβαρούσης, Άγγελος, «Τουριστικές εξορύξεις στο Αιγαίο: ο ελληνικός τουρισμός υπό το πρίσμα της πλανητικής αστικοποίησης», στο Μητροπούλου, Αγγελική (επ.), Ό.π., σ. 171.
Κόντη, Δέσποινα, «Reimagine tourism in Greece: Προκλήσεις και ελπίδες για τον ελληνικό τουρισμό», Η Καθημερινή, 19 Νοεμβρίου 2025, https://www.kathimerini.gr/society/563928040/reimagine-tourism-in-greece-prokliseis-kai-elpides-gia-ton-elliniko-toyrismo/, (Τελευταία πρόσβαση: 10 Δεκεμβρίου 2025).
Καλύβας, Στάθης Ν., Ό.π.
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ανέφερε: «έχω τη φιλοδοξία να κάνω την Ελλάδα νούμερο ένα τουριστικό προορισμό σε επίπεδο ποιότητας.»
Gainsforth, Sarah, Υπερτουρισμός, Νεφέλη, Αθήνα 2025, σ. 81.
Ενδιαφέρον έχει το πρόσφατο βιβλίο του οικονομολόγου Timothée Parrique με τίτλο Slow Down or Die, στο οποίο εξηγεί ότι το ΑΕΠ, το κυριότερο μακροοικονομικό μέτρο για την πρόοδο, αγνοεί την ανθρώπινη ευημερία και την υγεία του περιβάλλοντος, καθιστώντας το έναν επικίνδυνο οδηγό για το μέλλον.
Βλ. επίσης, Βαρβαρούσης, Άγγελος, «Απο-τουρισμός: από τη μονοκαλλιέργεια της ξαπλώστρας στις ποικίλες μορφές της λιτής αφθονίας», Left.gr, 6 Φεβρουαρίου 2023, https://left.gr/news/apo-toyrismos-apo-ti-monokalliergeia-tis-xaplostras-stis-poikiles-morfes-tis-litis-afthonias, (Τελευταία πρόσβαση: 10 Δεκεμβρίου 2025).
Το κεφάλαιο «Fridays off» στο βιβλίο του Γιώργου Καλλή Ιn Defense of Degrowth, προσφέρει μια εμπεριστατωμένη και τεκμηριωμένη ανάλυση στο θέμα. Έχει ενδιαφέρον να αναφέρουμε επίσης ένα χειροπιαστό παράδειγμα. Η τετραήμερη εργασία που υιοθέτησε η Ισλανδία πριν έξι χρόνια αποδείχτηκε ότι είχε εντυπωσιακά αποτελέσματα: λιγότερο άγχος, περισσότερη ικανοποίηση από την εργασία, περισσότερο χρόνο για ζωή, ενώ η παραγωγικότητα όχι μόνο δεν μειώθηκε, αλλά σε ορισμένους τομείς σημείωσε άνοδο.
Ό.π.
Μίλερ, Χένρι, Ο Κολοσσός του Μαρουσιού και Πρώτες Εντυπώσεις από την Ελλάδα, (μετάφραση: Ιωάννα Καρατζαφέρη), Μεταίχμιο, Αθήνα 2004, σσ. 167-168.
Μετάφραση από τα ιταλικά: Δάφνη Βιτάλη. Berardi, Franco “Bifo”, «Nuotate», Nero, 28 Ιουλίου 2023, https://not.neroeditions.com/archive/nuotate/, (Τελευταία πρόσβαση: 10 Δεκεμβρίου 2025).
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ Τ@ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Η Δάφνη Βιτάλη είναι επιμελήτρια από την Αθήνα και τη Ρώμη και επιμελήτρια στο ΕΜΣΤ. Ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για καλλιτεχνικές πρακτικές που έχουν τις ρίζες τους σε κοινωνικά, πολιτικά και οικολογικά ζητήματα, ενώ η επιμελητική της δραστηριότητα έχει επικεντρωθεί σε καλλιτεχνικές πρακτικές που βασίζονται στην έρευνα και στην ιστοριογραφική στροφή στη σύγχρονη τέχνη ως μέσο διερεύνησης και ερμηνείας του παρόντος. Μεταξύ των εκθέσεων και των πρότζεκτ που έχει επιμεληθεί περιλαμβάνονται oi: Janis Rafa. Εμείς που Προδώσαμε τα Άλογα, ΕΜΣΤ∙ Bouchra Khalili. Φανοί και Τυπογράφοι, ΕΜΣΤ∙ Alessandra Ferrini. Unsettling Genealogies, Museo Novecento, Φλωρεντία∙ Unpacking My History, Quadriennale, Ρώμη∙ Όταν το Παρόν είναι Ιστορία, DEPO, Κωνσταντινούπολη και ΜΟΜus, Θεσσαλονίκη∙ Everything Is in a State of Change, Goethe-Institut, Αθήνα∙ Directed by Desire, rongwrong, Άμστερνταμ∙ Those Winged Words, Fondazione Giuliani, Ρώμη∙ Διευρυμένες Οικολογίες, ΕΜΣΤ. Έχει δημοσιεύσει δοκίμια σε διεθνή περιοδικά όπως τα Kunstforum International, Mousse, NERO, Artpulse, έχει επιμεληθεί πολλούς καταλόγους εκθέσεων και έχει δημοσιεύσει δοκίμια. Έχει συμμετάσχει σε ομιλίες, συνέδρια και επιμελητικά προγράμματα σε ιδρύματα όπως τα ZETA Contemporary, Τίρανα, το Eye Film Museum, Άμστερνταμ, το Eastern Balkans Institute for Art, Σόφια, Palais de Tokyo, Παρίσι, Flanders Arts Institute, Βρυξέλλες, Cluj Cultural Centre, Ρουμανία, ARCO Μαδρίτη, Artissima, Τορίνο, Μπιενάλε Θεσσαλονίκης κ.ά.